Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Αν. Τασούλας επισκέφθηκε το Κάστρο της Κιάφας στο Σούλι, για να τελέσει τα εγκαίνια του έργου αποκατάστασης και ανάδειξής του, παρουσία της Υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη, του Περιφερειάρχη Ηπείρου Αλέξανδρου Καχριμάνη, των Δημάρχων Σουλίου Αθανασίου Ντάνη και Φιλιατών Παρασκευά Βλάχου και του Βουλευτή Βασίλη Γιόγιακα.
Ακολουθεί ο χαιρετισμός του κ. Τασούλα:
«Αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι,
βλέποντας το τοπίο, το οποίο έχει όλη αυτή την περηφάνια μέσα του, θυμάται κανείς κάποιους στίχους του Σεφέρη που ίσως να ενεπνεύσθη ακόμη και από μια τέτοια επίσκεψή του, σε ένα παρόμοιο μέρος.
Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά / που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα. / Δεν έχουμε ποτάμια, δεν έχουμε πηγάδια, δεν έχουμε πηγές, / μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές, που ηχούν και που τις προσκυνούμε.
Ήχος στεκάμενος κούφιος, ίδιος με τη μοναξιά μας, / ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας. / Μας φαίνεται παράξενο πως κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε /τα σπίτια, τα καλύβια και τις στάνες μας.
Μας φαίνεται παράξενο, πως ένας λαός, εδώ, στο Τετραχώρι του Σουλίου αντιστάθηκε τόσο αποφασιστικά στις πιο πολλές απόπειρες κατάληψης του Σουλίου που έγιναν ποτέ κατά τα προεπαναστατικά κυρίως χρόνια.
Το Σούλι δέχτηκε απανωτές απόπειρες κατάληψης από τους Οθωμανούς και αντιστάθηκε σθεναρά. Μας φαίνεται παράξενο πως φτιάξανε εδώ τα κάστρα, τα καλύβια και τις στάνες τους κάτω από αυτόν τον χαμηλό και αβάσταχτο ουρανό. Μας φαίνεται παράξενο πως οι Σουλιώτες είχαν εγκαθιδρύσει ένα πολίτευμα, θα έλεγα πολεμικής δημοκρατίας, όπου οι φάρες ήταν μέλη αυτής της δημοκρατίας και αποφάσιζαν για την τύχη τους οι ίδιοι.
Μας φαίνεται παράξενο πως αυτός ο αδούλωτος κόσμος εκείνης της εποχής συνέβαλε τόσο αποφασιστικά μετά την Επανάσταση, πολεμώντας σε άλλα σημεία της Ελλάδος, ώστε να ελευθερωθεί. Μας φαίνεται παράξενο πως αυτό το μέρος, παρατημένο επί δεκαετίες και χτυπημένο την άνοιξη του 2020 από ένα σεισμό, που περίπου το αποτελείωσε, που συμπλήρωσε την εγκατάλειψη, πως αυτό το Κάστρο λοιπόν, παρά το ότι χτυπήθηκε έτσι, σήμερα ξαναστήθηκε όρθιο, αποφασιστικό όπως ήταν όταν πρωτοέγινε, λίγο μετά το 1800.
Μας φαίνεται παράξενο, λοιπόν, όπως λέει και ο ποιητής, όλη αυτή η ανάμνηση, όλη αυτή η γενναιότητα, όλη αυτή η επιβίωση, μέσα σε ένα τόσο αφιλόξενο -εκ πρώτης όψεως -περιβάλλον. Βλέπει κανείς ότι αυτοί οι αδούλωτοι Σουλιώτες που τόσο πολύ τους ύμνησε στο μυθιστόρημά του ο σπουδαίος λογοτέχνης από την Άρτα, Μιχαήλ Περάνθης, γράφοντας ένα καταπληκτικό μυθιστόρημα «Οι Σουλιώτες», μπόρεσαν να παραμείνουν ελεύθεροι και μπόρεσαν εν συνεχεία να συμβάλουν στην απελευθέρωση και στην παλιγγενεσία του ελληνισμού.
Στο σκληρό λοιπόν και δυσπρόσιτο τοπίο του Σουλίου, η Κιάφα υπήρξε για αιώνες σύμβολο αντίστασης, αυτονομίας, υψηλού φρονήματος. Είναι ο τόπος όπου οι Σουλιώτες οργάνωσαν την άμυνά τους, διαμόρφωσαν την ιδιότυπη κοινοτική ελευθερία τους -μια πολεμική δημοκρατία όπως είπα – και έγραψαν ιστορία. Είναι ένα από τα πιο ηρωικά καστροχώρια της αυτόνομης Σουλιώτικης Συμπολιτείας πανελλήνιο σύμβολο ανδρείας ηρωισμού και αντίστασης της αδάμαστης, όπως είπαμε, σουλιώτικης ψυχής. Βρίσκεται απέναντι από το Κούγκι, όπου το Δεκέμβριο του 1803 ο Σαμουήλ με μια χούφτα Σουλιώτες διάλεξαν το θάνατο από την παράδοση, ανατινάζοντας την πυριτιδαποθήκη της Μονής.
“Στο Σούλι βγαίνει ο Αυγερινός, στην Κιάφα βγαίνει η Πούλια”, λέει το δημοτικό μας τραγούδι.
