Eξοχώτατε Κύριε Πρόεδρε,
Με ιδιαίτερη χαρά και με αισθήματα μεγάλης εκτιμήσεως σας υποδεχόμεθα σήμερα μαζί με την σύζυγό σας καθώς και τα μέλη της αντιπροσωπείας σας. Σας υποδεχόμεθα ως εκλεκτό φίλο και ως προσωπικότητα με μεγάλη προσφορά υπέρ της χώρας σας αλλά και της Ευρώπης. Πριν από δυόμισι χρόνια με φιλοξενήσατε στην Ιταλία με πολύ ευγενικό τρόπο και ελπίζω η εδώ παραμονή σας να είναι για σας εξίσου ευχάριστη όπως και η δική μου στη Ρώμη.
Κύριε Πρόεδρε,
Η Ιταλία, μιά από τις ωραιότερες χώρες του κόσμου, που όπως έλεγε και ο Λόρδος Βύρων, διαθέτει το «μοιραίο δώρο της ομορφιάς» συνδέεται στενά με την Ελλάδα από τους αρχαίους χρόνους με ποικίλους δεσμούς που οφείλονται κυρίως στην συγγένεια των πολιτισμών μας. Γι’αυτό είναι σωστό το λεγόμενο ότι ο σύγχρονος ευρωπαϊκός πολιτισμός βασίζεται στην πολιτιστική παρακαταθήκη της Αθήνας και της Ρώμης.
Μετά τον συγκερασμό των πολιτισμών μας στην αρχαιότητα, η πνευματική επαφή στους μέσους χρόνους, της Βυζαντινής παράδοσης με την ιταλική σκέψη υπήρξε μία από τις δυνάμεις που προώθησαν την Ευρωπαϊκή Αναγέννηση. Ως γνωστόν, μετά την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τους Τούρκους πολλοί σοφοί Έλληνες εγκατεστάθησαν σε ιταλικές πόλεις και δίδαξαν τα αρχαία γράμματα και την φιλοσοφία. Στη Βενετία, που έπαιξε τόσο σπουδαίο ρόλο στην ιστορία του Βυζαντίου, η ελληνική κοινότης ήκμασε προ 500 και πλέον ετών. Σήμερα λειτουργεί εκεί το Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών, σημαντικό κέντρο επιστημονικού και ερευνητικού έργου. Σπουδαίες τότε πόλεις, όπως η Πίζα, η Πάδοβα και άλλες απετέλεσαν κατά την διάρκεια του 18ου αιώνα κέντρα όπου διδάχτηκαν τις επιστήμες και τις ιδέες του Διαφωτισμού πολλοί Έλληνες οι οποίοι στη συνέχεια συνέβαλαν αποφασιστικά στην πνευματική ενδυνάμωση και την απελευθέρωση της Ελλάδος.
Οφείλω εδώ να μνημονεύσω τον Σολωμό και τον Φώσκολο, την ποιητική δόξα των οποίων μοιράζονται κατά κάποιο τρόπο οι δύο χώρες μας. Στους νεώτερους χρόνους η πολιτιστική επαφή μας καλλιεργείται μέσω πολλών ελλήνων φοιτητών που σπουδάζουν στην Ιταλία και από πολλές έδρες ελληνικών και ιταλικών σπουδών στα πανεπιστήμια των δύο χωρών μας. H δε Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών αναπτύσσει πολύ αξιόλογη δραστηριότητα.
Κύριε Προέδρε,
Στην προσφώνησή σας κατά την επίσκεψή μου στην Ιταλία, τον Ιανουάριο του 2001, είχατε εκφράσει εμπεριστατωμένες σκέψεις για την οικοδόμηση της Ευρώπης, αλλά και την κατάσταση στις όμορες περιοχές μας. Έκτοτε, και στα δύο αυτά κεφάλαια σημειώθηκαν σημαντικές και ελπιδοφόρες εξελίξεις.
