Κύριε Δήμαρχε,
Σεβασμιώτατε,
Δεν έχω σκοπό να μιλήσω σήμερα. Όπως άλλοτε, σε τέτοιες επίσημες μέρες μου δίδεται η ευκαιρία, πέραν της εκφράσεως των συναισθημάτων μου να πω και μερικούς γενικούς λόγους. Αλλά αυτόν τον καιρό έχω πολύ μιλήσει και δεν χρειάζεται να συνεχίσω να ομιλώ. Είναι ο καιρός της σιωπής, ο οποίος άλλωστε έρχεται για μια οριστική σιωπή, την οποία πρέπει να σεβαστώ ευθύς ως τελειώσει η θητεία μου.
Ήθελα μόνο να πω ότι για τους Καλαβρυτινούς και για εκείνους που συνδέονται με τα Καλάβρυτα, κάθε ημέρα είναι ημέρα μνήμης εδώ, σ’αυτή την περιοχή. Είναι όμως μερικές ημέρες πιο σημαντικές. Και πέραν από τις 13 Δεκεμβρίου του 1943 και των επετείων που επανέρχονται κάθε χρόνο, αυτή η ημέρα των εγκαινίων του Μουσείου του Ολοκαυτώματος, θα διευκολύνει όλους να συνεχίσουν να θυμούνται.
Γιατί ας πούμε μια αλήθεια, όσο και αν δεν είναι ευχάριστη, η μνήμη αδυνατεί. Δεν αδυνατεί για εκείνους που έζησαν τα γεγονότα, αλλά για εκείνους που απλώς τα γνωρίζουν. Η μνήμη κάθε χρόνο που περνά η επέτειος φέρνει και μια δυσκολία στην επαναφορά του γεγονότος.
Αυτά, λοιπόν, τα σημερινά εγκαίνια έχουν αυτή τη σημασία. Το Μουσείο για το οποίο δεν έπραξα τίποτα και για το οποίο αδίκως δέχομαι τις ευχαριστίες σας, και εσάς κύριε Δήμαρχε και εσάς Σεβασμιώτατε, θα επιτρέψει και θα διευκολύνει όλους να θυμούνται περισσότερο, τη μνήμη που πρέπει να παραμείνει ακέραια και ζωντανή. Δηλαδή να διατηρούν τη μνήμη μέσα στην ψυχή τους για το μεγάλο αυτό ιστορικό γεγονός, που είναι γεγονός πένθους και δακρύων και πάθους, το οποίο όμως σήμερα είναι μια σελίδα ολόλαμπρη της ελληνικής ιστορίας.
Και με αυτούς τους λόγους θέλω να εκφράσω για άλλη μια φορά τον βαθύτατο σεβασμό για εκείνους που σκοτώθηκαν, αλλά και για τους επιζώντες, που μπόρεσαν να ξανα-αναστήσουν τα Καλάβρυτα.-



