Με χαρά υποδέχομαι στην Ελλάδα εσάς, την κυρία Daniela Schadt καθώς και την αντιπροσωπεία που σας συνοδεύει. Πριν από ένα χρόνο, επισκεφθήκαμε μαζί, στο Βερολίνο, την έκθεση «Ολυμπία, Μύθος, Λατρεία, Αγώνες». Τότε, είχαμε μία πρώτη ανταλλαγή απόψεων. Η επίσκεψή σας σήμερα, μας δίνει την ευκαιρία να συνεχίσουμε αυτό το διάλογο. Είναι ένα σημαντικό πολιτικό γεγονός που καταδεικνύει την ανάγκη συνεχούς εμπλουτισμού της δυναμικής ανάπτυξης των σχέσεών μας.
Οι σχέσεις Ελλάδας Γερμανίας έχουν βαθιές ιστορικές ρίζες. Περισσότεροι από τριακόσιες χιλιάδες πολίτες ελληνικής καταγωγής ζουν στη χώρα σας, οι οποίοι κάποτε υπερέβαιναν τις 600.000 και ήταν μία σημαντική συμβολή, μαζί με τους άλλους Gastarbeiter στην οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας. Ήταν η εποχή που η χώρα σας είχε ανάγκη από εργατικά χέρια. Ήταν οι εκφραστές της αλληλεγγύης καταβάλλοντας τον οβολό τους για την επανένωση της Γερμανίας. Σήμερα, αποτελούν ζωντανή γέφυρα φιλίας των δύο χωρών. Το 2013, επισκέφτηκαν την Ελλάδα 2,2 εκατομμύρια Γερμανοί τουρίστες. Η τουριστική ροή κατέγραψε αύξηση 7,5% έναντι του 2012. Το ελληνογερμανικό επιμελητήριο γιόρτασε φέτος τα 90 χρόνια από την ίδρυσή του. Το Ινστιτούτο Goethe λειτουργεί από το 1952 και στη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας ήταν ένας από τους χώρους ελεύθερης και ανοικτής συζήτησης. Το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών λειτουργεί από το 1874. Η Γερμανική Σχολή Αθηνών από το 1896 και η αντίστοιχη της Θεσσαλονίκης από το 1888.
Η επίσκεψή σας στην Ελλάδα, συμπίπτει με την άσκηση της Ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στη διάρκεια της Προεδρίας, προσβλέπουμε στην επιτυχή προώθηση θεμάτων που σχετίζονται με την ανάπτυξη και την απασχόληση στην Ευρώπη, την ευρωπαϊκή οικονομική εμβάθυνση και την ευρωπαϊκή θαλάσσια πολιτική.
Προτεραιότητα επίσης, συνιστά και η αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης. Η Ελλάδα είναι βασική πύλη εισόδου παράνομων μεταναστών στην Ευρώπη και δίνει σχεδόν μόνη της τη μάχη στην πρώτη γραμμή. Η κατάσταση, όπως έχει διαμορφωθεί σ’ αυτό τον τομέα, είναι βολική για τους εταίρους μας, αλλά δυσβάστακτη για εμάς. Με το «Δουβλίνο ΙΙ», τα βόρεια κράτη-μέλη της ΕΕ έλυσαν σε κάποιον βαθμό το δικό τους πρόβλημα. Θέλω να τονίσω ότι η παράνομη μετανάστευση δεν συνιστά μόνο μείζον εθνικό πρόβλημα για την Ελλάδα αλλά και σοβαρό ευρωπαϊκό πρόβλημα. Εάν εννοούμε όσα λέμε για ευρωπαϊκή ενοποίηση, η παράνομη μετανάστευση πρέπει να αντιμετωπισθεί με βάση μία κοινή ευρωπαϊκή πολιτική εξοπλισμένη με αποτελεσματικά εργαλεία και επαρκείς πόρους. Είναι προφανές ότι σ’αυτό το μέτωπο πρέπει να συμμετάσχουν όλα τα κράτη-μέλη κατά τρόπο ισόρροπο και αναλογικό.