Τον περασμένο Απρίλιο στην Αθήνα αφ’ ενός, υπεγράφη η πράξη προσχωρήσεως στην Ευρωπαϊκή Ένωση των δέκα νέων μελών της, αφ’ ετέρου το Συμβούλιο Κορυφής της Χαλκιδικής επεκύρωσε ομόφωνα το σχέδιο της Συνταγματικής Συνθήκης, που θα αποτελέσει τη βάση για την περαιτέρω διαπραγμάτευση της νέας θεσμικής οργανώσεως της Ε.Ε. Έτσι ευρισκόμεθα προ της θεσπίσεως ριζικά ανανεωμένων οργάνων και ενός πλέον αποτελεσματικού συστήματος ώστε η Ένωση των 25, ή και περισσοτέρων αργότερα μελών, να δυνηθεί να αποκτήσει ένα παγκόσμιο ρόλο, σύμφωνα με τους οραματισμούς και τις ελπίδες των λαών της. Άλλως ο περιορισμός της Ενώσεως σε ένα απλώς οικονομικό όργανο, όσο επιτυχές και αν είναι, χωρίς ενιαία πολιτική και χωρίς την ανάπτυξη κοινής στρατιωτικής δύναμης, μπορεί να την οδηγήσει σε στασιμότητα ή και υποβάθμιση της παρουσίας της στα παγκόσμια πράγματα.
Η Ευρώπη οφείλει να διαδραματίσει τον ρόλο που της ανήκει, να εξασφαλίσει τα συμφέροντά της και να προβάλλει τις μεγάλες αρχές της, μετα
ξύ των οποίων αυτές του διεθνούς δικαίου, της ειρήνης και της αλληλεγγύης των Λαών. Πριν από λίγες ημέρες, κ. Πρόεδρε, η Ελλάς παρέδωσε την σκυτάλη της Προεδρίας της Ενώσεως στην χώρα σας και με την ευκαιρία αυτή θα ήθελα να ευχηθώ κάθε επιτυχία στο έργο της ιταλικής προεδρίας.
Κύριε Πρόεδρε,
Στα δέκα νέα μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως περιλαμβάνεται και η Κύπρος. Η υπογραφή, τον περασμένο Απρίλιο στην Αθήνα, της Συνθήκης Προσχωρήσεως διανοίγει ευοίωνες προοπτικές για το σύνολο του Κυπριακού λαού. Πιστεύουμε ότι οι Τουρκοκύπριοι θα αντιληφθούν τα μεγάλα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται η συμμετοχή τους στην ευρωπαϊκή οικογένεια και θα συνεργασθούν με τους Ελληνοκυπρίους με στόχο την εξεύρεση μίας συνολικής λύσεως του πολιτικού προβλήματος και την επανένωση της Κύπρου.
Η λύση του Κυπριακού εξακολουθεί να είναι μία μείζων πολιτική ανάγκη. Το σχέδιο Αννάν, το κοινοτικό κεκτημένο, οι θεμελιώδεις αρχές της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και ο απόλυτος σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των Κυπρίων πρέπει να αποτελέσουν στοιχεία της λύσεως, ώστε αυτή να αποβεί δίκαιη, βιώσιμη και λειτουργική.
Κύριε Πρόεδρε,
Η Βαλκανική χερσόνησος αποτελεί χώρο κοινού ενδιαφέροντος Ελλάδος και Ιταλίας. Μέριμνα και των δύο χωρών μας εξακολουθεί να είναι η σταθεροποίηση της περιοχής και η ένταξή της στους ευρω-ατλαντικούς θεσμούς. Η ενίσχυση της επιθυμίας αυτής των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων από τις δύο κυβερνήσεις μας αποτελεί βασικό εχέγγυο για τον εις βάθος εκδημοκρατισμό και την οικονομική ανόρθωση των χωρών αυτών. Αισθανόμεθα ιδιαίτερη ικανοποίηση επειδή οι αποφάσεις που ελήφθησαν κατά την πρόσφατη συνάντηση Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ενώσεως με τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων κατέδειξαν το έμπρακτο ενδιαφέρον ολοκλήρου της Ενώσεως για την περιοχή αυτή.
