Κ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ: Χαιρετίζω με τα πιο ειλικρινή αισθήματα εκτιμήσεως την παρουσία του Προέδρου της Ιταλίας κ.Ciampi στην Ελλάδα. Θεωρώ την επίσκεψή του πάρα πολύ σημαντική, όχι μόνο για τις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών, αλλά διότι η Ελλάς και η Ιταλία συμβαδίζουν στην κοινή περιοχή της Ευρώπης προς κοινούς στόχους και οι δύο.
Η παρουσία του κ.Ciampi στην Ελλάδα είναι συγχρόνως η παρουσία μιας μεγάλης ευρωπαϊκής προσωπικότητος. Ο κ.Ciampi δεν προσέφερε μόνον τις υπηρεσίες του στην πατρίδα του, και έχει προσφέρει πάρα πολλές, αλλά έχει προσφέρει σημαντικότατες υπηρεσίες σε όλη την Ευρώπη.
Από την προηγούμενη επίσκεψή μου στη Ρώμη, την οποία θυμάμαι πάντοτε με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση, έμαθα να εκτιμώ, να σέβομαι και να αγαπώ τον Πρόεδρο κ.Ciampi.
Σήμερα, είχαμε μία πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση, στην οποία βεβαίως πρωταγωνίστησε η βαθεία σκέψη του κ.Ciampi σ”αυτά τα θέματα γύρω από το μέλλον της Ευρώπης. Βρεθήκαμε σύμφωνοι στις κοινές αυτές επιδιώξεις, στις οποίες αναφέρθηκα και προηγουμένως, ότι η Ευρώπη πρέπει να αποκτήσει μια πιο στενή και ενιαία πολιτική σε πολλούς τομείς, πρέπει να αναπτύξει την οικονομία της ακόμη περισσότερο, πρέπει να φροντίσει την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων της και να επιδοτήσει την έρευνα και την εκπαίδευση των πολιτών της και, βεβαίως, πρέπει να καταστεί ένας παγκόσμιος πόλος διαδόσεως των μεγάλων ιδεών της.
Και, βεβαίως, η Ιταλία διεδέχθη την Ελλάδα στην προεδρία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, την οποία έχει αρχίσει προ ολίγων μόνον ημερών και θέλω να ευχηθώ από το βάθος της καρδιάς μου εξαιρετική επιτυχία στην Ιταλική προεδρία, ώστε να προωθήσει ακόμη περισσότερο την προσπάθεια για την κατάρτιση ενός Ευρωπαϊκού Συντάγματος, που βρίσκεται εν εξελίξει. Σ”αυτή την συνταγματική προσπάθεια στρέφονται οι ελπίδες όλων των ευρωπαϊκών κρατών, αλλά και των ευρωπαϊκών λαών – είμαι βέβαιος – και αναμένουμε από αυτήν την προσπάθεια να αναδειχθεί το νέο πνεύμα της Ευρώπης, το οποίο, συγχρόνως, στηρίζεται σε παλαιές αρχές.
Θέλω άλλη μία φορά να χαιρετίσω την παρουσία του κ.Ciampi στην Ελλάδα, θα του ευχηθώ η διαμονή του να είναι ευχάριστη και να τον βεβαιώσω ότι τα αισθήματα αγάπης και φιλίας του Ελληνικού λαού προς την Ιταλία και τον Ιταλικό λαό, αλλά και προς το πρόσωπό του, είναι ειλικρινή, σταθερά και βέβαια.
Και πάλι καλώς ήλθατε στην Ελλάδα, κύριε Πρόεδρε.
C.CIAMPI: Θα ήθελα πραγματικά να ευχαριστήσω τον Πρόεδρο, κύριο Στεφανόπουλο, και να επαναλάβω και σε σας τα όσα είπα με τον κύριο Πρόεδρο, όταν συναντηθήκαμε μπροστά στο Προεδρικό Μέγαρο. Είναι, πραγματικά, πανέμορφο το γεγονός να βρίσκεται κανείς εδώ στην Αθήνα, είναι όντως όμορφο να είναι κανείς εδώ στην Αθήνα.
Η συνάντηση αυτή είναι κάτι περισσότερο από μία ανταλλαγή επισήμου επισκέψεως, την οποία έκανε ο Πρόεδρος κ.Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος πριν από δύο χρόνια στη Ρώμη. Και πρόκειται πράγματι για μία επίσκεψη, η οποία μας οδήγησε από κοινού, εμάς τους δύο, μέσα σε έναν πνευματικό εναγκαλισμό, ολίγους μήνες μετά την επίσημη επίσκεψη του Προέδρου Στεφανόπουλου στην Ιταλία, να πάμε στην Κεφαλονιά για να αποτίσουμε φόρο τιμής.
