HORST KOEHLER: Κυρίες και κύριοι, χαίρομαι ιδιαίτερα που έχω την ευκαιρία να καλωσορίσω σήμερα τον Πρόεδρο κύριο Παπούλια και τη σύζυγό του εδώ, στη Γερμανία. Είναι ένας άνθρωπος που πραγματικά είναι εξαιρετικός γνώστης της Γερμανίας, έζησε εδώ, σπούδασε, εργάστηκε στη χώρα αυτή και νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ότι θα συμφωνήσετε αν πω ότι είστε και φίλος της χώρας μας.
Οι σχέσεις Γερμανίας και Ελλάδας είναι στενότατες και εξαιρετικά φιλικές. Η Γερμανία είναι ο πιο σημαντικός εμπορικός εταίρος της Ελλάδας. Στη Γερμανία ζουν πάνω από 370.000 Έλληνες, που εμπλουτίζουν πραγματικά την καθημερινότητά μας. Και αν τα στατιστικά στοιχεία που έχω εδώ είναι σωστά, τότε πράγματι είναι πάνω από 1.000.000 οι Έλληνες που έχουν ζήσει και εργαστεί στη Γερμανία και που έχουν επιστρέψει στην Ελλάδα.
Και αυτό ουσιαστικά αναδεικνύει ότι η μετανάστευση δεν είναι μονόδρομος, κάθε άλλο μάλιστα. Η Ελλάδα, με την πολιτική, οικονομική και κοινωνική της ανάπτυξη, μπορεί κάλλιστα να επαναπατρίσει τα παιδιά της.
Για μας η Ελλάδα ανέκαθεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Αναλογιζόμαστε την αρχαία Ελλάδα, αλλά, για να μη μείνουμε προσκολλημένοι στο παρελθόν, κοιτάμε το σήμερα και το μέλλον. Και βλέπουμε ότι επί 25 χρόνια η Ελλάδα υπήρξε εξαιρετικός εταίρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ένας σημαντικότατος σταθεροποιητικός παράγοντας στην περιοχή. Άρα λοιπόν, είναι πολύ σωστό να λαμβάνουμε πάντα υπόψη μας τη γνώμη της Ελλάδας.
Μιλήσαμε για θέματα ευρωπαϊκά και είμαστε της ίδιας άποψης, ότι δηλαδή το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, η διαδικασία της ολοκλήρωσης, θα πρέπει να συνεχιστεί και ότι το συνταγματικό κείμενο, το οποίο ευρίσκεται ακόμη υπό τη μορφή σχεδίου, έχει δύσκολο μέλλον μπροστά του, αλλά πρέπει επίσης να ολοκληρωθεί. Και συμφωνήσαμε επίσης ότι θα ήταν ευκταίο αν σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας η Ευρώπη καταφέρει να μιλήσει με μία ενιαία φωνή, δηλαδή είμαστε και οι δύο της άποψης ότι θα πρέπει να ταχθούμε υπέρ αυτού του στόχου.
ΚΑΡΟΛΟΣ ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ: Κυρίες και κύριοι, είχα μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον Πρόεδρο Δρ.Χορστ Κέλερ, τον οποίο ευχαριστώ για τη θερμή φιλοξενία. Είμαι ιδιαίτερα ευτυχής που επισκέπτομαι τη Γερμανία ως Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, όχι μόνο γιατί τις χώρες μας συνδέει μία ειλικρινής φιλία, αλλά και γιατί εδώ έζησα ένα σημαντικό μέρος της ζωής μου, συνέχισα τις σπουδές μου και παρακολούθησα από κοντά τη δημοκρατική πορεία και οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας σε κρίσιμες περιόδους του δεύτερου ημίσεως του 20ου αιώνα.
Με τον Πρόεδρο Κέλερ μας δόθηκε η ευκαιρία να θίξουμε τα κυριότερα θέματα που απασχολούν τις χώρες μας και την Ευρωπαϊκή Ένωση και μάλιστα υπό το πρίσμα της επικείμενης Γερμανικής Προεδρίας. Στο διμερές επίπεδο συζητήσαμε την περαιτέρω προώθηση των ήδη άριστων σχέσεων σε όλους τους τομείς. Στον ευρωπαϊκό τομέα, συζητήσαμε τα μεγάλα θέματα που απασχολούν την Ένωση, όπως ανάπτυξη με κοινωνικό πρόσωπο, καταπολέμηση της ανεργίας στις συνθήκες του παγκόσμιου ανταγωνισμού, Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, διεύρυνση, ενεργειακό περιβάλλον, την ανάγκη να διαδραματίσει η Ένωση έναν ενεργότερο σταθεροποιητικό ρόλο στα μεγάλα διεθνή προβλήματα, όπως οι διαρκείς κρίσεις στη Μέση Ανατολή και το θέμα του Κοσσόβου.
