Χαιρετισμός του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Αν. Τασούλα στην επίσημη αποδοχή της δωρεάς της Δημοσιογραφικής Βιβλιοθήκης της οικογένειας Βοβολίνη από τη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης

Κυρίες και κύριοι,

Σήμερα, βρισκόμαστε εδώ στην εκδήλωση παράδοσης στη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης της δωρεάς της Δημοσιογραφικής Βιβλιοθήκης Κωνσταντίνου και Σπυρίδωνος Βοβολίνη από τον Εκδοτικό Όμιλο «Κέρκυρα» και την Αλεξάνδρα Βοβολίνη.

Περισσότερα από 1.000 βιβλία παραδίδονται σήμερα στη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης από την οικογένεια Βοβολίνη, η οποία πρωτοστάτησε στην έκδοση του “Μεγάλου Ελληνικού Βιογραφικού Λεξικού” και στη “Βιομηχανική Επιθεώρηση”, η οποία πρωτοκυκλοφόρησε το 1934 και συνεχίζει σήμερα με άλλο όνομα, «Οικονομική Επιθεώρηση».

Ο Σπύρος Βοβολίνης, τον οποίον είχα τη χαρά και την τιμή να έχω Προϊστάμενο καθώς  υπήρξα ως φοιτητής συνεργάτης της «Βιομηχανικής Επιθεωρήσεως» όταν ήταν πλέον στην οδό Ζαλοκώστα 4, ήταν ένας άνθρωπος τακτικός, οργανωτικός, τυπικός. Δεν άφηνε τίποτε ανεξέταστο και τίποτε που να μην το τακτοποιήσει. Ήταν πολύ οργανωτικός με τη ζωή του, αλλά είχε οργανώσει και το τέλος του. Μας άφησε λοιπόν μία σύσταση· να μην γίνουν μνημόσυνα για αυτόν, αλλά να φροντίσουμε, μετά τον ενταφιασμό του να τον λησμονήσουμε.  Δεν μπορούμε να πειθαρχήσουμε σε αυτήν τη σύσταση.

Δεν μπορούμε να λησμονήσουμε έναν ευπατρίδη της δημοσιογραφίας, έναν άνθρωπο ο οποίος στα 24 του μόλις χρόνια διεπίστωσε την ανάγκη να εκπροσωπηθεί δημοσιογραφικά και εκδοτικά η ελληνική βιομηχανία, η οποία τότε εκκινούσε τον δρόμο της προς τα μπροστά. Ήταν τότε που ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας Γεώργιος Πεσμαζόγλου, στο πρώτο τεύχος της «ΒΙΟΜΕΠ», έγραψε ένα άρθρο όπου έλεγε ότι δύο είναι οι πυλώνες της οικονομίας: το εμπόριο και η γεωργία. Δεν μίλησε για την βιομηχανία. Φανταστείτε λοιπόν πόσο πρωτοπόρος και πόσο καλά ιχνηλατούσε το μέλλον  ο Βοβολίνης στα 24 του, τότε που εξέδωσε τη «Βιομηχανική Επιθεώρηση», όταν κανένα άλλο έντυπο τότε στην Ελλάδα δεν ασχολείτο με τη βιομηχανία.  Ένα μόνο έντυπο υπήρχε, το οποίο είχε κλείσει λίγο πριν εκδοθεί η «Βιομηχανική Επιθεώρηση», με τίτλο «Έργα» και ασχολείτο με τεχνικά θέματα. Οπότε, το κενό αυτό το καλύπτει ο 24ετής Βοβολίνης, οραματιζόμενος τη βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας και ειδικότερα την ανάγκη ιδεολογικής υποστηρίξεως της βιομηχανικής ανάπτυξης της χώρας.

Η «Βιομηχανική Επιθεώρηση», την οποία διηύθυνε ο Βοβολίνης μέχρι το ΄90, υπήρξε ένα σπουδαίο περιοδικό, ένα περιοδικό το οποίο τίμησε την ελληνική γλώσσα· τα ελληνικά στα οποία εγράφετο η «ΒΙΟΜΕΠ» ήταν πολύ σωστά και πολύ ορθά. Πίστευαν οι συντάκτες της «Βιομηχανικής Επιθεωρήσεως», υπό τις οδηγίες του Σπύρου Βοβολίνη, ότι η ελληνική γλώσσα συμπυκνώνει έναν αφάνταστο πλούτο, τον οποίο πρέπει να υπηρετούμε. Τα πολιτικά και οικονομικά σχόλια ήταν ανυπέρβλητα. Παρουσίαζε σε κάθε τεύχος την οικονομική επικαιρότητα, αλλά είχε και σχόλια πάνω στην πολιτική επικαιρότητα, και είχε μεγάλη έγνοια, να διατυπώνει σωστά τις εκφράσεις. Θυμάμαι ένα σχόλιο της «Βιομηχανικής Επιθεώρησης» για ένα λάθος που και σήμερα γίνεται, σχετικά με την ευαγγελική φράση “ο αποθανών δεδικαίωται”.

