Σεβασμιώτατε,
Κύριε Αντιπρόεδρε της Βουλής,
Κύριε Νομάρχα,
Κύριε Δήμαρχε,
Κυρίες και Κύριοι,
Έχομε μία υποχρέωση απέναντι όλων των εκτελεσθέντων κατά καιρούς από τα γερμανικά στρατεύματα, τα οποία προβάλλουν ορισμένες δικαιολογίες. Είμαστε υποχρεωμένοι να πούμε μερικά πράγματα γι’αυτούς τους ανθρώπους σαν ύστατη εκπλήρωση υποχρεώσεως.
Ο πόλεμος είναι μια πολύ σκληρή πραγματικότης, αλλά αυτή τη σκληρή πραγματικότητα οι ανθρωπιστές σε όλον τον κόσμο προσπάθησαν να την απαλύνουν με υποχρεώσεις, τις οποίες επέβαλαν σε όλα τα κράτη από την εποχή της ειρήνης. Και ήταν η συνθήκη της Γενεύης εκείνη την εποχή, η οποία ίσχυε για όλα τα εμπόλεμα κράτη. Ισχύει και ακόμη και δεν ξέρω εάν και σήμερα τηρούνται οι όροι και οι υποχρεώσεις που επιβάλλει.
Αλλά, εν πάση περιπτώσει, εμείς θα μιλήσουμε για τα όσα έγιναν για την Ελλάδα. Έλεγαν λοιπόν, οι Γερμανοί ότι η συνθήκη αυτή τους επιτρέπει τους αντάρτες τους οποίους συναντούσαν να τους σκοτώνουν, να μην τους συλλαμβάνουν αιχμαλώτους, διότι δεν ήταν επίσημος στρατός, άρα δεν είχαν απέναντί τους καμία υποχρέωση. Θα το δεχθούμε. Αφού δεν ήταν ανεπίσημος στρατός μπορούσαν να σκοτώνουν. Βεβαίως, σ’αυτό το σημείο πρέπει να πούμε ότι καμία απαγόρευση δεν μπορεί να ισχύσει εναντίον της ελευθερίας των ανθρώπων. Και κάθε λαός, ο οποίος κατέχεται από άλλη ξένη δύναμη, δικαιούται να αντιστέκεται είτε το λένε οι συνθήκες, είτε δεν το λένε οι συνθήκες. Το λέει η υψίστη επιταγή της ελευθερίας.
Αλλά, μέχρι εκείνου του σημείου θα μπορούσαμε να δεχθούμε ότι μπορούσαν να σκοτώνουν του αντάρτες όπου τους συνελάμβαναν. Εδικαιούντο να σκοτώνουν και τους αθώους ανθρώπους; Εδικαιούντο να σκοτώνουν σαν αντίποινα για όσα έκαναν οι αντάρτες, παιδιά, γυναίκες;
Και αυτό σε ένα βιβλίο που έγραψε ένας Γερμανός που αναζήτησε την ιστορία του πατέρα του, ο οποίος υπηρέτησε σε μια ορεινή μεραρχία στην Πελοπόννησο και αναφέρεται μόνο σε γεγονότα της Πελοποννήσου, λέει ότι όταν έφθασαν οι Γερμανοί, κατά την περίοδο που εμνημονεύσατε στην ομιλία σας στην εκκλησία, κύριε Δήμαρχε, παρουσίασαν στον Χίτλερ να υπογράψει την απόφαση των αντιποίνων. Και προέβλεπε η απόφαση, για κάθε Γερμανό να εκτελούνται δέκα Έλληνες. Και ο Χίτλερ, προτού υπογράψει προσέθεσε ένα μηδενικό στο τέλος και το έκανε για κάθε έναν εκατό άνθρωποι! Εδώ δεν μπόρεσαν να συγκεντρώσουν εκατό ανθρώπους για κάθε Γερμανό. Εξετέλεσαν 118.
