Πράγματι, το Φεστιβάλ Βιβλίου, το οποίο και απόψε εγκαινιάζομε όπως και τις άλλες χρονιές, είναι μια μεγάλη γιορτή, της οποίας την πολιτιστική σημασία κανείς δεν αρνείται. Είναι γιορτή γιατί γίνεται μπροστά στον κόσμο, είναι γιορτή γιατί η έννοια του φεστιβάλ έχει αυτό τον χαρακτήρα, είναι γιορτή γιατί μας μαθαίνει για την κίνηση του βιβλίου το χρόνο που πέρασε, για τις εκατοντάδες των περιπτέρων εκδοτών που συγκροτούν το φεστιβάλ, για τις χιλιάδες των τίτλων που εκτίθενται, για τις χιλιάδες των τίτλων που εκδόθηκαν τον περασμένο χρόνο. Και όλοι μ” ένα αίσθημα ευχαρίστησης συμμετέχουμε σ” αυτή τη γιορτή, η οποία βεβαίως κάθε φορά επιτρέπει και τη διατύπωση σωστών παραπόνων και από την άλλη πλευρά τον αντίλογο του υπουργού Πολιτισμού, για τη βοήθεια την οποία παρέχει στους εκδότες και στην κυκλοφορία του βιβλίου.
Αυτή την ευχάριστη ατμόσφαιρα του Φεστιβάλ, την οποία την αισθάνομαι ήδη δι” ογδόην φοράν, διότι οκτώ χρόνια προσέρχομαι σ” αυτήν την τελετή, και εάν η ζωή το επιτρέψει θα προσέλθω άλλες δύο χρονιές προτού συμπληρώσω τη θητεία μου, αυτή την ευχάριστη εορταστική ατμόσφαιρα ήρθε να διαταράξει τις τελευταίες ημέρες μία είδηση, η οποία προέρχεται από τη Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, η οποία απεφάνθη ότι οι Έλληνες είναι πρώτοι στην παρακολούθηση της τηλεοράσεως και τελευταίοι στην ανάγνωση των βιβλίων.
Οποία εντροπή! Βεβαίως, πάντοτε γνωρίζαμε ότι η τηλεόραση επικρατεί του βιβλίου δυστυχώς και ενώ χάνουμε πάρα πολλές ώρες παρακολουθώντας καλές και κακές εκπομπές, δεν θέλω να πω ποιες είναι οι περισσότερες και ποιες είναι οι λιγότερες, πολύ λιγότερο ασχολούμεθα με το να διαβάζουμε τα βιβλία, ο καθένας στον τομέα εκείνο που τον ενδιαφέρει. Άλλος ενδιαφέρεται για τη λογοτεχνία, άλλος για βιβλία γνώσεων, άλλος για ιστορικά, φιλοσοφικά και ούτω καθεξής, άπειρες κατηγορίες, άπειρα βιβλία, άπειρες δυνατότητες μαθήσεως και ψυχαγωγίας.
Βεβαίως σήμερα, από τον κύριο Πρόεδρο των Εκδοτών εδόθη μία εξήγηση – ή τουλάχιστον επεχειρήθη να δοθεί μια εξήγηση για τη μικρή κυκλοφορία του βιβλίου – η οποία δεν ανυψώνεται από τον μεγάλο αριθμό των βιβλίων που κυκλοφορούν. Αντιθέτως, παρά τον μεγάλο αριθμό καινούργιων τίτλων, εμφανίζονται τα βιβλία να μην απασχολούν τόσο πολύ τους Έλληνες και η εξήγηση η οποία εδόθη είναι η οικονομική κρίση, η οικονομική δυσχέρεια, η οποία δεν απαγορεύει στους συμπολίτες μας και να κυκλοφορούν με τα αυτοκίνητά τους και να μεταβαίνουν στα κέντρα διασκεδάσεως και να τρώνε το βράδυ στις ταβέρνες. Πολύ καλά κάνουν και αλλοίμονο αν δεν διασκεδάσει ο οιοσδήποτε, ευτυχής ή δυστυχής, Έλλην, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες της ζωής.
Αλλά αυτό, πιστεύω, ότι του επιτρέπει συγχρόνως να πληρώσει και πέντε, έξη, δέκα χιλιάδες το χρόνο για να αγοράσει τουλάχιστον ένα βιβλίο. Διότι εάν υποθέσω ότι από τους 6.000 τίτλους που κυκλοφορούν ετησίως ένας μέσος αριθμός πωλουμένων βιβλίων είναι μεταξύ 500 και 1000, ίσως oλιγότερα αλλά κάπου εκεί φαντάζομαι, τρία με έξη εκατομμύρια βιβλία να αγοράζονται ετησίως. Είναι πολύ μικρός ο αριθμός για μια χώρα, η οποία έχει μερικές οικονομικές δυνατότητες παρά την οικονομική κρίση, την οποία όλοι αναγνωρίζουμε. Δεν ισχυρίζομαι ότι οι Έλληνες έγιναν πλούσιοι, πολύ απέχουν από το να γίνουν πλούσιοι. Αλλά λίγα χρήματα για να διαθέσουν για το βιβλίο υπάρχουν.