Όλοι θεωρούμε ότι η φράση “ο αποθανών δεδικαίωται” σημαίνει ότι όποιος πεθαίνει συγχωρείται, για ό,τι έχει κάνει. Αυτό δεν ισχύει, και η “Bιομηχανική Eπιθεώρηση” το εξήγησε με χιούμορ υπενθυμίζοντας την ολοκληρωμένη φράση από το Ευαγγέλιο: “ο αποθανών δεδικαίωται από τας αμαρτίας”,  το οποίο σημαίνει ότι όποιος πεθαίνει απαλλάσσεται από τη δυνατότητα να αμαρτάνει πλέον, γιατί έχει πεθάνει. Άρα, η εντύπωση ότι όποιος πεθαίνει, συγχωρείται, είναι εντελώς εσφαλμένη.

Άρεσε στον Βοβολίνη να κάνει τέτοιες διορθώσεις οι οποίες, συνήθως, γινόντουσαν με ευθύβολη γραφή και χιούμορ. Είχε διορθώσει κάποτε και την εσφαλμένη αντίληψη ότι η φράση “εξ απαλών ονύχων” σημαίνει κάτι επιφανειακό. Δηλαδή, νομίζουμε ότι όταν λέμε “εξ απαλών ονύχων” εννοούμε κάτι που συμβαίνει επιφανειακά. Λέμε δηλαδή, «σε παρακαλώ μη δεις το θέμα “εξ απαλών ονύχων”», και εννοούμε: «μην το δεις επιφανειακά». Ενώ “εξ απαλών ονύχων”, όπως μας διόρθωσε η “Βιομηχανική Επιθεώρηση”, σημαίνει: από όταν ήμασταν μικροί και είχαμε απαλά νύχια. Άρεσε στον Βοβολίνη αυτή η διόρθωση στη χρήση της ελληνικής γλώσσας, πέραν από την έκφραση οικονομικών ή πολιτικών αντιλήψεων επί της επικαιρότητας.

Ο αδερφός του Κωνσταντίνος, ο οποίος πέθανε πολύ νωρίς, μόλις σε ηλικία 57 ετών το 1970, υπήρξε πολύ νέος Γενικός Γραμματέας του Δήμου Πειραιά. Μάλιστα, το κατοχικό καθεστώς τον απέλυσε το 1941, γεγονός που αντιμετωπίστηκε με μια εντυπωσιακή συμπαράσταση από το Δημοτικό Συμβούλιο Πειραιά. Εστράφη στη δημοσιογραφία αφού σπούδασε νομικά. Υπήρξε ένας από τους κύριους διοργανωτές της Αντιστασιακής Οργανώσεως και της Αντιστασιακής Εφημερίδας που ήταν συνώνυμα, με τίτλο “Το ελληνικό αίμα” με τον Πηνιάτογλου και τον Μήλιο, η οποία εκδόθηκε το 1941 και κράτησε μέχρι το 1948. Εν συνεχεία, ασχολήθηκε με την πολιτική, εξελέγη Βουλευτής Πειραιώς με τον “Ελληνικό Συναγερμό” του Αλέξανδρου Παπάγου την περίοδο 1952-1956 και με το “Kόμμα Προοδευτικών” του Σπύρου Μαρκεζίνη την περίοδο 1961-1963, πάντα στην εκλογική περιφέρεια Πειραιώς.

Ήταν πολύ αγαπημένα αδέρφια, ο Σπύρος και ο Κωνσταντίνος. Μάλιστα έμοιαζαν και φυσιογνωμικά, πολύ περισσότερο από ό,τι μοιάζουν τα αδέρφια. Είχαν την ίδια φυσιογνωμία. Ήταν στενά συνδεδεμένοι. Ίσως αυτό να οφείλεται στο ότι έχασαν από νωρίς τον πατέρα τους, Αντώνιο. Ήταν στενά συνδεδεμένοι και με τη μητέρα τους. Αυτό φαίνεται και από τα γράμματα πολέμου, την αλληλογραφία δηλαδή, που προφανώς είναι μέσα στις εκδόσεις που δωρίζονται.