Τι είδους σκληρότητα ψυχής είναι αυτή, που επιτρέπει με ένα μηδενικό να αυξάνεις τον αριθμό των θυμάτων, να τον δεκαπλασιάζεις και να νομίζεις ότι έτσι υπηρετείς την πατρίδα σου, την πατρίδα του, δηλαδή τη Γερμανία. Δεν αντιλαμβάνονταν τότε οι Γερμανοί την αξία των ανθρωπιστικών αρχών. Το καθεστώς τους το αυταρχικό, το ναζιστικό, το καθεστώς τους το απάνθρωπο, το οποίο είχε ήδη αρχίσει να εκτελεί Εβραίους, πρόσφυγες, διάφορες κατηγορίες άλλων ανθρώπων χωρίς κανένα δισταγμό, τους οδήγησε να εκτελούν με αυτόν τον τρόπο και εντελώς αθώους ανθρώπους.
Τι έφταιγαν οι κάτοικοι της Δράκειας που είχαν συγκεντρωθεί, όπως σας άκουσα να διηγείσθε, κύριε Δήμαρχε, στο ένα καφενείο ή στο άλλο; Και έφθασαν οι πάνοπλοι Γερμανοί, οι οποίοι αδιακρίτως άρχισαν να εκτελούν. Εκείνη τη στιγμή, κανένα αίσθημα ανθρωπιάς δεν λειτουργούσε στην ψυχή τους; Φαίνεται ότι η σκληρότης των ανθρώπων σε αυτές τις περιπτώσεις έχει μια επεκτατική, μια μολυσματική ενέργεια, η οποία καταλαμβάνει τις ψυχές όλων των συμμετ
εχόντων. Γιατί δεν νομίζω ότι δεν βρέθηκε ένας άνθρωπος μεταξύ τόσων Γερμανών, ένας άνθρωπος ο οποίος να διαμαρτυρηθεί, ένας άνθρωπος ο οποίος να ρίξει το όπλο του και να πει «εγώ δεν δέχομαι να εκτελέσω αθώους ανθρώπους». Μέχρι αυτού του σημείου είχε φθάσει το μίασμα του καθεστώτος εκείνης της εποχής, να μιάνει τις ψυχές όλων των ανθρώπων και να τους καταστήσει απάνθρωπους εκτελεστές αθώων θυμάτων.
Όπως είπα και στην εκκλησία, Σεβασμιώτατε, εμείς όχι μόνον από χριστιανικό καθήκον αλλά από μεγαλοψυχία που χαρακτηρίζει τους Έλληνες, συγχωρούμε, υπό την έννοια ότι ελαχίστους παραπέμψαμε στα δικαστήρια, όπως είχαμε κάθε δικαίωμα. Δεν μπορέσαμε να ζητήσουμε ούτε καν αποζημιώσεις, γιατί τα ψυχία τα οποία εδόθησαν, εάν εδόθησαν και αυτά και εάν έφθασαν μέχρι τις οικογένειες των θυμάτων, δεν επαρκούσαν ούτε ως στοιχειώδης αποζημίωση αυτών των φοβερών περιστατικών. Τους συγχωρήσαμε. Είτε εξ ανάγκης είτε εκ διαθέσεως. Εγώ πιστεύω εκ διαθέσεως.