Το πρώτο πράγμα το οποίο πραγματικά δεν μπορεί κανείς παρά να κάνει, ευρισκόμενος εδώ στην Αθήνα, είναι να ενθυμηθεί ότι μετά από δυόμισυ χιλιάδες ολόκληρα χρόνια οι ιδέες της δημοκρατίας και της ελευθερίας υπάρχουν, όπως ακριβώς διεσώθησαν στον Μαραθώνα και στη Σαλαμίνα. Και έτσι ακριβώς αυτή η ελευθερία αποτελεί και το νήμα της Αριάδνης, όπως ο πόντικας που σκάβει εδώ και χιλιετίες, έτσι ακριβώς ο (Χαίνκρι;) προσδιόρισε την ελευθερία.
Και, βεβαίως, αυτή είναι και η ουσία της συνάντησής μας και το πνεύμα μέσα στο οποίο έλαβε χώρα. Οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών μας είναι σχέσεις έντονες, στενές και σε διμερές επίπεδο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ιστορία των δύο χωρών μας έχει κοινές και βαθύτατες ρίζες που χάνονται στον πολιτισμό των αρχαίων Ελλήνων και των Ρωμαίων και φτάνουν μέχρι τις ημέρες μας.
Η Ιταλική Αναγέννηση διαμορφώθηκε ταυτόχρονα και με τους ίδιους στόχους με την Ελληνική. Σ”αυτήν ακριβώς τη γη πολλοί Ιταλοί πατριώτες ήρθαν για να παλαίψουν και να αγωνιστούν για τα κοινά ιδανικά και για τη διάδοσή τους στην Ευρώπη. Εις εκ των πλέον σημαντικών, ο Santor di Santarosa, θυσίασε εδώ τη ζωή του.
Η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση ενίσχυσε τις σχέσεις μας. Ελλάδα και Ιταλία ενεργούν, ώστε η ιδέα της Ευρώπης και το σύστημα αξιών και κανόνων που αποτελούν τα θεμέλιά της κατακτήσει τις δικές μας κοινές γνώμες.
Οι διμερείς σχέσεις μεταξύ μας είναι πάρα πολύ πυκνές και οφείλουμε να τις ενισχύσουμε έτι περαιτέρω, όχι μόνο στον οικονομικό και εμπορικό τομέα, αλλά στους τομείς των τηλεπικοινωνιών, της ενέργειας και της άμυνας. Θα πρέπει να βρισκόμαστε πλάι-πλάι για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε δραματικές πραγματικότητες, ιδίως εδώ στην περιοχή της Μεσογείου, από το χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου μέχρι τις κλιματολογικές μεταβολές.
Η υπογραφή εδώ, στην Αθήνα, τον Ιούνιο, της Συνθήκης Προσχώρησης των δέκα νέων χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί τον θεμέλιο λίθο για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Υποδεχόμαστε, λοιπόν, τις χώρες αυτές με πνεύμα αδελφικό και με το αίσθημα ενός κοινού μέλλοντος. Θα γίνουν μέλη μιας Ένωσης, που επί δεκαετίες ήταν παρούσα στα όνειρά τους και που ανέλαβαν τώρα την πανηγυρική δέσμευση να κάνουν δικούς τους τους στόχους της. Στην Ευρώπη ανήκουν, η διαφορά είναι μεταξύ της πλήρους συμμετοχής σε μια κοινή προοπτική για το μέλλον και μιας απλής προσχώρησης σε μια συμμαχία ή σ”ένα χώρο οικονομικής ασφάλειας.
Τώρα έχουμε τα αποτελέσματα της Συντακτικής Συνελεύσεως. Κατάφερε, λοιπόν, αυτή η Συνθήκη να εντοπίσει, κατά την άποψή μου, μια εξισορροπημένη βάση ανάμεσα σε διαφορετικές και όχι απλές απαιτήσεις. Ένα σημαντικό γεγονός είναι ότι η βάση αυτή επικυρώνει στο σύνολό της την επικράτηση του δικαίου της Ένωσης σε σχέση με τα δίκαια των κρατών.
Εκείνο το οποίο έχουμε να κάνουμε, λοιπόν, εμείς είναι να βελτιώσουμε και να ολοκληρώσουμε, να φέρουμε δηλαδή εις πέρας, το έργο της Συντακτικής Συνέλευσης μέσω της Διακυβερνητικής.
Εκείνο το οποίο επαναλάβαμε κατ”ιδίαν με τον Πρόεδρο, κύριο Στεφανόπουλο, και στο οποίο συμφωνήσαμε, είναι ότι στο αμέσως προσεχές μέλλον, την προσεχή άνοιξη, τον Ιούνιο, όταν οι Ευρωπαίοι πολίτες θα προσέλθουν στις κάλπες για να ψηφίσουν, θα πρέπει να γνωρίζουν επακρι
βώς το μοντέλο και το πρότυπο.
Με τα αισθήματα αυτά, λοιπόν, θα ήθελα να ευχαριστήσω εκ νέου τον Πρόεδρο, κύριο Στεφανόπουλο, για τη θερμότατη υποδοχή η οποία μας επεφυλάχθη και για το πνεύμα εντός του οποίου άρχισαν οι επαφές μεταξύ μας και θα συνεχισθούν τις προσεχείς ημέρες και θα αποτελέσουν και το βαθύτερο και πραγματικό νόημα αυτής της συνάντησης.



