Κύριε Πρόεδρε, κύριοι Βουλευτές,
Σας ευχαριστώ πολύ για τη δυνατότητα που μου δίνετε να μιλήσω για το μέλλον της Ευρώπης από αυτό εδώ το βήμα, που εκπροσωπεί τον δημοκρατικότερο θεσμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το Ευρωκοινοβούλιο, λόγω της άμεσης εκλογής των μελών του, έχει τη μέγιστη δυνατή νομιμοποίηση από τους Ευρωπαίους πολίτες και την καθαρότερη εντολή να εκφράσει τις αγωνίες και τους προβληματισμούς τους. Πιστεύω ότι ο θεσμικός ρόλος του θα ενισχύεται, όσο θα προχωρά η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Και έχω την πεποίθηση ότι η εξέλιξη αυτή αποτελεί την φυσιολογική πορεία του πολιτικού μας πολιτισμού, ιδίως σε καιρούς, κατά τους οποίους ο Ευρωπαίος πολίτης αισθάνεται ανασφάλεια για το μέλλον του και, πολλές φορές, απόσταση από τα κέντρα των αποφάσεων.
Θα ήθελα να ξεκινήσω με μια προσωπική παρατήρηση: Ανήκοντας στη γενιά που δοκιμάστηκε από το ναζισμό, διατηρώ έντονο το βίωμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτό το βίωμα καθόρισε την έναρξη της ευρωπαϊκής πορείας, μίας ιστορικής διαδικασίας που είχε τα χαρακτηριστικά ενός σχεδίου ειρήνης. Μέσα από τα συντρίμμια του πολέμου γεννήθηκε η ελπίδα και το όραμα της συναδέλφωσης των λαών της Ευρώπης. Πρόκειται για μία ιστορική κατάκτηση που αποτελεί παράδειγμα σταθερότητας στο παγκόσμιο σύστημα.
Ο δρόμος που άνοιξε ο Ζαν Μονέ, θεμελιώνοντας συγκεκριμένες μορφές πρακτικών συνεργασιών και αποφεύγοντας φιλόδοξα θεωρητικά σχήματα, οδήγησε στη δημιουργία μίας Ένωσης, της οποίας το δημοκρατικό, κοινωνικό και αναπτυξιακό μοντέλο, παρά τις ελλείψεις του, έχει δίκαια κερδίσει τον παγκόσμιο θαυμασμό.
Η υλοποίηση του ευρωπαϊκού οράματος, εκκρεμής ακόμη, επηρεάζεται, μοιραία, από τη διεθνή πολιτική και οικονομική πραγματικότητα. Η παγκοσμιοποίηση, ο μονοπολικός κόσμος, η ανάπτυξη των νέων οικονομιών, η μετακίνηση πληθυσμών, η επιρροή εξωθεσμικών κέντρων στη διαμόρφωση των πολιτικών αποφάσεων, η ασύμμετρη απειλή της διεθνούς τρομοκρατίας, τα προβλήματα του περιβάλλοντος συνδυασμένα με ενεργειακή ανασφάλεια, συνθέτουν ένα πολύπλοκο και ταχύτατα μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον που δημιουργεί προκλήσεις αλλά και ευκαιρίες για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Είναι μια πραγματικότητα, απέναντι στην οποία οι Ευρωπαίοι πολιτικοί απαιτείται να τοποθετηθούν με απόλυτη ειλικρίνεια.
Προετοιμάζοντας την ομιλία που εκφωνώ σήμερα, περιηγήθηκα στον ηλεκτρονικό διάλογο των Ευρωπαίων πολιτών που γίνεται στον διαδικτυακό τόπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διάβασα ενδιαφέρουσες απόψεις, νέων κυρίως ανθρώπων, που ζουν σε διαφορετικές χώρες αλλά κατέχονται από τις ίδιες αγωνίες. Το συμπέρασμα που έβγαλα από αυτή την περιήγηση είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται σήμερα να επιστρέψει στις αρχές του ευρωπαϊκού διαφωτισμού που ενέπνευσαν το ξεκίνημά της. Η ελευθερία, η ισότητα και ο ανθρωπισμός είναι τα υψηλά ιδανικά που καθόρισαν το περιεχόμενο της ευρωπαϊκής ιδέας και που σήμερα θα πρέπει να νοηματοδοτηθούν ξανά.