Και σήμερα, είμαστε σύμμαχοι των Γερμανών και καλά κάνομε και το πράττομε. Αλλά πρέπει να θυμόμαστε. Και βεβαίως, έχω δει πολλές φορές Γερμανοί επίσημοι να καταθέτουν στέφανο σε μνημεία θυμάτων του Α΄και του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου είτε στην Πολωνία, είτε στη Γαλλία. Ακόμη και εδώ, ο τότε Πρόεδρος της Γερμανίας κ.Ράου μετέβη μαζί μου στα Καλάβρυτα, ζήτησε συγγνώμη από τους Καλαβρυτινούς, κατέθεσε στέφανο και εκείνος στο μνημείο των πεσόντων και όλα αυτά είναι κάπως μια ανακούφιση για μας, τους υπολοίπους. Αλλά, πρέπει να θυμόμαστε τη σκληρότητα του καθεστώτος και το αθώο αίμα το οποίο έρευσε. Αίμα με το οποίο εγράφη η σύγχρονη ιστορία του τόπου μας. Και κλίνουμε την κεφαλή με σεβασμό σ’αυτά τα περιστατικά, τα οποία δεν πρέπει να λησμονηθούν.
Είμαι βέβαιος ότι θα συνεχίσει η Δράκεια να εορτάζει αυτή τη μεγάλη επέτειο. Ελπίζω να μην ξεχαστεί ποτέ η μέρα και όταν παρέλθει αυτή η παρούσα γενεά και όταν έρθουν και άλλες γενεές. Θα μου πείτε ότι όλα παραγράφονται και η ιστορία λησμονά πολλές φορές. Ελπίζω οι κάτοικοι της Δράκειας από γενιά σε γενιά να μην λησμονήσουν ποτέ αυτή τη μέρα. Και να συνεχίσουν να καλούν τους ανθρώπους να κλίνουν την κεφαλή μπροστά στο δράμα των άλλοτε συμπατριωτών τους. Το εύχομαι με όλη μου την καρδιά. Διότι η ιστορία δεν επιτρέπει να ξεχνάμε μερικά σημαντικά περιστατικά, τα οποία όχι μόνο προβληματίζουν τον λαό, αλλά του δίδουν και το κουράγιο για να συνεχίσει περαιτέρω.
Αλλά, επειδή αυτές τις ημέρες δεν είναι μόνον τα παρελθόντα γεγονότα, αλλά και τα σύγχρονα, επιτρέψτε μου μερικές σκέψεις για τα σύγχρονα γεγονότα. Βεβαίως, όλοι αντιλαμβανόμεθα την πολιτική της κυβερνήσεως, να θελήσουμε να ρυθμίσουμε τις διαφορές μας με την Τουρκία μέσω της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Και συμφωνώ και εγώ ότι είναι μια μεγάλη ελπίδα αυτό το οποίο κάνει η Ελλάς μπροστά στην ανυποχώρητη και αυθαίρετη αξίωση της Τουρκίας, να διεκδικούν απέναντι της Ελλάδος πράγματα ανύπαρκτα. Είναι μία σωστή πολιτική να δεχόμεθα την είσοδο της Τουρκίας με διαπραγματεύσεις, που δεν ξέρομε πόσο θα κρατήσουν.
Αυτό που θέλω να εκφράσω ως παράπονο δεν είναι η έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως με την Τουρκία. Είναι η κατάσταση της Ευρώπης. Επιτρέπεται η Ευρώπη να διαπραγματεύεται με αυτόν τον τρόπο με ένα οποιοδήποτε υποψήφιο μέλος, το τι πρέπει να κάνει το υποψήφιο μέλος; Η Ευρώπη είναι ένας χώρος πολιτισμού, είναι μια μεγάλη ιδέα, δεν είναι μόνον τα 25 κράτη που την απαρτίζουν. Είναι ένας σπουδαίος χώρος πολιτισμού, δημοκρατίας και ελευθερίας. Και βλέπουμε αυτόν τον χώρο να διαπραγματεύεται. Όχι μεταξύ τους, μεταξύ τους έχουν ανάγκη να διαπραγματεύονται οι ηγέτες των ευρωπαϊκών κρατών, διότι δεν μπορεί να συμφωνούν σε όλα. Αλλά, να διαπραγματεύεται μια Ευρώπη, αντί να επιβάλει όρους.