Άρα, πρέπει να αναζητήσουμε αλλού τη θεραπεία του κακού και πρέπει να συμβάλλουμε όλοι σ” αυτή τη θεραπεία. Ένας από τους τρόπους της θεραπείας είναι οι σχολικές βιβλιοθήκες και γενικότερα η λειτουργία των βιβλιοθηκών, που είναι αναγκαίος όρος για την πολιτιστική ανάπτυξη του λαού μας. Και είναι δυσάρεστο όταν βλέπει κανείς τον πολιτισμό να ανθεί στην Ελλάδα, διότι έχουμε εξαιρετικούς μουσικούς και εξαιρετικές ορχήστρες, έχουμε συγκροτήματα χορού που στέκονται πάρα πολύ καλά και διεθνώς, έχουμε ζωγράφους εκλεκτούς, έχουμε λογοτέχνες και ποιητές οι οποίοι θαυμάζονται πανελληνίως, και γιατί όχι και πανευρωπαϊκώς και παγκοσμίως, και υστερούμε στην κυκλοφορία του βιβλίου, ένας τομέας πολιτισμού στον οποίο πράγματι υποφέρουμε.
Βιβλιοθήκες, λοιπόν, αρχής γενομένης από την Εθνική μας Βιβλιοθήκη, η οποία έπειτα από πολλά χρόνια επισκευάζεται και ακόμα δεν είμαστε βέβαιοι ότι κάποιο συμπλήρωμα της Εθνικής Βιβλι
οθήκης που είναι απαραίτητο πρόκειται σύντομα να ανεγερθεί, ώστε να στεγάσει τις χιλιάδες και εκατοντάδες χιλιάδες βιβλίων που κάθε χρόνο προστίθενται στα ήδη υπάρχοντα βιβλία.
Και οι σχολικές βιβλιοθήκες είναι οπωσδήποτε μια πολύ μεγάλη ανάγκη. Υπάρχουν ήδη περί τις 500 σχολικές βιβλιοθήκες, οι οποίες ας το ομολογήσουμε, δεν λειτουργούν ικανοποιητικά. Και δεν λειτουργούν ικανοποιητικά διότι δεν έχουν βιβλιοθηκονόμους. Έχουν πολύ ολίγους επαγγελματίες επιστημονικά καταρτισμένους βιβλιοθηκονόμους και στις υπόλοιπες έχει ανατεθεί το έργο του βιβλιοθηκονόμου σε κάποιους εκ των κυρίων και κυριών καθηγητών. Άλλοι κατορθώνουν να ανταποκριθούν σε αυτές τις πρόσθετες υποχρεώσεις και άλλοι δεν το κατορθώνουν.
Η δε καινούργια σειρά των νέων 500 βιβλιοθηκών, η οποία είναι υπό τη στήριξη του Κοινοτικού Προγράμματος Σύγκλισης, έχει ανατεθεί στους κυρίους περιφερειάρχες, εξ όσων γνωρίζω, οι οποίοι λόγω των πολλών ασχολιών τους δεν μπορούν να επαρκέσουν και σ” αυτή την πρόσθετη φροντίδα και υπάρχει ένα εμπόδιο, το οποίο ήκουσα με πολλή μεγάλη ευχαρίστηση από τον κύριο Αλευρά ότι πρόκειται να αντιμετωπισθεί και να παραμερισθεί με την επέμβαση των κυρίων υπουργών Πολιτισμού και Παιδείας.
Συνήθως, σ” αυτές τις γιορτές εξαντλούμε όλα τα επιχειρήματά μας υπέρ του βιβλίου και καλούμε τους αναγνώστες να προσέλθουν ή να γίνουν οι πολίτες αναγνώστες. Εφέτος, δεν έχω καινούργια επιχειρήματα να προσθέσω εις όσα επεχείρησα να διατυπώσω τα προηγούμενα χρόνια και θα μου επιτρέψετε απλώς και πάλι αυτοσχεδιάζων, όπως αυτοσχεδίασα και πέρυσι, να κάνω μία πρόταση.
Πέρυσι είχα πει, απευθυνόμενος κυρίως προς τους γονείς, ότι πρέπει οι γονείς όταν τα παιδιά τους αρχίζουν να επιθυμούν το διάβασμα, να ενισχύουν αυτή την επιθυμία των παιδιών υποδεικνύοντάς τους μερικούς τίτλους, αναλόγως της ηλικίας των παιδιών τους, τους οποίους να τους καλέσουν να τα διαβάσουν προμηθεύοντάς τους αυτά τα βιβλία, προκειμένου σιγά-σιγά να συνηθίσουν στην ανάγνωση και να γίνουν φιλαναγνώστες.