Η ελευθερία είναι πλέον μία έννοια που εξετάζεται σε συνάρτηση με εκείνη της ασφάλειας. Ο Ευρωπαίος πολίτης, και όσοι ζουν στον ευρωπαϊκό χώρο, δεν θέλουν να αισθάνονται απειλούμενοι σε έναν κόσμο που δοκιμάζεται από τη διεθνή τρομοκρατία, ταυτόχρονα όμως απορρίπτουν εκπτώσεις στην προστασία των ατομικών δικαιωμάτων και των προσωπικών ελευθεριών. Υπερασπιζόμαστε το δόγμα <ασφάλεια και ελευθερία> όχι <ασφάλεια αντί ελευθερίας>.
Η ισότητα ορίζεται με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με το πρίσμα, από το οποίο βλέπει κανείς τον κόσμο. Οι μετανάστες ζητούν ισότιμη μεταχείριση με τους πολίτες των χωρών υποδοχής τους και κάποιες φορές το αίτημά τους προσλαμβάνει δραματικές διαστάσεις. Οι άνεργοι ζητούν ίσες ευκαιρίες στην δυνατότητα μιας ζωής με αξιοπρέπεια. Και οι άνθρωποι που ζουν σ
τη φτώχεια διεκδικούν την ίδια πρόσβαση στην υγεία και στην παιδεία με εκείνους που έχουν υψηλότερα εισοδήματα. Ο ανθρωπισμός, λοιπόν, είναι εκείνη η αρχή του ευρωπαϊκού διαφωτισμού που στις μέρες μας αναδεικνύεται σε μέγα ζητούμενο των ευρωπαϊκών κοινωνιών αλλά και σε μέγα διακύβευμα για τις ευρωπαϊκές ηγεσίες.
Πώς όμως νοηματοδοτείται ο ανθρωπισμός;
Από την πολύχρονη πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης κάποια διδάγματα είναι ήδη ιστορικές αλήθειες: Ανάπτυξη χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη είναι κενό γράμμα, ευημερία των αριθμών χωρίς ευημερία των ανθρώπων είναι απλώς μία αντίφαση.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διανύει σήμερα περίοδο περισυλλογής, όπως ονομάστηκε το διάστημα που ξεκίνησε μετά τα δημοψηφίσματα για το ευρωσύνταγμα. Θα έλεγα ότι αυτή η περίοδος οφείλει να είναι κυρίως μία διαδικασία συλλογικής αυτογνωσίας, ένας δρόμος που, αν τον ακολουθήσουμε με συνέπεια και ειλικρίνεια, θα οδηγηθούμε στον βαθύτερο προορισμό και την ουσία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γιατί το ερώτημα που πραγματικά πρέπει να μας απασχολήσει δεν είναι τεχνοκρατικό, αλλά φιλοσοφικό: Ποια Ευρώπη θέλουμε; Για ποιον κόσμο αγωνιζόμαστε; Ποιο είναι το όραμα που προσπαθούμε να υλοποιήσουμε; Και το όραμα αυτό είναι ουτοπία ή ρεαλιστική επιδίωξη;
Υπάρχουν σοβαροί λόγοι για να είμαστε αισιόδοξοι. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποδείξει την ιστορική αντοχή της αλλά και προσήλωση στους στόχους της. Συχνά παρατηρούνται καθυστερήσεις, άλλοτε παλινωδίες, κάποιες φορές κόπωση αλλά η πορεία είναι συνεχής, πηγαίνει μπροστά και δεν ανακόπτεται. Και το σημαντικότερο: Οι Ευρωπαίοι πολίτες, παρά τις όποιες απογοητεύσεις, εξακολουθούν να επενδύουν τις προσδοκίες τους για μια καλύτερη ζωή και έναν καλύτερο κόσμο στην ευρωπαϊκή ιδέα.
Θεωρούμε συστατικό στοιχείο της παγκόσμιας πορείας το διάλογο μεταξύ πολιτισμών καθώς, όπως φάνηκε πρόσφατα, η έλλειψη κατανόησης, εμπιστοσύνης και διαλόγου μπορεί να έχει σοβαρότατες συνέπειες, ιδίως όταν υπάρχει συσσωρευμένη αγανάκτηση και αίσθημα αδικίας.
Η πρόσφατη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την ένταξη δέκα νέων κρατών μελών προκάλεσε ένα πραγματικό σοκ στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Πρυτάνευσε τότε, και σωστά, η άποψη ότι το κόστος της μη διεύρυνσης θα ήταν μεγαλύτερο από το κόστος της διεύρυνσης.