Η Ελλάδα και η Γερμανία, χώρες με κοινή πνευματική παράδοση και βιωματικοί γνώστες της βαριάς ιστορικής πραγματικότητας του προηγούμενου αιώνα, σήμερα μέλη του στενού πυρήνα της Ένωσης, μπορούν να αποτελέσουν δημιουργικό πόλο συνεργασίας για την προώθηση των ευρωπαϊκών αξιών στην περιοχή μας και πιστεύω ότι η επίσκεψή μου αυτή θα συμβάλει στην επίτευξη του σκοπού αυτού.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Θέλω να ευχαριστήσω τον Γερμανό Πρόεδρο για τη φιλοξενία σε μας τους δημοσιογράφους και να θέσω μία ερώτηση: Άκουσα να λέτε ότι εδώ στη Γερμανία δίνεται μεγάλη προσοχή στις απόψεις της Ελλάδος, σε ό,τι αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση.. Και εμείς στην Ελλάδα δίνουμε προσοχή στις απόψεις και στις θέσεις της Γερμανίας για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Θα ήθελα λοιπόν να ρωτήσω: Η Ευρωπαϊκή Ένωση αυτή τη στιγμή αντιλαμβάνομαι ότι αντιμετωπίζει θεσμικό πρόβλημα, το θέμα του Συντάγματος, καθώς επίσης και το ζήτημα του αν θα πρέπει, αν θα μπορέσει, να επεκταθεί περισσότερο από τα σημερινά 25 μέλη. Θα ήθελα να ξέρω την άποψη της γερμανικής πλευράς.
HORST KOEHLER: Πράγματι, πιστεύω ότι η διεύρυνση είναι εφικτή, δηλαδή η απόφαση πρόκειται να ληφθεί σε σύντομο διάστημα, όσον αφορά τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Δεν θα ήθελα να προκαταβάλω τις αποφάσεις που θα λάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Επιτροπή συγκεκριμένα. Ωστόσο, είμαι της άποψης ότι η Βουλγαρία και η Ρουμανία αποτελούν τμήμα της Ευρώπης και πρέπει να βρουν πραγματικά τον χώρο τους μέσα στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Θεωρώ λοιπόν ότι θα ήταν έξυπνο να οριστεί έτσι η ευρωπαϊκή πολιτική, δηλαδή με επιμονή και υπομονή να θέτουμε αξιώσεις ως προς την ικανότητα προς ένταξη και άλλων κρατών, όπως για παράδειγμα των δυτικών Βαλκανίων.
Και βεβαίως, επειδή προέβλεψα ότι θα μου κάνετε την αντίστοιχη ερώτηση αναφορικά με την ένταξη της Τουρκίας, πρέπει να σας πω ότι και αυτές οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις έχουν αρχίσει, όπως γνωρίζετε, και αυτό είναι ειλημμένη απόφαση. Ωστόσο, οι διαπραγματεύσεις και η απόφαση της πλήρους ένταξης στη συνέχεια θα εξαρτηθεί από το πώς θα εξελιχθούν οι διαπραγματεύσεις. Και εκεί θα δούμε, ανάλογα με τη συγκυρία, τι ακριβώς θα προκύψει.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Η ερώτησή μου απευθύνεται και στους δύο Προέδρους. Τον τελευταίο χρόνο πρέπει να πούμε ότι διαπιστώνουμε πως οι Ευρωπαίοι πολίτες όλο και περισσότερο απογοητεύονται από τις ηγεσίες τους, αλλά και από την Ευρώπη, ειδικότερα. Κι αυτό οφείλεται κυρίως σε δύο παράγοντες: Αφενός μεν στο ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι απούσα από τις μεγάλες κρίσεις, όπως στον Λίβανο, και αφετέρου στο ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι απούσα σε ό,τι αφορά την εργασιακή ασφάλεια, δηλαδή τον εργασιακό χώρο γενικότερα. Τι πρέπει λοιπόν να συμβεί, ώστε αυτά τα συναισθήματα να αλλάξουν;