Δεν το λέγω με κάποια πικρία ή εχθρότητα απέναντι της Τουρκίας. Αλλά, μου κάνει εντύπω
ση ότι προχθές το βράδυ ξαγρύπνησαν οι Ευρωπαίοι να διαπραγματεύονται και τη λέξη ακόμη με τον κύριο Ερντογάν, προς τον οποίον εκφράζω την εκτίμησή μου, αντί να του πούν: «Κύριε, αυτοί είναι οι όροι μας, είτε τους αποδέχεσθε είτε δεν τους αποδέχεσθε. Δικός σας λογαριασμός. Η Ευρώπη δεν διαπραγματεύεται. Έχει αρχές, τις οποίες επιβάλλει προς όλον τον κόσμο.»
Θα μου πείτε ότι υπάρχουν και άλλοι παράγοντες στη διεθνή σκηνή, πέραν της Ευρώπης, οι οποίοι δεν ξέρω και ποια αισθήματα έχουν απέναντι της Ευρώπης, και αν επιθυμούν τη συνέχειά της ή επιθυμούν τίποτα άλλο, το οποίο δεν μπορώ να το διακρίνω και δεν μπορώ να το ισχυρισθώ. Αλλά και αυτοί οι παράγοντες πρέπει να έχουν υπόψη τους ότι ο,τιδήποτε κάνει κανείς στη διεθνή σκηνή, έχει ανάγκη να έχει ορισμένα όρια. Και τα όρια αυτά τα προσδιορίζουν οι αρχές και ο πολιτισμός.
Εάν η Ευρώπη θέλει να γίνει ένας παράγων του παγκοσμίου, καθημερινού, πολιτικού παιχνιδιού θα πρέπει να αλλάξει τακτική, θα πρέπει να αλλάξει πολιτική. Θα πρέπει να συσπειρωθεί βάσει ορισμένων αρχών, θα πρέπει να αποκτήσει πολιτικές τις οποίες σήμερα αρνείται, θα πρέπει να σταθεί στο ίδιο επίπεδο, χωρίς καμία διάθεση αντιδικίας με τις άλλες μεγάλες δυνάμεις του κόσμου, και κυρίως με τη μεγάλη υπερδύναμη που είναι πέραν του Ατλαντικού, προς την οποία δεν έχουμε καμία διάθεση αντιδικίας. Αλλά συνεργασίας, συνεργασίας όμως στο αυτό επίπεδο, άνευ υποχωρήσεως ή οποιασδήποτε κάμψεως των ιδεολογικών αρχών που τη στηρίζουν.
Με αυτές τις σκέψεις, αγαπητοί φίλοι, πιστεύω ότι κάποτε θα νικήσει η Ευρώπη, ότι η Τουρκία – πιστεύω και ελπίζω – ότι θα μετατραπεί σε δημοκρατική χώρα, πιστεύω και ελπίζω ότι θα λύσουμε τις διαφορές μας μέσω της Ευρώπης, πιστεύω ότι θα ζήσουμε ειρηνικά και ότι τα παιδιά μας δεν θα έχουν ανάγκη ούτε να φοβούνται, ούτε να δαπανούν σε εξοπλισμούς, οι οποίοι εξακολουθούν ακόμη αυτή τη στιγμή, δυστυχώς, να είναι αναγκαίοι.
Και με αυτή την ευχή, αυτή την επίσημη μέρα, που τιμούμε το αίμα το ελληνικό που έπεσε, αυτή την ευχή έχω να κάνω. Να ζήσει η Ελλάδα μας ευτυχής, απαλλαγμένη από ανησυχίες και αγωνίες, να ζήσει η Ελλάδα μας στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, την οποία την φανταζόμαστε με τον τρόπο που σας είπα: χώρο δημοκρατίας, ελευθερίας, αρχών αλλά και υπερηφάνειας και αξιοπρέπειας. Το εύχομαι με όλη μου την καρδιά.
Να είστε πάντα καλά, καλές γιορτές.-



