Σεβασμιώτατε,
Κύριε Δήμαρχε,
Κύριε Υπουργέ,
Κύριε Πρόεδρε του ΛΑΟΣ,
Κύριοι εκπρόσωποι των Κομμάτων,
Κύριοι Βουλευτές,
Κύριε Πρέσβη,
Κύριε Νομάρχα,
Κύριοι Αρχηγοί των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας,
Κύριε Γενικέ Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας,
Σήμερα μου κάνατε μεγάλη τιμή. Έγινα δημότης ενός μαρτυρικού τόπου, της Υπάτης.
Στη διάρκεια της γιορτής διάβαζα τα ονόματα αυτών που πρόσφεραν τη ζωή τους σ’αυτό το δέντρο της λευτεριάς και των αγώνων του ελληνικού λαού. Και ήταν συγκινητικό. Διαβάζω ιστορία.
Δεν ήξερα όμως αυτή τη λεπτομέρεια. Πόσα παιδιά της Υπάτης θυσιάστηκαν σ’αυτόν τον αγώνα που άρχισε το 1940-41 και συνεχίστηκε μέχρι σήμερα.
Στην Υπάτη, σήμερα, δεν με έφερε απλώς η διάθεσή μου να ανταποκριθώ στο κάλεσμά σας. Με έφερε εδώ ένα βαρύ ηθικό καθήκον. Είναι το ίδιο καθήκον που με αναγκάζει εδώ και δύο χρόνια να πηγαίνω σε όλες τις περιοχές της πατρίδας μας που φέρουν το μαύρο αποτύπωμα της ναζιστικής θηριωδίας.
Στις 17 Ιουνίου του 1944, λίγο πριν απαλλαγεί η χώρα από τη γερμανική κατοχή, η Υπάτη προστέθηκε στη ματωμένη αλυσίδα των μαρτυρικών τόπων, που έζησαν τη φρίκη του ναζισμού και κουβαλούν ακόμη τις μνήμες της σφαγής. 63 άτομα, άνδρες γυναίκες παιδιά εκτελέστηκαν με βάρβαρο τρόπο χαράσσοντας ανεξίτηλα με το μαρτύριο τους επιζήσαντες για όλη τη ζωή τους.
Εκδηλώσεις όπως η σημερινή δείχνουν ότι τα ολοκαυτώματα δεν αποτελούν απλώς ιστορία αλλά ζωντανό κομμάτι του παρόντος. Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα που δεν έχει αποζημιωθεί για τα εγκλήματα των ναζί, αν και έχει καταβάλει έναν από τους μεγαλύτερους φόρους αίματος στη διάρκεια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Οι συγγενείς των θυμάτων συνεχίζουν να δίνουν δύσκολες και κουραστικές δικαστικές μάχες, διεκδικώντας όχι τόσο οικονομική αποζημίωση όσο ηθική ικανοποίηση, διεκδικώντας δικαίωση.
Έχοντας ζήσει πολλά χρόνια στη Γερμανία γνωρίζω καλά την οδύνη που έχει βιώσει ο γερμανικός λαός στην προσπάθειά του να λυτρωθεί από το βάρος του ναζιστικού παρελθόντος. Τόσον καιρό μετά από τότε που γύρισε η σελίδα, πολλά ερωτήματα δεν έχουν απαντηθεί για το φαινόμενο του ναζισμού, για το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύχθηκε, για τα υπόγεια ρεύματα που κινήθηκαν στη γερμανική κοινωνία, για τα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής και της ανθρώπινης σκέψης.
Αυτός ο προβληματισμός εξακολουθεί να απασχολεί όσους θέλουν να κατανοήσουν τη διαδικασία με την οποία ο πολεμιστής, ο βασανιστής, εκτελεστής, ο εντολοδόχος του ολοκληρωτισμού περνά απέναντι, φεύγοντας από όλα όσα ορίζουν τον άνθρωπο ως άνθρωπο και τον πολιτισμό ως πολιτισμό.
Ο προβληματισμός αυτός εξακολουθεί να είναι επίκαιρος, αν κοιτάξουμε δίπλα μας, στη Μέση Ανατολή και πρέπει να κοιτάζουμε δίπλα μας γιατί αν η βία πάψει να μας τρομάζει, όταν δεν συμβαίνει στην αυλή μας, μπροστά στο σπίτι μας, πάει να πει ότι συμφιλιωθήκαμε μαζί της κι αυτό σημαίνει συνενοχή.
Στην εποχή μας η έννοια των μαζικών αντιποίνων δεν είναι ξένη. Ο παραλογισμός με τον οποίο οι ναζί σκότωναν αμάχους για να εκδικηθούν για πράξεις αντίστασης συμπατριωτών τους υπάρχει ακόμη. Είμαστε σήμερα εδώ για να ενώσουμε τη φωνή μας με όλους όσοι, σε κάθε γωνιά της γης, εξακολουθούν να φωνάζουν «ποτέ πια». –