Στην αλληλογραφία που είχε με τη μητέρα του την περίοδο που υπηρετούσε στο Βορειοηπειρωτικό Μέτωπο φαίνεται πολύ καθαρά ο δεσμός και η αγάπη για τη μητέρα του, η οποία καταγόταν από την Κρήτη, ενώ ο πατέρας του ήταν από την Κέρκυρα, εξ ου και οι εκδόσεις «Κέρκυρα».

Ο Βοβολίνης, λοιπόν, ανέλαβε τη “Bιομηχανική Eπιθεώρηση” έχοντας δουλέψει, προηγουμένως, σε μία ιδιότυπη στρατιωτική υπηρεσία από την οποία προφανώς πήρε αυτή την έφεση για την τάξη και την οργάνωση. Είχε δουλέψει για τέσσερα χρόνια σε μία υπηρεσία, η οποία ασχολούνταν με το διακανονισμό των λογαριασμών των σιδηροδρόμων του τέως Μικρασιατικού μετώπου.

Αξίζει να προσέξουμε ότι μετά την Μικρασιατική Καταστροφή το κράτος δεν αποσαθρώθηκε. Συστάθηκε υπηρεσία,  η οποία στεγαζόταν στο Ελεγκτικό Συνέδριο, στην οδό Αμερικής, η οποία ασχολείτο με τις οικονομικές υποχρεώσεις που είχε το Ελληνικό Δημόσιο στις σιδηροδρομικές εταιρείες, οι οποίες μετέφεραν τα ελληνικά στρατεύματα στο μέτωπο της Μικράς Ασίας. Και σε αυτό το γραφείο διευθετήσεως αυτών των οικονομικών υποχρεώσεων εργάστηκε ο Βοβολίνης επί τέσσερα χρόνια, ως δημόσιος υπάλληλος, χωρίς όμως αυτό να τον ικανοποιεί. Παράλληλα δούλευε το απόγευμα και σε κάποιες ιδιωτικές εταιρείες, έχοντας έτσι επαφή με τους παράγοντες της ελληνικής οικονομίας.

Στο 1926 που πρωτοδούλεψε σε αυτή τη στρατιωτική υπηρεσία ήταν 16 ετών, έχοντας ήδη πτυχίο λογιστού. Ανέλαβε υποχρεώσεις επαγγελματικές, που σήμερα,  όταν κάποιος θεωρείται παιδί μέχρι τα 35 του, φαίνονται υπερβολικά απαιτητικές.  Εκείνη την εποχή, ανελάμβανες υποχρεώσεις πολύ νωρίς και φυσικά αυτό δεν σου δημιουργούσε  προβλήματα. Απεναντίας σε σφυρηλατούσε και σε έκανε έμπειρο και ικανό να αντικρίζεις τη ζωή. Όπως ακριβώς, έμπειρος και ικανός να αντικρίζει τη ζωή ήταν και ο Αλέξανδρος Πάντος. Και αναφέρω τον Πάντο γιατί είμαστε εδώ στο κτίριο του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης, που βρίσκεται στην οδό Αλεξάνδρου Πάντου. Ο Πάντος ήταν κι αυτός ένας ευπατρίδης από τη Μαγνησία, από τη Ζαγορά Πηλίου, ο οποίος σπούδασε στο Παρίσι και εν συνεχεία άφησε την περιουσία του, πεντακόσιες χιλιάδες δραχμές στο Ελληνικό Δημόσιο για να ιδρυθεί και στην Ελλάδα μια Σχολή Πολιτικών Επιστήμων, όπως ήταν η Σχολή που σπούδασε στη Γαλλία. Έτσι ιδρύθηκε η Πάντειος, δηλαδή το Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Οι άνθρωποι εκείνης της εποχής, της εποχής του Μεσοπολέμου, ήταν πολύ διαφορετικοί από τον μέσο σημερινό Έλληνα. Είχαν αντιλήψεις φιλογενείς, είχαν αντιλήψεις οι οποίες είχαν σχέση με την έννοια του καθήκοντος και το βλέπουμε αυτό στη συμπεριφορά των αδερφών Βοβολίνη.

