«Αγαπητέ κύριε Δήμαρχε,
Επιτρέψτε μου αυτή την προσφώνηση, γιατί την αισθάνομαι ειλικρινώς. Γνωριζόμεθα πολλά χρόνια, σας εκτιμώ εξαιρετικά, αλλά η αγάπη μου και η εκτίμησής μου δεν αναφέρεται μόνο στο πρόσωπό σας, αναφέρεται σε όλους τους εκπροσώπους των αρχών της Θεσσαλονίκης και όλους θέλω να ευχαριστήσω για την πολύ ευγενική και φιλόξενη υποδοχή, την οποία μου κάνουν για δέκατη σήμερα φορά.
Θέλω να ομολογήσω ότι με πικρία σκέπτομαι ότι είναι η τελευταία φορά που επισήμως έρχομαι στη Θεσσαλονίκη αυτές τις σπουδαίες μέρες της 26ης, 27ης και 28ης Οκτωβρίου. Πικρία, όχι διότι θα εγκαταλείψω τον θώκον του Προέδρου της Δημοκρατίας. Αυτό όχι μόνον είναι αναπόφευκτο, αλλά είναι και αναγκαίο, διότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ορθώς έχει ρυθμιστεί να μην υπηρετεί περισσότερο από δύο θητείες, διότι δεν υπάρχει κανείς λόγος να αντικαταστήσομε τον βασιλικό θεσμό με έναν προεδρικό θεσμό, ο οποίος θα διαρκεί περισσότερο.
Η Δημοκρατία είναι το πολίτευμα, το οποίον έχει ως αρχή, οι αρχές του να μη διαρκούν περισσότερο ενός ορισμένου χρονικού ορίου και να αντικαθίστανται από άλλες, εις τρόπον ώστε όλοι οι πολίτες να μπορούν και να έχουν δικαίωμα να διεκδικήσουν τα υψηλότερα και τα οποιαδήποτε άλλα αξιώματα τους προσφέρονται.
Αλλά, η πικρία μου αυτή οφείλεται στο γεγονός, πρώτον, της ευγενικής υποδοχής σας. Κάθε φορά μου λέτε τόσο ευγενικά λόγια, ώστε αισθάνομαι υποχρεωμένος απέναντί σας και δεν γνωρίζω πώς να απαντήσω σε αυτούς τους ευγενικούς λόγους, τους οποίους δεν μπορώ ούτε να αποδεχθώ, διότι η αγάπη σας σάς κάνει να τους εκφωνείτε, ούτε βεβαίως να τους αποκρούσω, διότι η ευγένειά σας δεν το επιτρέπει σε μένα και θα πρέπει να ανταποδώσω την ευγένεια στη δική σας ευγένεια.
Λυπούμαι, διότι είναι πολύ σπουδαίες αυτές οι τρεις ημέρες για μένα στη Θεσσαλονίκη. Είναι σπουδαίες, γιατί ξαναβλέπω αυτή τη μεγάλη και όμορφη πόλη, είναι σπουδαίες γιατί εορτάζουμε τα μεγάλα αυτά περιστατικά, των οποίων την επέτειο και την ιστορική σημασία σημειώσατε ήδη. Είναι σπουδαίες, γιατί ξαναβλέπω τον κόσμο της Θεσσαλονίκης, τους Μακεδόνες Θεσσαλονικείς, οι οποίοι έχουν έναν άλλο τρόπο σκέψεως που τους ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους συμπατριώτες μας.
Αλλά είναι πολύ σπουδαίο για μένα να βλέπω κάθε φορά τη Θεσσαλονίκη πιο όμορφη απ΄ ό,τι την άφησα την προηγούμενη χρονιά. Οι πόλεις οφείλουν να ομορφαίνουν. Οφείλουν και να διατηρούν την παλιά τους ομορφιά και να μην την καταστρέφουν και οφείλουν και να την αυξάνουν, να την πολλαπλασιάζουν –και η Θεσσαλονίκη το επιτυγχάνει. Βεβαίως, σε όλες τις πόλεις μας –και στη Θεσσαλονίκη- δεν διατηρήσαμε την παλιά τους ομορφιά. Αλλά αυτό συνέβη προ πολλών ετών, εις τρόπον ώστε να μην μπορεί κανείς να εκφράσει την πικρία του γι΄ αυτό το γεγονός, το οποίο δεν μπορούσε ίσως να συμβεί αλλιώς και το οποίο δεν έχει αναστροφή και υποχώρηση εις το παρελθόν.
Αλλά η Θεσσαλονίκη έχει πάρα πολλές δυνατότητες και ως μια μεγάλη και όμορφη πόλις και ως πόλις όλων αυτών των ανθρώπων που σημειώσατε, καθηγητών, σοφών, σπουδαίων, με μια ιστορία, η οποία ανατρέχει σε τόσους αιώνες και με μια ιστορία που της επιφυλάσσει ακόμη στο μέλλον πάρα πολλές σπουδαίες σελίδες. Γιατί, η Θεσσαλονίκη είναι μια κορυφαία πόλις των Βαλκανίων. Θα ήθελα , ίσως, να τη χαρακτηρίσω πρωτεύουσα των Βαλκανίων, αλλά αυτό θα θίξει άλλες πρωτεύουσες πραγματικές, οι οποίες υπάρχουν σε άλλα κράτη. Η Θεσσαλονίκη είναι μία πρωτεύουσα, υπό την έννοια του ότι έχει πρωτεία, ότι έχει πολλές ικανότητες, οι οποίες τη θέτουν σε μία πρώτη σειρά. Δεν είναι πρωτεύουσα υπό την έννοια της διοικητικής ονομασίας, αλλά είναι πρωτεύουσα πόλις.
