ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, η ελληνο-αρμενική φιλία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως φιλία αιώνων, αλλά οι σχέσεις μεταξύ των δύο Δημοκρατιών μας ως ανεξάρτητα κράτη άρχισαν να αναπτύσσονται μόνο πρόσφατα. Η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες με τις οποίες η Αρμενία υπέγραψε συμφωνία οικονομικής, βιομηχανικής και τεχνολογικής συνεργασίας λίγο μετά την ανεξαρτησία – στις 20 Ιανουαρίου 1992. Πόσο έχουν προχωρήσει οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών μας από τότε; Ποια είναι η εκτίμησή σας για την παρούσα κατάσταση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών μας και τις δυνατότητες για περαιτέρω ανάπτυξη;
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Είναι αλήθεια ότι η ελληνο-αρμενική φιλία βασίζεται σε δεσμούς που αναπτύχθηκαν από μία κοινή ιστορική πορεία αιώνων. Η σύναψη των μεταξύ μας διπλωματικών σχέσεων επιτεύχθηκε αμέσως μετά την κήρυξη της ανεξαρτησίας της Αρμενίας. Από τότε έχουμε υπογράψει περισσότερες από είκοσι διμερείς συμφωνίες και έχουμε μια εξαιρετική διμερή συνεργασία σε πολλούς τομείς, τόσο στον πολιτικό, όσο και στον οικονομικό και τον πολιτιστικό. Η εξαιρετική μας συνεργασία αντικατοπτρίζεται και στους διεθνείς οργανισμούς, όπου οι δύο χώρες συμμετέχουν, καθώς και στις συχνές επισκέψεις υψηλού επιπέδου. Να σημειώσω ότι ο Πρόεδρος κ.Kocharian επισκέφτηκε την Ελλάδα δύο φορές, το 2000 και το 2005, ενώ ο προκάτοχός μου, κ.Στεφανόπουλος, επισκέφτηκε το Ερεβάν το 1999. Τέλος, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι στηρίζουμε τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Αρμενίας και προσδοκούμε να εμπλουτίσουμε ακόμη περισσότερη τη διμερή συνεργασία μας.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κατά τη γνώμη σας, η συνεργασία των δύο χωρών προχωράει με τον ίδιο βηματισμό σε όλα τα επίπεδα; Για παράδειγμα, η συνεργασία στον οικονομικό τομέα υστερεί σε σχέση με τον στρατιωτικό-πολιτικό; Ποια βήματα μπορούν να γίνουν προς αυτή την κατεύθυνση; Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα τελευταία χρόνια στην Αρμενία καταγράφεται ανάπτυξη σε διψήφια νούμερα, πώς φαντάζεστε τη συμμετοχή της Ελλάδας στην οικονομική ζωή της Αρμενίας;
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν νομίζω ότι ο οικονομικός τομέας έχει μείνει πίσω. Κατά τη διάρκεια των ετών 2000-2006 η Ελλάδα ήταν ο τρίτος μεγαλύτερος ξένος επενδυτής στην Αρμενία, με επενδυμένα κεφάλαια περίπου 214 εκατομμυρίων αμερικανικών δολαρίων. Φυσικά υπάρχουν πάντα περιθώρια για βελτίωση και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο Έλληνες επιχειρηματίες συμμετέχουν στην αντιπροσωπεία που με συνοδεύει. Υπάρχουν τομείς που ακόμα μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης, όπως ο τουρισμός, οι εναλλακτικές πηγές ενέργειας, οι μεταφορές κλπ.