Κύριε Πρόεδρε,
Η παγκοσμιοποίηση, με τις κοινωνικές αλλαγές που επιφέρει, πέραν των θετικών επιπτώσεών της, προκαλεί συγχρόνως σοβαρά προβλήματα για τις δημοκρατικές κοινωνίες. Προβλήματα που μόνο με ευρεία συνεργασία μέσω του Ο.Η.Ε. και των άλλων διεθνών οργανισμών μπορούμε να αντιμετωπίσουμε. Επιτρέψτε μου να αναφερθώ σε ένα πρόβλημα που αποτελεί μέγα κίνδυνο, την διεθνή τρομοκρατία. Η αντιμετώπισή της συσπειρώνει πλέον την διεθνή κοινότητα. Έχουμε δημιουργήσει ένα πολιτικό και πολιτιστικό υπόβαθρο δημοκρατικών και κοινωνικών αξιών, το οποίο οφείλουμε να προστατεύουμε από αλόγιστες προσβολές. Πρέπει όμως να κατανοήσομε ότι χωρίς την αντιμετώπιση των αιτίων του κακού, χωρίς την αντιμετώπιση της ένδειας και της εξαθλιώσεως πολλών χωρών, χωρίς την επίλυση περιφερειακών προβλημάτων, όπως το Παλαιστινιακό, χωρίς την καταπολέμηση της κάθε μορφής μισαλλοδοξίας, η τρομοκρατία δεν μπορεί να εξαλειφθεί.
Άφησα, Κύριε Πρόεδρε, τις διμερείς μας σχέσεις τελευταίες, όχι διότι τους αποδίδω μικρότερη σημασία, αλλά, αντιθέτως διότι θέλω να υπογραμμίσω την σπουδαιότητά τους. Iδιαιτέρως ανεπτυγμένες είναι οι σχέσεις των δύο χωρών μας στον οικονομικό τομέα. Η Ιταλία είναι ένας από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της χώρας μας, όπως προκύπτει από τον όγκο του διμερούς εμπορίου, ενώ σημαντικός είναι και ο αριθμός των Ιταλικών επενδύσεων. Εξάλλου οι συνομιλίες που είχαμε επιβεβαίωσαν την ταυτότητα των απόψεών μας επί θεμάτων αμοιβαίου ενδιαφέροντος και ιδιαιτέρως σε ό,τι αφορά την περιοχή της Βαλκανικής και την προβολή της μεσογειακής διαστάσεως της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Είμαι βέβαιος ότι η Ελλάς και η Ιταλία θα συνεχίσουν να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για την εδραίωση της ασφάλειας και της σταθερότητος στην Μεσόγειο με την αποτελεσματική αντιμετώπιση των πολιτιστικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών προκλήσεων των καιρών μας.
Κύριε Πρόεδρε,
Τελειώνοντας, θέλω να αναφερθώ, όπως το έκαμα και στη Ρώμη στο κορυφαίο αθλητικό γεγονός, τους Ολυμπιακούς Αγώνες που με δικαιολογημένη υπερηφάνεια η Ελλάς θα οργανώσει, τον Αύγουστο του 2004. Φιλοδοξούμε να παρουσιάσουμε αγώνες που θα διακρίνονται για την αρτιότητά τους και την αίσθηση του μέτρου. Επιπλέον ελπίζουμε ότι η ιδέα της Ολυμπιακής Εκεχειρίας κατά την διάρκεια των Αγώνων, ιδέα που αποτελεί αναβίωση εκείνης της Αρχαιότητος, θα ενισχύσει την ειρήνη και την συνεργασία μεταξύ των λαών.
Με αυτές τις σκέψεις και με την πεποίθηση ότι οι σχέσεις των δύο χωρών μας θα εξακολουθήσουν να αναπτύσσονται αρμονικά, υψώνω το ποτήρι μου ευχόμενος σε Σας και την σύζυγό σας υγεία και ευτυχία και κάθε πρόοδο και ευημερία στον φίλο λαό της Ιταλίας.