Για όλους αυτούς τους λόγους, αισθάνομαι την πικρία που είπα προηγουμένως, αν και οι ημέρες αυτές δεν είναι ημέρες πικρίας, είναι ημέρες εορτής θρησκευτικής και ημέρες σπουδαίων Επετείων.
Πολύ καλά εκάματε, κύριε Δήμαρχε, να μνημονεύσετε και το έτος του Παύλου Μελά. ΄Έχουμε πάρα πολλές ιστορικές υποχρεώσεις σε αυτή τη μεγάλη προσωπικότητα, η οποία με το θάνατό της, με τη θυσία της, που επήλθε λίγο καιρό, αφού έφτασε στα χώματα της Μακεδονίας για δεύτερη φορά, μπόρεσε να συνεγείρει το ελληνικό ΄Έθνος και όλους εκείνους που έσπευσαν στη Μακεδονία, μαζί με τους εντόπιους πολέμαρχους και απλούς στρατιώτες, μέλη των ανταρκτικών οργανώσεων, να πολεμήσουν για τη Μακεδονία. Να εξασφαλίσουν την ελληνική επιρροή και το ελληνικό χρώμα της και, μετά από λίγα χρόνια, το 1912, να επιτύχουμε την ελευθερία της και την ένωσή της με την υπόλοιπη Ελλάδα.
Αλλά, οφείλω να απαντήσω και σε αυτά που είπατε, κύριε Δήμαρχε, επίσης τα πολύ σωστά, γι΄ αυτή τη δεκαετία της πολιτικής ηρεμίας και προόδου του τόπου μας. Δεν έκαμα εγώ τίποτα για να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που επετεύχθη. Εγώ απλώς ήμουν τυχερός, διότι εκλήθην να υπηρετήσω από αυτή τη θέση την Πατρίδα, σε μια περίοδο που η Πατρίς, από απόψεως πολιτικής, ευρέθη στο υψηλότερο σημείο των τελευταίων χρόνων. ΄Ηταν μια περίοδος πολιτική, η οποία θα διαρκέσει και θα βελτιωθεί και στο μέλλον και η οποία δεν άφηνε κανένα περιθώριο ανησυχίας σε κανέναν, ούτε, βεβαίως, στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ήταν μια περίοδος που οι θεσμοί λειτούργησαν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, μια περίοδος που ανέδειξε πραγματικά τη σημασία και τη σπουδαιότητα του δημοκρατικού πολιτεύματος. Μια περίοδος την οποία πρέπει να αφιερώσουμε στον ελληνικό λαό και να αναγνωρίσουμε ότι οφείλεται σε αυτόν. Αυτός ενήργησε, αυτός εστήριξε και υπέδειξε εις τα κόμματα πώς να συμπεριφέρονται, αυτός είναι ο κύριος πρωταγωνιστής σε όλα τα δημοκρατικά πολιτεύματα. Αυτός είναι υπεύθυνος, όταν οι δημοκρατίας δεν λειτουργούν ομαλώς και αυτός είναι ο άξιος επαίνου, όταν οι δημοκρατίες δεν λειτουργούν ομαλώς και αυτός είναι ο άξιος επαίνου, όταν οι δημοκρατίες –όπως εν προκειμένω- λειτουργούν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Έχω, λοιπόν, και λόγους ευχαριστήσεως να αναλογίζομαι αυτή τη δεκαετία, η οποία, επαναλαμβάνω, όχι διά λόγους οι οποίοι αναφέρονται στο πρόσωπό μου, αλλά δια λόγους άλλους, γενικότερους και λαϊκούς, δηλαδή, δια λόγους που αναφέρονται στο λαό, έχουμε όλοι μας την υπερηφάνεια να αναλογιζόμεθα τι προόδους έκαμε η χώρα μας. Προόδους πολιτικές, κατά κύριο λόγο, οι οποίες είναι προϋπόθεση για πάσαν άλλη μορφή προόδου και ευημερίας.
Είμαι βέβαιος, κύριε Δήμαρχε, ότι η Θεσσαλονίκη μας –επιτρέψτε μου αυτό το «μας», όχι διότι είμαι Πρόεδρος Δημοκρατίας, αλλά, διότι είμαι επίτιμος δημότης και έχω, όπως είπατε, το Κλειδί της Πόλεως- θα συνεχίσει να ευτυχεί, θα συνεχίσει να ομορφαίνει. Θα συνεχίσει να αναπτύσσεται, θα συνεχίσει να οδηγεί το ελληνικό άρμα προς τα εμπρός. Διότι, όσα συμβαίνουν στη Θεσσαλονίκη αποτελούν ένδειξη του τι συμβαίνει σε όλη την Ελλάδα.
Για όλους αυτούς τους λόγους, σας ευχαριστώ άλλη μια φορά και παρακαλώ να δεχθείτε τις ειλικρινείς και θερμές ευχές μου, μαζί με τις ευχαριστίες μου, η Θεσσαλονίκη πάντοτε να λάμπει, πάντοτε να είναι μια σπουδαία πόλις, πάντοτε να διακρίνεται εν μέσω των άλλων πόλεων της Ελλάδος.