Η διεύρυνση είχε ιστορική και ηθική διάσταση. Με την ένταξη των κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης τερματίστηκε η διαίρεση της γηραιάς ηπείρου, αποκαταστάθηκε η ιστορική ενότητα όλων των λαών της Ευρώπης μπροστά σε ένα κοινό πεπρωμένο.
Η διεύρυνση υπήρξε ασφαλώς πολύ σημαντική εξέλιξη στην Ένωση και από πλευράς εξωτερικών σχέσεων. Μετέβαλε σημαντικά το γεωπολιτικό και άρα και στρατηγικό της μέγεθος, προσδίδοντάς της βάθος στην Κεντρική Ευρώπη και φέρνοντάς την σε άμεση γειτνίαση με την κρίσιμη περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Ιδιαίτερη σημασία θα έχει η ένταξη της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας καθώς επίσης, σε επόμενη φάση, όταν εκπληρωθούν οι προϋποθέσεις, η προοπτική ολοκλήρωσης της Ένωσης στα Δυτικά Βαλκάνια. Χαιρετίζουμε την στρατηγική αυτή της διεύρυνσης προς την νοτιοανατολική Ευρώπη. Η χώρα μου, και εγώ προσωπικά ως Υπουργός Εξωτερικών, έχουμε πρωτοστατήσει στην επεξεργασία και την υιοθέτησή της.
Όσον αφορά την ενταξιακή διαδικασία της Τουρκίας, θα ήθελα να τονίσω ότι η χώρα μου έχει ταχθεί υπέρ της ολοκλήρωσής της. Θα πρέπει όμως να είναι σαφές ότι η είσοδος στην Ένωση προϋποθέτει την πλήρη υιοθέτηση των αρχών και των κανόνων της και ότι αυτό αποτελεί αδιαπραγμάτευτη αρχή του ευρωπαϊκού πολιτισμού που δεν κάμπτεται προ οιωνδήποτε ευρύτερων γεωπολιτικών σκοπιμοτήτων.
Είναι βέβαιο, και αυτό
επηρέασε το αποτέλεσμα των δημοψηφισμάτων για το ευρωσύνταγμα, ότι η γεωγραφική επέκταση προηγήθηκε της πολιτικής ολοκλήρωσης με αποτέλεσμα να υπάρξουν έντονες ανησυχίες, δικαιολογημένοι προβληματισμοί και, κάποιες φορές, απογοήτευση. Η απάντηση σε αυτή την απογοήτευση δεν μπορεί παρά να είναι η επιτάχυνση του ρυθμού της διαδικασίας πολιτικής εμβάθυνσης.
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές,
Η Ευρωπαϊκή Ένωση οικοδομήθηκε πάνω στα συντρίμμια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Οικοδομήθηκε ως δύναμη ειρήνης και σταθερότητας, ευημερίας και προόδου. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου έπεσαν και τα τελευταία τείχη στο εσωτερικό της Ευρώπης, εκτός από την “πράσινη γραμμή” που εξακολουθεί να χωρίζει την Κύπρο στα δύο, ορίζοντας ένα μεγάλο ευρωπαϊκό πρόβλημα που περιμένει ακόμη τη λύση του.
Μία Ένωση 25 κρατών μελών σήμερα και περισσότερων αύριο δεν μπορεί να υπάρξει και να ευημερήσει παρά μόνο ως αυτόνομη, ισχυρή και ενιαία παρουσία στο διεθνές σύστημα με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Τον καιρό του πολέμου εναντίον του Ιράκ ο διχασμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποκαλύφθηκε με δραματικό τρόπο. Δεν υπήρξε μία φωνή, μία απόφαση και μία κατεύθυνση αλλά άγονη αντιπαράθεση και καθαρές διαχωριστικές γραμμές που πλήγωσαν τους ευρωπαϊκούς λαούς.
Εξάλλου ο συνεκτικός ιστός μεταξύ των κρατών μελών δεν μπορεί να είναι μόνο το νόμισμα ή μία κοινή σημαία, αλλά ένα σύστημα αρχών και αξιών, ένας κοινός πολιτικός και κοινωνικός πολιτισμός.
Οι προκλήσεις είναι μπροστά μας: Η κρίση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, η παράλληλη ενεργειακή κρίση που σοβεί, και η οποία μπορεί να είναι βαθύτερη απ’ όσο φαίνεται, η τρομοκρατία, οι εξελίξεις στα Βαλκάνια ενόψει της οριστικοποίησης του καθεστώτος στο Κοσσυφοπέδιο, οι συνθήκες στην Αφρική καθώς και το θέμα του Aids είναι καταστάσεις που απαιτούν από την Ευρωπαϊκή Ένωση να αρθρώσει το δικό της ενιαίο λόγο και να διαμορφώσει τη δική της στρατηγική.
