Είναι η ένατη – αν δεν κάνω λάθος – φορά που παρίσταμαι στα εγκαίνια του Φεστιβάλ Βιβλίου, για να πω και εγώ τη γνώμη μου για τη σημασία και τη σπουδαιότητα αυτής της εκδηλώσεως, η οποία προβάλλει το βιβλίο και τους συγγραφείς μας.
Βεβαίως, επί εννέα φορές εξήντλησα τις σκέψεις μου γύρω από το βιβλίο και δεν θέλω να τις επαναλάβω, ούτε να τονίσω τη σημασία τους, παρά μόνο να σταθώ σε δύο ή τρία περιορισμένα θέματα.
Το πρώτο, που θα ήθελα να τονίσω είναι την αξία του παιδικού βιβλίου. Για να μάθουν τα παιδιά μας, να συνηθίσουν στην ανάγνωση, στην ευχαρίστηση που προσφέρει, στις γνώσεις που δίνει και γενικότερα στην ομορφιά της γλώσσας. Αντί τα παιδιά μας να κάθονται, όπως συνήθως συμβαίνει, μπροστά στην τηλεόραση, δεν αρνούμαι στα παιδιά και αυτή την ευχαρίστηση, διότι οι κινούμενες εικόνες, η κίνηση και τα χρώματα της τηλεοράσεως αντιλαμβάνομαι ότι είναι πολύ ελκυστικά, δεν αρνούμαι και αυτή την ευχαρίστηση. Αλλά, αρνούμαι στους γονείς να επιτρέπουν συνεχώς να κάθονται επί ώρες ολόκληρες τα παιδιά τους, τα παιδιά μας, μπροστά στην τηλεόραση και να μην χρησιμοποιούν αυτές τις ώρες και για μερική ανάγνωση βιβλίων. Και έχουμε θαυμάσια παιδικά βιβλία, τα οποία θα εισάξουν τους νέους μας στη συνήθεια του διαβάσματος, μιας καλής γραφής και θα τους δώσουν πάρα πολλές γνώσεις.
Το δεύτερο, που θα ήθελα να πω είναι ότι δεν τονίζουμε επαρκώς σ’αυτά τα Φεστιβάλ του Βιβλίου τις υποχρεώσεις που έχουμε απέναντι των συγγραφέων μας. Των συγγραφέων όχι μόνον των βιβλίων γνώσεων, των επιστημονικών, που είναι πάρα πολύ σημαντικά, που μας δίδουν τις τελευταίες γνώσεις, που μας ενημερώνουν για την πρόοδο της επιστήμης, που μας ξαναγυρίζουν στα μονοπάτια της ιστορίας, που μας οδηγούν – όσους μπορούμε – στους δύσκολους δρόμους της φιλοσοφίας, αλλά κυρίως στους λογοτέχνες μας, αυτούς τους προικισμένους ανθρώπους. Και λέγω ‘προικισμένους ανθρώπους’, διότι στερούμαι εντελώς κάθε τέτοιας εμπνεύσεως, ώστε να μπορέσω να πάρω τη γραφίδα και να μιμηθώ κατά τον πιο απλούστερο και απλοϊκό τρόπο εκείνους. Προσπαθώ να είμαι καλός δέκτης, δεν υπήρξα ποτέ καλός πομπός, ούτε – φοβούμαι – ότι σ’αυτή την ηλικία μπορώ να γίνω.
Αλλά, τους οφείλουμε πάρα πολλά. Αυτοί οι άνθρωποι – άντρες και γυναίκες – που τιμούν τα ελληνικά γράμματα και οι οποίοι δίνουν τη σκέψη τους, τον κόπο τους, την έμπνευσή τους και γίνονται βιβλία για να τα διαβάζουμε εμείς οι αμύητοι και να απολαμβάνομε της λογοτεχνίας τα μεγάλα δωρήματα.
Είναι, λοιπόν, ευκαιρία να τονίσουμε τη μεγάλη σπουδαιότητα της παρουσίας τους στον ελληνικό πνευματικό κόσμο και να υποκλιθούμε μπροστά τους για όσα μας προσφέρουν.
Τέλος, θέλω να αναφερθώ στο πολύ ωραίο εξώφυλλο του κυρίου Τσόκλη, στον κατάλογο τον οποίο εξέδωσε η Εταιρεία των Εκδοτών. Δεν το θεωρώ αυτό το εξώφυλλο ως απαισιόδοξο μήνυμα. Θα το είδατε όσοι κοιτάξατε αυτόν τον κατάλογο, αλλά θέλω να πω ότι εμφανίζει την κακομεταχείριση του βιβλίου, για να τονίσει το απαίσιο θέαμα που εμφανίζει η κακομεταχείριση του βιβλίου, όπως το εκθέτει με την έμπνευσή του την καλλιτεχνική και κατ’ αντιδιαστολή να θαυμάσει κανείς την καλή μεταχείριση του βιβλίου. Και να σπεύσει να ενισχύσει αυτή την καλή μεταχείριση με όλους τους δυνατούς τρόπους.
Κάθε χρόνο έχω την ευχαρίστηση να περιδιαβάζω τα κιόσκια των εκδοτών και να βλέπω με πολύ γρήγορο τρόπο τις καινούργιες εκδόσεις, τις οποίες όλες θαυμάζω και τις οποίες όλες ζηλεύω, γιατί δεν προλαβαίνω να τις διαβάσω και να τις πληροφορηθώ. Πολύ λίγα πληροφορούμαι από τις σελίδες των βιβλίων ή από ορισμένες ειδικές εκδόσεις βιβλιογραφίας, το τι συμβαίνει στο χώρο του βιβλίου. Δεν έχω αρκετό χρόνο και δεν μου επιτρέπεται να παρακολουθήσω από πιο κοντά όλη τη δραστηριότητα, την τόσο σπουδαία, στο χώρο του βιβλίου.
Θέλω, όμως, να εκφράσω την αισιοδοξία μου και τη βεβαιότητά μου ό
τι από χρόνο σε χρόνο ακόμη περισσότερες θα είναι οι εκδόσεις, περισσότεροι οι τίτλοι που εκδίδονται και κυρίως περισσότεροι οι αναγνώστες. Αυτό είναι το σημαντικό.
Και, κύριε υπουργέ, για να συμπληρώσω τα όσα είπατε για την υπεροχή του βιβλίου έναντι των ηλεκτρονικών μέσων, εδιάβαζα χθες ή προχθές, αν δεν απατώμαι, σε κάποιο έντυπο που λησμόνησα ότι επιβεβαιώνεται αυτή η υπεροχή του εντύπου βιβλίου έναντι της οποιασδήποτε ηλεκτρονικής προσφοράς, που δεν μπορεί να συγκριθεί με την αξία ενός βιβλίου, που το παίρνει κανείς στο γραφείο του, στο κάθισμά του, στο προσκέφαλό του το βράδυ και το διαβάζει όπου και αν ευρίσκεται και έχει την ευχαρίστηση να κρατά ένα θησαυρό στα χέρια του και να τον ξεφυλλίζει.
Και μ’αυτές τις πολύ σύντομες και πρόχειρες σκέψεις, έχω και φέτος την πολύ μεγάλη τιμή και υπερηφάνεια να εγκαινιάζω το 32ο, ένατο για μένα, Φεστιβάλ Βιβλίου. Εύχομαι κάθε επιτυχία.-