Αμέτρητες, λοιπόν, φορές χτυπήθηκε από τους Οθωμανούς, από το 1721 έως και το 1800, επί 80 χρόνια, χωρίς επιτυχία. Και δεν θα παραδινόταν στον Αλή Πασά, τέλη του 1803, μετά από τετράχρονη πολιορκία, αν δεν είχε προηγηθεί προδοσία.
Γιορτάζοντας τη νίκη του, ο Αλή Πασάς θα οικοδομήσει το φρούριο, μια κίνηση που μάλλον εξυπηρετούσε ένα πάθος, παρά τις στρατιωτικές ανάγκες της περιόδου. Ωστόσο μετά την επιστροφή των Σουλιωτών στα πάτρια εδάφη, μετά από αρκετά χρόνια εξορίας, το φρούριο θα γίνει και πάλι ορμητήριό τους έως το 1822, όταν θα αναγκαστούν να εκπατριστούν μετά την ήττα στη Μάχη του Πέτα.
Η αποκατάσταση του Κάστρου της Κιάφας, που σήμερα την καμαρώσαμε, μας επιτρέπει να ξαναδούμε την ιστορία μας, ως υλικό, χειροπιαστό γεγονός. Αυτό το επιβλητικό φρούριο, στην άκρη ενός κόσμου, που καλύπτει όλο το άπλωμα της κορυφής με τις τοξοειδείς εισόδους του, τους πολυγωνικούς προμαχώνες, τις περιμετρικές επάλξεις, τις κανονιοθυρίδες, τα αντερείσματα και τους επιτείχιους οχετούς, τις περιβόητες ζεματίστρες, φανερώνει έναν τρόπο πολέμου, όπου η αντοχή και η επιμονή ήταν εξίσου, αν όχι πιο σημαντικές, με τα όπλα. Μια πολεμική τακτική, όπου η αριθμητική υπεροχή του αντιπάλου αντισταθμιζόταν από τη γνώση του εδάφους, την ταχύτητα, τον αιφνιδιασμό και την ευελιξία.
Οι Σουλιώτες δεν είχαν τακτικό στρατό, αλλά διέθεταν μια κοινοτική πολεμική κουλτούρα όπου κάθε οικογένεια ήταν ταυτόχρονα μονάδα άμυνας και ομάδα μάχης. Όταν λέω οικογένεια, εννοώ φάρα και όταν λέω φάρα, εννοώ πολλές οικογένειες.
“Η Δέσπω κάνει πόλεμο, με νύφες και μ’ αγγόνια” λέει το τραγούδι της Λένως Μπότσαρη που αναφέρεται σε μια από τις επιθέσεις των σταλμένων από τον Αλή Πασά Τουρκαλβανών, εναντίον των Σουλιωτών. Το Σούλι, λοιπόν, είναι τόπος δοξασμένος και οι Σουλιώτες πρότυπα ανδρείας και λεβεντιάς, εξακολουθούν να συγκινούν Έλληνες και Φιλέλληνες.
Η αποκατάσταση του Κάστρου της Κιάφας, δεμένη με τη συνολική ανάδειξη της ιστορικής ταυτότητας του Σουλίου και των επόμενων βημάτων, στην οποία προσβλέπει το Υπουργείο Πολιτισμού, είναι μια πράξη σεβασμού προς ένα φυσικό μνημείο, που πάνω απ’ όλα είναι μνημείο ελευθερίας. Και τέτοια μνημεία ελευθερίας οφείλουμε να τα τιμάμε, να τα προστατεύουμε και να σκεφτόμαστε πάντα πως η επιβίωσή μας επί περισσότερα από τρεις χιλιάδες χρόνια σ’ αυτό το έδαφος, σ’ αυτή την περιοχή που σήμερα λέγεται Ελλάδα, η επιβίωσή μας μέσα απ’ αυτή τη διάρκεια είναι και αυτή παράξενη, κατά τον ορισμό του Σεφέρη.
Αλλά αν κανείς το εξετάσει και μελετήσει την ιστορία, θα δει ότι αυτός ο παράξενος λαός, ο πεισματάρης λαός, με τον ατομισμό του, με τα χαρίσματα και τις αδυναμίες του, αυτός ο λαός, τελικά, στις δυσκολίες ξέρει να ξεπερνάει τα εμπόδια, να στέκεται όρθιος και να συνεχίζει την πορεία του σ’ έναν τόπο ο οποίος είναι χαμηλός, έχει ολόγυρα βουνά, και δεν έχει και πολύ νερό.
Συμβολικά αυτό σημαίνει ότι δεν έχει πλούσιο περιβάλλον για να του δίνει αφθονία υλικών, έχουμε όμως αφθονία αγάπης για την ελευθερία, για την προκοπή, για την ευημερία. Κι αυτή η αφθονία, η ψυχική, μας έφτασε ως εδώ, κι αυτή την αφθονία την ψυχική οφείλω να επικαλεστώ ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, για να βεβαιώσω, πως όπως το παρελθόν μας υπήρξε άξιο προσοχής και σεβασμού και τιμής, έτσι και το παρόν και το μέλλον μπορούν να γίνουν εξίσου άξια.
Σας ευχαριστώ».
Αμέσως μετά, ο κ. Τασούλας ξεναγήθηκε στο αποκατεστημένο μνημείο του Κάστρου Κιάφας από τον Προϊστάμενο της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων Ιωάννη Χουλιαρά.
Νωρίτερα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επισκέφθηκε το Ηρώο στον ιστορικό χώρο του Σουλίου, όπου είχε σύντομη συνομιλία με μέλη πολιτιστικών συλλόγων της περιοχής.