Η οικονομία της Αρμενίας αναπτύσσεται ραγδαία και οι συνθήκες είναι σήμερα για τους επενδυτές περισσότερο ελκυστικές από ότι στο παρελθόν. Η Αρμενία είναι επίσης μία χώρα στρατηγικού ενδιαφέροντος για την αναπτυξιακή πολιτική μας για τα έτη 2007-2011. Ετοιμάζουμε, σε συνεργασία με τη χώρα σας, ένα στρατηγικό σχέδιο το οποίο θα επικεντρώνεται σε συγκεκριμένους τομείς προτεραιότητας, όπως η αγροτική ανάπτυξη, η εκπαίδευση και η ενέργεια. Θα ήθελα να σας υπενθυμίσω ότι κατά τα έτη 2000 – 2005 διεξήγαμε προγράμματα που έφταναν τα $14,040 εκατομμύρια.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Οι Αρμένιοι στρατιώτες που συμμετέχουν στην ειρηνευτική ομάδα του ΟΗΕ στο Κόσσοβο, εκτελούν την αποστολή τους μέσα στην ελληνική στρατιωτική αποστολή, ενώ πολλοί Αρμένιοι αξιωματικοί σπουδάζουν ή εκπαιδεύονται σε ελληνικές ακαδημίες. Η Αρμενία είναι μέλος του Οργανισμού Συνθήκης Συλλογικής Ασφάλειας και η Ελλάδα είναι μέλος του ΝΑΤΟ. Αυτές οι συνθήκες εμποδίζουν τη στρατιωτική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών; Κατά τη γνώμη σας, πόσο κοντά στα διεθνή στρατιωτικά πρότυπα είναι η Αρμενία;
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Οι διμερείς αμυντικές σχέσεις με την Αρμενία βρίσκονται σε υψηλό επίπεδο, καλύπτουν μία πλειάδα δραστηριοτήτων και βελτιώνονται συνεχώς. Αυτό αντανακλάται σε πολλούς τομείς της συνεργασίας μας. Ως παράδειγμα θα ήθελα να αναφέρω τις επιτυχημένες κοινές δραστηριότητες υπό την Ελληνική Στρατιωτική Αποστολή στο Κόσσοβο. Οι μεταρρυθμίσεις τις οποίες υιοθέτησε η Αρμενία στα πλαίσια του προγράμματος IPAP καθορίζουν το επίπεδο σύγκλισης με τα διεθνή στρατιωτικά πρότυπα. Κατανοούμε πλήρως την προσπάθεια που απαιτείται για την ολοκλήρωση των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων και είμαστε πρόθυμοι να συμβάλλουμε αν χρειαστεί.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Στο τέλος του 2006 η Αρμενία έγινε επίσημα μέλος στης Πολιτικής Νέας Γειτονίας της ΕΕ, η οποία προβλέπει την εγκαθίδρυση πολυμερών και διμερών δραστηριοτήτων μέσα σε με περίοδο πέντε χρόνων. Η Ελλάδα περιλαμβάνεται σε αυτό το Πρόγραμμα και τι μπορείτε να προσφέρετε στην Αρμενία;
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Καταρχάς θα ήθελα να τονίσω ότι η χώρα μου είναι ιδιαίτερα ευχαριστημένη με την υπογραφή της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Γειτονίας (ENP) τον Νοέμβριο του 2006 μεταξύ της ΕΕ και των τριών χωρών του Νότιου Καύκασου, συμπεριλαμβανομένης της Αρμενίας.
Μέχρι τώρα έχουμε φέρει σε πέρας πολλά σχέδια στο πλαίσιο της ENP με την Αρμενία. Συγκεκριμένα, σε διμερές επίπεδο, έχει υπάρξει σημαντική συνεργασία στους τομείς του τουρισμού, των επιχειρήσεων, της εκπαίδευσης και της αδελφοποίησης.
Όσον αφορά στις πολυμερείς διαστάσεις της συνεργασίας μας, θα θέλαμε να υποστηρίξουμε την Αρμενία στα πλαίσια της Συνεργίας της Μαύρης Θάλασσας, την οποία πρόσφατα έθεσε σε ισχύ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα πλαίσια της ENP. Θα θέλαμε επίσης να προσφέρουμε τη βοήθειά μας στο Οργανισμό Ευρωπαϊκής Γειτονίας και Συνεργασίας σε σχέση με τη Συνεργασία Διέλευσης Συνόρων, η οποία ακόμα ετοιμάζεται.
Η Ελλάδα επιθυμεί να συνεχίσει τη συνεργασία και να συμβάλει στην περαιτέρω εφαρμογή της ENP στη χώρα σας. Σε κάθε περίπτωση είμαστε πρόθυμοι να προσφέρουμε όποια βοήθεια χρειάζεται σε κάθε επίπεδο ή τομέα που η Αρμενία θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό, ώστε να επιτευχθεί ευημερία και σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ποια είναι η θέση της Ελλάδας για την επίλυση της διένεξης Nagorno–Karabagh; Μπορεί η Αρμενία να βασίζεται στην υποστήριξη της Ελλάδας στα πλαίσια διεθνών fora και Οργανισμών; Πιστεύετε σε ένα ειρηνικό μέλλον στην περιοχή μας;
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Υποστηρίζουμε τις προσπάθειες της Ομάδας Minsk για μια ειρηνική, δίκαιη και βιώσιμη λύση στο θέμα Nagorno–Karabach και καλωσορίζουμε τις απευθείας επαφές μεταξύ των Προέδρων της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν σε σχέση με το θέμα αυτό. Μία λύση του προβλήματος θα συμβάλει στην ειρήνη και τη σταθερότητα ολόκληρης της περιοχής του Καυκάσου. Θα επιτρέψει επίσης στην περιοχή να αναπτύξει ολόκληρο το οικονομικό της δυναμικό και θα δώσει στις νεότερες γενιές την ευκαιρία για ένα λαμπρότερο μέλλον.



