«Η ελληνική γλώσσα ρέει μέσα στο χρόνο ως Μαίανδρος λεπτοφυής, ως ηρακλείτειο ποτάμι. Γιατί, αν την δούμε μέσα στο χρόνο, η γλώσσα είναι τόσο όμοια και τόσο ανόμοια, όσο και τα νερά ενός ποταμού, που μέσα τους δεν μπορεί κανείς να λουστεί δυο φορές.
Η αέναος ροή διασφαλίζει και τη διάρκεια μέσα στους αιώνες και την αλλαγή. Οι βαθιές τομές στη ζωή ενός έθνους επηρεάζουν και την εξέλιξη της γλώσσας του, προκαλώντας μεταβολές που γίνονται ορατές ύστερα από καιρό.
Πολλές φορές μάλιστα, οι αλλαγές αυτές θεωρούμε ότι αλλοιώνουν απειλητικά τη γλώσσα, σε σημείο που να κινδυνεύει.
Ο Σεφέρης όμως έλεγε ότι «ο Θεός μας χάρισε μια γλώσσα ζωντανή, εύρωστη, πεισματάρα και χαριτωμένη, που αντέχει ακόμη, μολονότι έχουμε εξαπολύσει όλα τα θεριά για να τη φάνε…».
Η ελληνική γλώσσα έχει πολλές φορές γίνει αντικείμενο συζητήσεων σε κύκλους φιλολογικούς, λογοτεχνικούς, φιλοσοφικούς, αλλά και απλών μη ειδικών, μέσα στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Υπάρχουν εκείνοι που βλέπουν την οφθαλμοφανή συνέχεια της γλώσσας μας από την ελληνική αρχαιότητα, αλλά και εκείνοι που την αρνούνται ή, ακόμη, και τη μάχονται.
Όποια κι αν είναι όμως η θέση τους, ένα είναι το βέβαιο: όλοι τους παραδέχονται το «θαύμα» της ελληνικής από άποψη γλωσσικής ευελιξίας, ακρίβειας, λεξιλογικού πλούτου. Είναι κύρια βάση πολλών γλωσσών. Είναι μια γλώσσα μέτοχος κι αναπόσπαστο μέρος ενός απαράμιλλου πολιτισμού.
Χαιρετίζοντας την έναρξη του Συνεδρίου, σας εύχομαι ένα γόνιμο και δημιουργικό διάλογο, που θα συμβάλει στη διάδοση της ελληνικής γλώσσας. Ο σκοπός αυτός δεν είναι απλά εθνικός. Είναι συλλογικό χρέος απέναντι στην Ιστορία.
Ξεκινώντας από τον Όμηρο και φτάνοντας ως τον Ελύτη, όσοι έρχονται σε επαφή με την ελληνική γλώσσα, γοητεύονται από την εσωτερική λογική της σύνταξης, από το συνδυασμό του ήχου και της σημασίας.
Η ελληνική γλώσσα αποτελεί σημείο αναφοράς για την παγκόσμια διανόηση και αποτελεί πρόκληση για την ελληνική πολιτεία η αποτελεσματικότητα στην προσπάθεια διάδοσής της.
Κλείνοντας τον χαιρετισμό μου, δεν μπορώ να μην παραθέσω την αναφορά του Οδυσσέα Ελύτη για την ελληνική γλώσσα, στον «Κήπο με τις αυταπάτες»:
«Στο μικρό διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στην «Απελευθερωμένη Ιερουσαλήμ» και την «Ερωφίλη», οι απόφοιτοι του Καίμπριτζ, της Ecole Normale και της Σορβόννης κατάφεραν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να περπατήσουν πάνω στ’ αχνάρια των μύθων που βρήκαν δοσμένους, τις Αντιγόνες και τους Οιδίποδες, τους Ορέστηδες και τις Ηλέκτρες. Λησμονώντας ότι μες στο λεξιλόγιό τους υπάρχουν συν τοις άλλοις και δεκάδες χιλιάδες λέξεις της ελληνικής. Και το πιο διασκεδαστικό καταντά να είναι ότι μήτε πήγε ποτέ ο νους τους πως μετά 3.000 χρόνια ο ίδιος λαός στην ίδια γη εξακολουθεί να ομιλεί την ίδια γλώσσα, με την έννοια ότι και ο λιγότερο εγγράμματος, κυρίως αυτός ο οπωροπώλης και ο αρτοποιός, εξακολουθεί να λέει τον ουρανό ουρανό και την θάλασσα θάλασσα. Αυτά λέγονται στην γλώσσα την δική μου και είναι τα μικρά πένθη της ούπω έτι γεννηθείσης Ενωμένης Ευρώπης.»
ΚΑΡΟΛΟΣ ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ»