Ο Βοβολίνης ήταν πιο «βιομηχανόφιλος» ακόμα και από τους βιομήχανους. Πίστευε στη βιομηχανία περισσότερο απ’ όσο πίστευαν ακόμα και οι ίδιοι οι βιομήχανοι. Κι αυτό φαίνεται στην πολύ ωραία έκδοση της Τράπεζας της Ελλάδος, που εξιστορεί την ωραία περιπέτεια της “Βιομηχανικής Επιθεώρησης”. Βλέπουμε ότι ο Βοβολίνης μέσα στο διάβα των ετών προσπαθούσε να πείσει τους εκπροσώπους της βιομηχανίας να στηρίξουν συλλογικά τη “Βιομηχανική Επιθεώρηση” γιατί στην ουσία έτσι θα στήριζαν τον εαυτό τους, θα στήριζαν την ιδιότητά τους, θα στήριζαν το επάγγελμά τους.

Σε αυτή την προσπάθεια δεν έβρισκε πάντα ανταπόκριση. Ίσως γιατί η συλλογικότητα στην Ελλάδα είναι ένα ζητούμενο ακόμη και σήμερα. Οι περισσότεροι από εμάς θεωρούν ότι θα διευθετήσουν τις υποθέσεις τους ατομικά και όχι συλλογικά. Προφανώς δεν σκέφτονταν όλοι οι βιομήχανοι να υποστηρίξουν ένα περιοδικό το οποίο αντιμετώπιζε τη βιομηχανία ως στήριγμα της κοινωνίας, της οικονομίας, της εργασίας και της ανάπτυξης της Ελλάδος.

Ήταν υπερήφανος ο Βοβολίνης, όπως ήταν και ο αδερφός του. Ήταν κομψός, καλοντυμένος, ξεχωριστός άνθρωπος που είχε οργανώσει τη ζωή του και την είχε κυριολεκτικά υποτάξει στον σκοπό της “Βιομηχανικής Επιθεώρησης”. Οι άνθρωποι του περιοδικού αυτού ήταν η οικογένειά του. Η οικογένεια αυτή αργότερα συμπληρώθηκε από την αγαπημένη του ανιψιά, Αλεξάνδρα Βοβολίνη η οποία προχωρά σήμερα σε αυτή τη χειρονομία, παραβιάζοντας σωστά την υπόδειξή του να τον ξεχάσουμε μετά από την αποχώρησή του από τη ζωή.

Είχα την τύχη ως φοιτητής της Νομικής, αρχές της δεκαετίας του ’80, μέσω του αείμνηστου Ευάγγελου Αβέρωφ, να γνωρίσω τον Σπύρο Βοβολίνη και να εργαστώ για λίγα χρόνια στη “Βιομηχανική Επιθεώρηση”, κρατώντας τη στήλη της κριτικής βιβλίου αλλά και πηγαίνοντας σε εκδηλώσεις στις οποίες ήταν καλεσμένος ο ίδιος και, λόγω ηλικίας ή λόγω κάποιας άλλης υποχρεώσεως, δεν μπορούσε να πάει. Και θυμάμαι πάντα, με τι σεβασμό με αντιμετώπιζαν όταν έλεγα ότι έρχομαι εκ μέρους της “Βιομηχανικής Επιθεώρησης”. Έναν σεβασμό που δεν τον άξιζα τότε, ούτε λόγω ηλικίας, ούτε λόγω επιδόσεων. Έγραφα κι εγώ και καμάρωνα το όνομά μου να βρίσκεται σε αυτό το σοβαρό περιοδικό, το οποίο κάποτε είχε και αγγλόφωνη έκδοση και διέπρεψε και στο εξωτερικό. Το περιοδικό το οποίο από το 1975 και μετά εξέφρασε και εκπροσώπησε τον Economist, διδάσκοντας τον αναγνώστη ελληνικά, διδάσκοντας σκέψη. Τότε αντιλήφθηκα κι εγώ τη σημασία της δυσφημιζόμενης τότε, τη δεκαετία του ‘80 βιομηχανίας, στην ανάπτυξη της χώρας.