HORST KOEHLER: Πρέπει να σας πω ότι ακριβώς τα επίκαιρα γεγονότα στα οποία αναφερθήκατε, δηλαδή τα γεγονότα στον Λίβανο κατέδειξαν τη μη απουσία της Ευρώπης, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά ίσα ίσα την παρουσία της. Η συμμετοχή, για παράδειγμα, γερμανικών στρατευμάτων στην ειρηνευτική δύναμη ουσιαστικά είναι ένα τέτοιο δείγμα και το γεγονός ότι η συμμετοχή αυτή οδήγησε σε μεγάλες συζητήσεις και – αν θέλετε – σε εσωπολιτική διαμάχη στη Γερμανία, είναι αυτονόητο, λόγω της ιδιαίτερης ιστορίας και της σχέσης που έχει η Γερμανία με το Ισραήλ. Ωστόσο, η συμμετοχή τελικά γερμανών στρατιωτών στην ειρηνευτική δύναμη, η οποία ευχόμαστε ότι θα επικυρωθεί από το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο, είναι ακριβώς δείγμα της παρουσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Και όσον αφορά την απασχόληση στην Ευρώπη και το πώς θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε τους πολίτες της, πρέπει να σας πω ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να δείξει ότι δεν αρκείται απλά στη ρητορική και ορισμένες συναντήσει
ς πολιτικών, αλλά ότι συγκεκριμένα κάνει βήματα για να αναπτύξει ανταγωνιστικότητα, θέσεις εργασίας, να εξασφαλίσει θέσεις εργασίας, για να προαγάγει τα πλεονεκτήματα της Ευρώπης. Νομίζω ότι αυτό θα πρέπει να το κάνουμε και να ισχυροποιήσουμε τις θέσεις μας, πράγμα που θα αποτελέσει τη μεγάλη πρόκληση, τη δική μας δύναμη, για να προβάλουμε τα δικά μας πλεονεκτήματα. Νομίζω ότι αυτό μπορεί να γίνει από κάθε επιμέρους κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και από ολόκληρη την Ένωση, αλλά ταυτόχρονα να δώσουμε και μεγαλύτερη ώθηση στη διαδικασία των μεταρρυθμίσεων.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Έχω μία ερώτηση και προς τους δύο Προέδρους. Η ερώτησή μου αυτή αφορά αυτό που είπε στο τέλος της ομιλίας του ο Έλλην Πρόεδρος, ο οποίος μίλησε για το παρελθόν των ελληνογερμανικών σχέσεων. Και εδώ θέλω συγκεκριμένα να θέσω μία ερώτηση ως προς τις επανορθώσεις. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται για το θέμα των επανορθώσεων, δηλαδή της αποζημίωσης των θυμάτων της γερμανικής κατοχής. Το συζητήσατε αυτό το θέμα με τον ομόλογό σας, τον Πρόεδρο της Γερμανικής Δημοκρατίας κ. Κέλερ; Προτίθεστε να το συζητήσετε με την Καγκελλάριο κυρία Μέρκελ; Μήπως θα το συζητήσετε με κάποιον άλλο;
Αυτή ήταν η μία ερώτηση προς εσάς και θα ήθελα να ρωτήσω επίσης τον κύριο Πρόεδρο Κέλερ το εξής: Ο αποθανών γερμανός Πρόεδρος Ράου είχε προτείνει, όταν είχε πραγματοποιήσει επίσημη επίσκεψη στην Ελλάδα, ένα είδος φόρουμ για τους νέους, έναν οργανισμό, που θα προάγει την ελληνογερμανική φιλία σε αυτό το επίπεδο. Τι ακριβώς πιστεύετε εσείς επ’ αυτού;
ΚΑΡΟΛΟΣ ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ: Κοιτάξτε, στην πριν από λίγο συνάντησή μας με τον κύριο Κέλερ δεν εξαντλήσαμε τα θέματα που θα θέλαμε να συζητήσουμε. Είπαμε ότι σήμερα το βράδυ θα έχουμε χρόνο να συζητήσουμε πολλά από εκείνα τα θέματα που δεν μπορέσαμε, λόγω χρόνου, να τα συζητήσουμε τώρα. Και βεβαίως είναι πολλά από αυτά τα οποία είπατε και νομίζω ότι για το θέμα αυτό, ένα μεγάλο θέμα, θα ανταλλάξουμε απόψεις.
HORST KOEHLER: Θα ήθελα να προσθέσω ότι εδώ και αρκετό καιρό η Γερμανία ασκεί ενεργό πολιτική συμφιλίωσης και κατανόησης προς τα θύματα, προς τους ανθρώπους που υπέστησαν τις βαρβαρότητες της γερμανικής κατοχής. Οι ελληνογερμανικές σχέσεις δεν επιβαρύνονται απ’ αυτό το γεγονός.
Όσον αφορά τώρα το θέμα της ανταλλαγής νέων ανθρώπων, το υποστηρίζω πραγματικά ένθερμα, και γενικότερα πρέπει να σας πω, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για όλους τους νέους της Ευρώπης η ανταλλαγή είναι κάτι ιδιαίτερα σημαντικό, διότι η νέα γενιά, οι νέοι άνθρωποι είναι εκείνοι που θα δεχτούν τα νέα επιχειρήματα, είναι η εικόνα της Ευρώπης. Γι’ αυτό λοιπόν τάσσομαι υπέρ αυτής της ανταλλαγής και προώθησης των σχέσεων.-