Ευχόμαστε να υπάρξει σύντομα σταθερότητα στο Ιράκ, κάτι που έχει μεγάλη ανάγκη ο πολύπαθος ιρακινός λαός. Η επίλυση του Παλαιστινιακού, με ένα ασφαλές Ισραήλ και μια δημοκρατική Παλαιστίνη, σε συνδυασμό με τη σταθερότητα στο Ιράκ θα αποκαταστήσουν και την πολιτική γεωγραφία του ενεργειακά κρισιμότατου αυτού χώρου, με τον οποίο η Ευρώπη έχει προνομιακές ιστορικές, πολιτικές, πολιτιστικές και εμπορικές σχέσεις.
Θεωρώ εξάλλου σημαντικό το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε τη συνέχιση της βοήθειας προς τους Παλαιστινίους καθώς η αποστέρησή της μόνο επιδείνωση των προβλημάτων μπορεί να επιφέρει.
Όσον αφορά τις σχέσεις με το Ιράν, είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι στην διάδοση των πυρηνικών όπλων και παράλληλα πιστεύουμε ότι θα αξιοποιηθούν οι δυνατότητες της διπλωματίας, που, κατά την εκτίμησή μου, είναι ανεξάντλητες, ώστε να υπάρξει συναίνεση. Αυτή τη συναίνεση την επιζητούν οι ευρωπαϊκές αλλά και όλες οι κοινωνίες που στέλνουν διαρκώς ηχηρά μηνύματα υπέρ της ειρήνης και υπέρ του διαλόγου των πολιτισμών.
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές,
Η στρατηγική της Λισσαβώνας αποσκοπεί ακριβώς στο να δώσει απάντηση στις αγωνίες των Ευρωπαίων που αναφέρονται στην ανάπτυξη, την ανεργία και την κοινωνική συνοχή με δημοσιονομική πειθαρχία και σεβασμό του κοινωνικού κράτους.
Στη μέση του δρόμου αυτής της στρατηγικής οι στόχοι της δεν έχουν εκπληρωθεί. Για να το πούμε καθαρά: Η εξίσωση της Λισσαβώνας, ορθή ως προς τη σύλληψή της, εξακολουθεί να έχει τα στοιχεία ακαδημαϊκής ρητορικής ως προς το σχέδιο υλοποίησής της, ρητορικής ελκυστικής για τους επαΐοντες, ακατανόητης ή αντιφατικής όμως για τον μέσο πολίτη. Πολλέ
ς φορές ο πολίτης αυτός έχει την αίσθηση ότι ζει τον εφιάλτη του Wittgenstein: Οι λέξεις χρησιμοποιούνται για να κρύβουν νοήματα.
Ας μη γελιόμαστε. Είναι σαφές ότι σήμερα στην Ένωση υπάρχουν δυο βασικές σχολές σκέψης, ως προς την πραγμάτωση των στόχων της Λισσαβώνας: Η ομάδα που υποστηρίζει ότι ανάπτυξη και διάσωση του κοινωνικού κράτους σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης μπορεί να επιτευχθεί μόνο με ριζικές μεταρρυθμίσεις στις εργασιακές σχέσεις και η ομάδα που θεωρεί ότι είναι δυνατή η υλοποίηση της Λισσαβώνας σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης χωρίς να καταλυθεί το κοινωνικό κράτος.
Θεωρώ ότι η διαφορετική άποψη είναι το βασικό προνόμιο της δημοκρατίας και άρα θεμέλιος λίθος της Ένωσής μας. Όμως για να μπορέσει να υπάρξει σύνθεση των απόψεων είναι αναγκαία η ανοικτή διαλεκτική αντιπαράθεση στην ευρωπαϊκή κοινωνία, γιατί οι πολίτες είναι αυτοί που τελικά θα δώσουν τις απαντήσεις. Και την ευθύνη για την πραγματοποίηση αυτού του απαραίτητου διαλόγου την έχουμε εμείς οι πολιτικοί.