Κύριε Πρόεδρε,
Γνωρίζετε ότι οι Έλληνες πολίτες και κυρίως οι πιο ασθενείς τάξεις δοκιμάζονται σκληρά από την οικονομική κρίση. Προφανώς, η δημοσιονομική εξυγίανση είναι απαραίτητη, αλλά πραγματική και βιώσιμη δημοσιονομική εξυγίανση είναι αδύνατη όταν η πραγματική οικονομία ασφυκτιά. Δεν επιτυγχάνεται με υπερφορολόγηση της περιουσίας, της επιχειρηματικής δραστηριότητας και των εισοδημάτων. Η δρακόντεια λιτότητα και οι αυστηρές ποινές δεν λύνουν το πρόβλημα. Εγκλωβίζουν την οικονομία στον φαύλο κύκλο της ύφεσης. Οι οριζόντιες μειώσεις μισθών και συντάξεων τα τελευταία χρόνια έχουν πλήξει καίρια τις ασθενέστερες τάξεις. Την κατάσταση επιδεινώνει η αποδυνάμωση του Κοινωνικού Κράτους.
Για να εξέλθουμε από την κρίση, έχουμε ζωτική ανάγκη από πολιτικές που θα είναι προσανατολισμένες στην ανάπτυξη, ώστε να παραχθεί πλούτος και να αποκλιμακωθεί η ανεργία. Και η Ελλάδα έχει σημαντικές, λιμνάζουσες αναπτυξιακές δυνατότητες που πρέπει να αξιοποιηθούν.
Εκτός των άλλων συγκριτικών της πλεονεκτημάτων, η Ελλάδα αναδεικνύεται και σε παράγοντα στον ενεργειακό χάρτη της ευρύτερης περιοχής. Αυτό, αφορά και ενεργειακά κοιτάσματα και αγωγούς μεταφοράς. Δεν είναι, όμως, μόνο αυτά. Το λιμάνι του Πειραιά καθίσταται το σημαντικότερο λιμάνι της Μεσογείου. Νέοι άνθρωποι με υψηλά μορφωτικά προσόντα, δημιουργούν νέες καινοτόμες επιχειρήσεις με εξαγωγικό χαρακτήρα. Η Ελλάδα, επίσης, πρωταγωνιστεί σαν ένας δυναμικός, οικονομικός παίκτης στα Βαλκάνια και μπορούμε εκεί να ενώσουμε τις δυνάμεις μας για να αξιοποιήσουμε τις νέες επενδυτικές ευκαιρίες που παρουσιάζονται.
Πρέπει να υπογραμμίσω, ότι η έξοδος από την κρίση δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο με περικοπές. Ο κοινωνικά δίκαιος επιμερισμός των βαρών είναι επιβεβλημένος, αλλά δεν αρκεί. Όπως προανέφερα, η βιώσιμη δημοσιονομική εξυγίανση μπορεί να επιτευχθεί μόνο παραλλήλως με την ανάπτυξη. Ανάπτυξη σημαίνει μεγάλες παραγωγικές επενδύσεις. Και αυτές δεν πρόκειται να γίνουν εάν δεν αναδιαρθρωθεί το δημόσιο χρέος.
Η Ελλάδα έχει ευθύνες που επέτρεψε να μετατραπεί στον αδύναμο κρίκο της ευρωπαϊκής αλυσίδας. Από την άλλη πλευρά, όμως, είναι αποδεδειγμένο πλέον ότι η ελληνική κρίση δεν είναι τίποτα περισσότερο από την ακραία εκδήλωση της κρίσης του ευρώ. Ακριβώς γι’ αυτό τέθηκε επιτακτικά επί τάπητος η ανάγκη βαθιών αλλαγών στην αρχιτεκτονική και λειτουργία της Ευρωζώνης και συνολικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να αποκατασταθεί μία δίκαιη και ισορροπημένη σχέση Βορρά-Νότου.
Η κρίση έπληξε ιδιαίτερα τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου που βλέπουν το χάσμα με τον Βορρά να βαθαίνει αντί να περιορίζεται. Η ευρωπαϊκή κρίση δεν είναι συγκυριακή. Είναι δομικού χαρακτήρα. Το ζητούμενο συνεπώς, δεν είναι η επιβολή πολιτικών τιμωρίας στους αδύναμους κρίκους, αλλά ένα στρατηγικό όραμα που θα ξαναθέσει την Ευρώπη σε τροχιά ανάπτυξης και θα διαφυλάξει τα υγιή κεκτημένα των προηγούμενων δεκαετιών. Μόνον έτσι θα καταστεί πραγματικά δυνατή η προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ο ρόλος της Γερμανίας σ’αυτή την προσπάθεια είναι καθοριστικός.