Μου έλεγε ο Σπύρος Βοβολίνης ότι δεν είναι μόνο οι πολιτικοί οι οποίοι συνέβαλαν στην οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδος και στο ξεπέρασμα της φάσεως της “Ψωροκώσταινας” – για να χρησιμοποιήσω μια λέξη κάπως απεχθή. Ήταν και οι βιομήχανοι, οι οποίοι πολλές φορές ενάντια στην πολιτική, ενάντια στις δυσκολίες, έχτισαν μεταπολεμικά μια Ελλάδα, η οποία κατάφερε να γίνει ισότιμη με την Ευρώπη. Πρέπει να καταλάβουμε ότι η δημιουργία της αναπτυγμένης Ελλάδος δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα των πολιτικών επιλογών, αλλά και των μεγάλων προσπαθειών των πρωτοπόρων της ελληνικής βιομηχανίας, εις τους οποίους ο Βοβολίνης είχε πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη.

Αυτό λοιπόν το περιοδικό, αυτό το εκδοτικό επίτευγμα διέθετε ένα απόθεμα γνώσεων, τη Δημοσιογραφική Βιβλιοθήκη των αδερφών Βοβολίνη που ήταν μια πολύτιμη πηγή στην οποία οι συνεργάτες του εντύπου κατέφευγαν συχνά.

Και αυτή η Δημοσιογραφική Βιβλιοθήκη σήμερα παραδίδεται στην Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης. Ένας πλούτος γνώσεων, ένας πλούτος σπάνιων βιβλίων από τα οποία αντλούσαν γνώση και εμπειρία οι συνεργάτες της  “Βιομηχανικής Επιθεώρησης” και του περίφημου Βιογραφικού Λεξικού, το οποίο είναι σήμερα στα χέρια του Ελληνικού Δημοσίου και είμαι βέβαιος ότι θα αξιοποιηθεί κατάλληλα.

Εκφράζω λοιπόν την ευχή, όλα τα στοιχεία και το ιστορικό υλικό που αφορούν τη “Βιομηχανική Επιθεώρηση” και το Λεξικό να αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και της ελληνικής βιομηχανίας. Μια ανάπτυξη που άλλοτε επιτυγχάνεται κόντρα σε πολλές δυσκολίες και άλλοτε έρχεται χάρη σε μια μεγάλη συμπαράσταση από την πολιτεία. Εύχομαι οι μελλοντικοί ερευνητές να κατανοήσουν καλύτερα μέσα από αυτό το μοναδικό περιοδικό την πορεία της βιομηχανίας στην Ελλάδα.

Συγχαίρω την κυρία Αλεξάνδρα Βοβολίνη για αυτή την πρωτοβουλία της. Συγκινούμαι που στην έκθεση που περιηγήθηκα προηγουμένως με γραπτά τεκμήρια από την «Βιομηχανική Επιθεώρηση», είδα και ένα άρθρο που είχα γράψει ως τριτοετής φοιτητής της Νομικής για το πανεπιστημιακό άσυλο το οποίο το ΄80 θεωρούνταν τοτέμ, ιερό και δεν μπορούσε κανείς να το θίξει. Είχα την «απρέπεια» τότε να το χαρακτηρίσω ως μία κατάχρηση διότι ήταν αντιληπτό ως άσυλο χώρου ενώ υποστήριξα ότι είναι άσυλο ιδεών και όχι άσυλο απαραβίαστου χώρου με τη στενή έννοια. Φαίνεται ότι ήμουν πάντα εκτός εποχής, συντηρητικός και ντεμοντέ, και το αποδεικνύει και εκείνη η αρθρογραφία μου.

Σήμερα αυτά τα πράγματα έχουν εντελώς αλλάξει, το Πανεπιστημιακό άσυλο θεωρείται άσυλο ιδεών και υποστηρίζεται ως άσυλο ιδεών. Θυμήθηκα λοιπόν αυτή την αρθρογραφία μου και χαίρομαι που ένα τόσο υψηλού επιπέδου ακροατήριο θα ακούσει στη σημερινή εκδήλωση περισσότερες πληροφορίες για αυτή τη Βιβλιοθήκη. Και έτσι όλοι μαζί θα παραβιάσουμε την εντολή του Σπύρου Βοβολίνη να τον λησμονήσουμε.

Σας ευχαριστώ.

Τελευταίες δημοσιεύσεις

Ανακήρυξη σε Επίτιμο Δημότη Αγαθονησίου

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Αν. Τασούλας, στο πλαίσιο της επίσκεψής του στο Αγαθονήσι, ανακηρύχθηκε Επίτιμος Δημότης Αγαθονησίου στο Δημαρχείο του νησιού. Μετά την προσφώνηση