Τώρα, εκ των υστέρων, αντιλαμβάνομαι την ανοησία της προτροπής, διότι όσοι γονείς είναι σε θέση να δώσουν αυτές τις συμβουλές προς τα παιδιά τους ασφαλώς το έχουν κάνει. Και εκείνοι οι γονείς που δεν είναι σε θέση να το κάνουν, τι τους προτείνω να συμβουλεύσουν, αφού δεν έχουν τη δυνατότητα οι καημένοι, είτε για λόγους βιοτικών αναγκών είτε για λόγους περιορισμένης παιδείας είτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο.
Άρα, τι πρέπει να κάνουμε για να συμβουλεύουμε τα παιδιά μας; Πρέπει να απευθυνθούμε, πιστεύω, και πάλι στους καθηγητές μας και στους δασκάλους μας. Εκείνων είναι στα καθήκοντά τους αυτή η συμβουλή να δοθεί. Πρέπει να συγκεντρώσουν με τη βοήθεια των εκδοτών μας διαφόρους τίτλους βιβλίων καταλλήλους για κάθε ηλικία παιδιών και όχι μόνο να τα προτρέψουν να τα διαβάσουν, αλλά σε κάποιο μάθημα νέων ελληνικών να έχουν κάθε χρόνο ένα βιβλίο, το οποίο να το διαβάζει όλη η τάξη μαζί, να το αναλύουν στους μαθητές, να επισημαίνουν την ομορφιά της γλώσσας, την ομορφιά της σκέψης, τον τρόπο με τον οποίο η λογοτεχνία αναπτύσσει τις οποιεσδήποτε ιδέες της και να μπορέσουν μ” αυτόν τον τρόπο να συμβάλουν στο να αγαπήσουν τα παιδιά μας το βιβλίο.
Και αυτό πρόχειρη σκέψη είναι, ενδεχομένως και αυτή όχι μεγαλυτέρας αξίας από εκείνη που είπα πέρυσι, αλλά εν πάση περιπτώσει τι άλλο να κάνουμε για να δώσουμε στα παιδιά μας την ώθηση να διαβάζουν τα βιβλία που είναι τόσο αναγκαία και να εγκαταλείπουν για λίγο την τηλεόραση. Γιατί, εξ όσων γνωρίζω για τις παιδικές συνήθειες, τα παιδιά τα συνηθίζουμε κακώς αντί στην ανάγνωση του βιβλίου, στην παρακολούθηση διαφόρων τηλεοπτικών η βιντεοσκοπημένων εκπομπών, που κάθε άλλο παρά ενισχύουν το μυαλό τους, ανοίγουν καινούργιους ορίζοντες δράσης μπροστά τους και τα προτρέπουν να γίνουν φιλαναγνώστες.
Με την ελπίδα, λοιπόν, ότι στην προσπάθειά μας να συγκλίνουμε προς την Ευρώπη δεν θα παραλείψουμε και αυτόν τον τομέα, ο οποίος αξίζει περισσότερον ίσως παντός άλλου, να υπάρχει σ” αυτό προσπάθεια σύγκλισης πέραν της προσπαθείας για την οικονομική σύγκλιση, η οποία ακολουθεί τη βραδεία πορεία της – εκ των πραγμάτων βραδεία – να κοιτάξουμε να επισπεύσουμε την πολιτιστική ανάπτυξη του τόπου μας, διότι είναι απαράδεκτον η Ελλάς να υστερεί πολιτιστικώς απέναντι των άλλων χωρών της Ευρώπης. Και θα πρέπει να προτρέψο
υμε όλους, κυρίως τους νέους, των οποίων η παρουσία είναι πολύ σημαντική σ” αυτά τα φεστιβάλ, διότι οι νέοι είναι κυρίως εκείνοι οι οποίοι περιδιαβάζουν τα διάφορα περίπτερα και ενημερώνονται για τα καινούργια βιβλία, να τους προτρέψουμε να γίνουν ακόμη περισσότερο φιλαναγνώστες απ” ότι μέχρι σήμερα είναι.
Και με αυτή την ελπίδα, θέλω να ευχαριστήσω τον Σύνδεσμο Εκδοτών διότι με κάλεσε και εφέτος και να σας ζητήσω να με συγχωρήσετε γι” αυτή την ομιλία, η οποία διήρκεσε κάπως περισσότερο απ” όσο ίσως έπρεπε.
Κηρύσσω, λοιπόν, τα εγκαίνια, την έναρξη και αυτού του εφετινού Φεστιβάλ, ευχόμενος τα βέλτιστα για όλους μας, για το βιβλίο και για τον πολιτισμό μας.