Κύριε Πρόεδρε,
Σ’ αυτές τις ευαίσθητες συνθήκες, η ανάπτυξη φιλικών και εποικοδομητικών σχέσεων συνεργασίας ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γερμανία απαιτεί πολύπλευρες προσπάθειες. Γνωρίζετε τους προσωπικούς δεσμούς που έχω με τη Γερμανία. Οι ιδιαίτεροι αυτοί δεσμοί καθιστούν ακόμη πιο δύσκολο να κατανοήσω την άρνηση της γερμανικής κυβέρνησης να συζητήσει το θέμα του κατοχικού δανείου και των πολεμικών αποζημιώσεων. Δεν πρόκειται μόνο για μία εκκρεμότητα που ρίχνει αρνητική σκιά στις σχέσεις μας. Πρόκειται και για ένα κρίσιμο ζήτημα πολιτικής ηθικής.
Είναι οξύμωρο ο ελληνικός λαός να καλείται να υλοποιεί, άνευ συζητήσεως, επώδυνα προαπαιτούμενα και υποχρεώσεις και η Γερμανία να αρνείται να συνομιλήσει για υποχρεώσεις που εκκρεμούν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Να αρνείται τη διαπραγμάτευση. Να αρνείται τη διεθνή διαιτησία. Να αρνείται, δηλαδή, τη διεθνή νομιμότητα για την επίλυση διαφορών. Η θέση σας ότι «δεν υφίσταται θέμα» είναι ένας ισχυρισμός. Δεν μπορεί να προβάλλεται μονομερώς σαν τελικό συμπέρασμα.
Κύριε Πρόεδρε,
Διάβασα με προσοχή, τη σημαντική πρωτοβουλία που αναπτύξατε ώστε η Γερμανία να έχει έναν πιο ισχυρό ρόλο στα διεθνή τεκταινόμενα. Δεν είναι πάντα εύκολο να συνδυάσεις τα ιδεώδη της Διεθνούς Κοινότητας με την πραγματικότητα. Τα κράτη έχουν τα δικά τους ιδιαίτερα συμφέροντα. Οι εστίες κρίσης έχουν πολλαπλασιαστεί στην ευρύτερη περιοχή μας. Η προσφυγή στη βία για επίλυση διαφορών γίνεται πιο συχνή. Την ίδια στιγμή ο ΟΗΕ εμφανίζεται ανίσχυρος να κάνει σεβαστές τις αρχές που περιέχονται στον Χάρτη του, πόσο μάλλον να εφαρμόσει τις αποφάσεις που υιοθετεί.
Στην Ανατολική Μεσόγειο έχουμε ένα πρόβλημα που μας αφορά άμεσα. Είναι η συνεχιζόμενη κατοχή από τα τουρκικά στρατεύματα του 36,4% της Κυπριακής Δημοκρατίας ύστερα από την εισβολή του 1974 με στόχο τη διχοτόμηση του νησιού. Έχουμε μια νέα πρωτοβουλία των Ηνωμένων Εθνών για την επίλυση του Κυπριακού και ευχόμαστε όλοι να οδηγήσει σε λύση. Θέλω, όμως, να τονίσω ότι η Ελλάδα δεν θα δεχθεί σχέδιο λύσης που θα νομιμοποιεί τα τετελεσμένα της εισβολής ούτε βεβαίως σχέδιο λύσης που δεν θα είναι απολύτως συμβατό με το κοινοτικό κεκτημένο.
Κύριε Πρόεδρε, η σημερινή σας επίσκεψη μας έδωσε τη δυνατότητα ως χώρες, με στενούς δεσμούς, να ανταλλάξουμε με ειλικρίνεια απόψεις. Να κοιτάξουμε με αισιοδοξία και θετικό πνεύμα το μέλλον. Να αντιληφθούμε καλύτερα τις εκατέρωθεν θέσεις, στόχους, έγνοιες και ανησυχίες. Κι αυτό, επειδή παρά τους στενούς μας δεσμούς, επιβιώνουν πολλά αρνητικά στερεότυπα. Δική μας ευθύνη είναι να συμβάλουμε στην απάλειψή τους. Κοινό μας όραμα πρέπει να είναι μια Ευρώπη οικονομικά ισχυρή για να ανταπεξέλθει στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, αλλά και κοινωνικά δίκαιη για να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των λαών της. Και βεβαίως μία Ευρώπη όπου όλες οι χώρες-μέλη θα συμμετέχουν με τους ίδιους όρους στην ανάπτυξη και την ευημερία.
Με τις σκέψεις αυτές, υψώνω το ποτήρι μου ευχόμενος σε εσάς και την κυρία Schadt υγεία, ευτυχία, καθώς και πρόοδο και ευημερία στο γερμανικό λαό.-