Η πραγματικότητα σήμερα σε μεγάλο μέρος της Ένωσης είναι δύσκολη. Παρά τον αγώνα εναντίον της ανεργίας, οι μικρές επιτυχίες δεν είναι αρκετές για την αντιμετώπιση του μεγάλου αυτού προβλήματος. Αντί να αυξάνονται οι θέσεις εργασίας, ανεβαίνουν σε αρκετές χώρες οι δείκτες της ανεργίας και των υποαπασχολούμενων. Αντί να αποκτούν μεγαλύτερη κοινωνική προστασία οι ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού, δημιουργούνται όλο και μεγαλύτερες στρατιές αποκλεισμένων. Αντί να αναβαθμίζεται η ποιότητα ζωής για όλους, βαθαίνουν οι διαχωριστικές γραμμές σε κοινωνίες δύο τρίτων. Οι αγρότες ανησυχούν για την αναθεώρηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, οι νέοι άνθρωποι αγωνιούν για μια θέση εργασίας, έπειτα για το ενδεχόμενο απόλυσής τους και αναζήτησης άλλης δουλειάς, στο τέλος για τη σύνταξη και την ασφάλισή τους, οι εργαζόμενοι για μεταφορά των θέσεών τους εκτός Ευρώπης.
Το χειρότερο είναι ότι έχει αναπτυχθεί μία βαθιά δυσπιστία των κοινωνιών απέναντι στα κέντρα λήψεως αποφάσεων. Η αιτία είναι προφανής: Υπάρχει σοβαρή κρίση εμπιστοσύνης μεταξύ των πολιτών και των θεωρητικών των εργασιακών σχέσεων, υπάρχει έντονη κοινωνική ανασφάλεια.
Γεγονός είναι ότι καμία στρατηγική ανάπτυξης δεν πρόκειται να έχει αποτέλεσμα εάν δεν είναι ανθρωποκεντρική, δεν ξεκινά από την αρχή της προστασίας των αδυνάτων και δεν προσλαμβάνει την διεθνή πραγματικότητα σαν χώρο, όπου η λειτουργία της αγοράς δεν θα είναι ο μοναδικός ρυθμιστικός παράγοντας. Εάν δεν επενδύει στην αναβάθμιση της ποιότητας της παιδείας, την έρευνα και τις προκλήσεις των νέων τεχνολογιών.
Δεν πρόκειται για πολιτικό ρομαντισμό. Πρόκειται για σεβασμό των αρχών, πάνω στις οποίες χτίστηκε το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, των αρχών της ισότητας και της αλληλεγγύης. Πρόκειται ακόμη για πολιτικό ρεαλισμό γιατί έχει ήδη φανεί, όχι μία φορά αλλά πολλές, ότι, όταν εντείνεται η συλλογική ανασφάλεια, όταν βαθαίνουν οι ανισότητες και οι αποκλεισμοί, εκδηλώνονται με ακραίο τρόπο και απρόβλεπτες συνέπειες οι κοινωνικές εντάσεις. Όπως έχει δείξει η ιστορική πείρα, μπορεί τότε να δημιουργούνται επικίνδυνες δυναμικές εκτός του πολιτικού συστήματος. Οι ανθρώπινες κοινωνίες έχουν περάσει από διάφορες φάσεις κυρίαρχων οικονομικών θεωριών, όποτε όμως δεν ακούστηκε η φωνή του λαού, οι εντάσεις και οι ανατροπές σάρωσαν και θεωρίες και θεωρητικούς.
Το ευρωπαϊκό μέλλον θα διαμορφωθεί από τους Ευρωπαίους πολίτες και θα εξαρτηθεί από τη δική τους συμμετοχή στα κοινά. Και αυτό είναι και αναγκαίο και ευκταίο σε μια δημοκρατία. Ο Θουκυδίδης στον ‘Επιτάφιο’ του Περικλή περιγράφει με διαχρονική ακρίβεια τη σημασία του ενεργού πολίτη για τη Δημοκρατία. «Μόνοι γαρ τον τε μηδέν τώνδε μετέχοντα ουκ απράγμονα αλλ’αχρείον νομίζομεν».
Πέρασαν αιώνες από τότε, όμως ο ενεργός πολίτης παραμένε
ι η αρχή και το τέλος του ορισμού της πορείας μας για μια Ευρώπη με παγκόσμια αποστολή. Για μια Ευρώπη που θα είναι όχι μόνο προπύργιο της Δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και πρότυπο του δικαιώματος στην εργασία, της ανάπτυξης, της κοινωνικής συνοχής. Για μια Ευρωπαϊκή Ένωση που θα είναι υπερδύναμη ανθρωπισμού.
Και ο χώρος που βρίσκομαι σήμερα, το Ευρωκοινοβούλιο, έχει την υψηλή ευθύνη να κάνει τη φωνή του πολίτη να ακούγεται όσο δυνατότερα και όσο ψηλότερα γίνεται. Σας ευχαριστώ πολύ.



