Κύριε Υπουργέ,
Κύριε Νομάρχα,
Κύριε Δήμαρχε,
Κυρίες και Κύριοι,
Θα ήμουν εντελώς ασυγχώρητος εάν μπροστά στους τόσους επαίνους του Σεβασμιωτάτου δεν υπέκυπτα να πω δυο λόγους πράγματι. Λόγους, αναφερόμενους στη σπουδαία ημέρα και στη σπουδαία εορτή.
Δεν είμαι σε θέση, βεβαίως, να ανταγωνισθώ τη θεολογική του σοφία και ικανότητα του Σεβασμιωτάτου Νέας Ζηλανδίας, ο οποίος στην εκκλησία μίλησε κατά θαυμάσιο τρόπο.
Θα μου επιτρέψετε και μένα πάνω σ’αυτό το ίδιο θέμα, αλλά σε ένα επίπεδο λαϊκότερο, θα έλεγα, να πω μερικές σκέψεις.
Το πνεύμα υπάρχει. Δεν ομιλώ για το πνεύμα της Αγίας Τριάδος. Το πνεύμα που κυριαρχεί στον κόσμο, για τις ιδέες που υπάρχουν. Δεν είναι ο άνθρωπος μόνο σάρκα, έχει και νου και σκέψη και πνεύμα.
Και το ερώτημα είναι, αυτά που σκέπτεται ο άνθρωπος υπάρχουν πράγματι ή τα ευρίσκει ο άνθρωπος δια της ιδίας του σκέψεως. Το ερώτημα λέγεται για πολλά πράγματα και για τα μαθηματικά, μεταξύ άλλων, τα οποία διαρκώς και αναπτύσσονται. Το ερώτημα είναι, τα μαθηματικά υπάρχουν στον κόσμο άγνωστα, κρυμμένα κάπου και η σκέψη του ανθρώπου τα ανακαλύπτει ή είναι εύρημα του ανθρώπου;
Για να δούμε αν αυτό μπορεί να ισχύσει γενικότερα, για τις ιδέες οι οποίες κυκλοφορούν στον κόσμο και μάλιστα για τις σπουδαίες ιδέες του Πλάτωνος, ο οποίος – καίτοι προ Χριστού ζήσας – είπε μερικά πράγματα πάρα πολύ σημαντικά, όπως και ο Σωκράτης, που εμφανίζεται απόστολος προ των Αποστόλων και χριστιανός προ του Χριστού.
Ας δούμε πρώτα απ’όλα, πώς λειτουργεί η φύση, τι είναι αυτό το πράγμα στο οποίο ζούμε. Είναι ένα σύστημα, το οποίο διέπεται από την αρμονία, ναι ή όχι; Ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι το σύστημα στο οποίο ζούμε και του οποίου η γη αποτελεί ένα απειροελάχιστο μικρό αστέρι, αλλά θαυμάσιο ταυτοχρόνως, είναι ένα σύστημα αρμονικό. Άρα η αρμονία υπάρχει. Είναι αυταπόδεικτος και δεν είναι ανάγκη να την αναζητήσουμε αλλού, παρά μόνον να παρατηρήσουμε τη φύση και το σύμπαν. Η αρμονία μπορεί να υπάρχει χωρίς τη λογική κάποιου υπερτέρου νοός; Ποιος έφτιαξε την αρμονία; Μόνη της γίνεται η αρμονία; Η αρμονία χρειάζεται μία λογική σκέψη υπερτέρα. Υπάρχει, λοιπόν, και αυτή.
Και η λογική σε τι χρησιμεύει; Δεν χρησιμεύει για την υπόδειξη των αρετών. Είναι δυνατόν η λογική να μην αναφέρεται στη δικαιοσύνη, να μην αναφέρεται γενικότερα στην αρετή;
Όλα αυτά, λοιπόν, είναι υπαρκτά πράγματα, τα οποία εμείς οι απλοί άνθρωποι, οι οποίοι δεν έχουμε θεολογικές γνώσεις καλύπτουμε όλα αυτά τα πράγματα με την έννοια του πνεύματος, της πνευματικής ζωής, η οποία είναι πάρα πολύ σημαντική και η οποία σε όλη τη φύση υπάρχει στον άνθρωπο. Και αν υποτεθεί ότι σε όλο αυτό το σύμπαν δεν υπάρχει άλλο κατοικημένο αστέρι – δεν το ξέρουμε, πολύ πιθανόν βάσει της απειρότητος του σύμπαντος να φαντασθούμε ότι υπάρχει και αλλού ζωή, αλλά μέχρις ότου αποκαλυφθεί για φαντασθείτε – σε όλο το σύμπαν, το πνεύμα να υπάρχει μόνο στη γη. Και να το έχουν μόνον οι άνθρωποι ή οι μουσικοί ήχοι να αναδεικνύονται μόνο στη γη σ’αυτό το σύμπαν, το οποίο είναι σιωπηλό και άνευ ήχων, φωνών και μουσικών τόνων.
Αφού, λοιπόν, υπάρχει το πνεύμα, αφού υπάρχει η λογική, αφού υπάρχουν οι αρετές, με τι επιβαρύνονται οι άνθρωποι; Αυτά όλα δεν δημιουργούν για τους ανθρώπους καμία υποχρέωση; Υπάρχουν για να υπάρχουν και οι άνθρωποι είναι ανεξάρτητοι αυτής της υπάρξεως ή είναι οι εκφραστές αυτού του πνεύματος επί της ζωής; Αυτό δεν είναι το δικαίωμα που μας έδωσε ο Θεός, όχι μόνον να ζούμε αλλά να έχουμε και ένα πνεύμα, ένα πολύ μικρό μόριο πνεύματος μέσα μας, το οποίο μας δίνει εξαιρετικές δυνάμεις, αλλά μας βαρύνει και με υποχρεώσεις. Και αυτές οι υποχρεώσ
εις, γιατί δεν θέλω να επανέλθω στα θεολογικά του Σεβασμιωτάτου, να δούμε τι μας υποχρεώνουν;
Θα αναφερθώ στον πολιτισμό. Οι άνθρωποι, βάσει του πνεύματος, παράγουν πολιτισμό. Και με αυτόν τον πολιτισμό πρέπει να ζουν και να αναπτύσσουν αυτόν τον πολιτισμό, ο οποίος στην Ελλάδα κυριότατα έχει αναπτυχθεί. Και έχει δώσει τα πρώτα φώτα ζωής, τα πρώτα φώτα του πνεύματος, τα οποία ακόμη εξακολουθούν να υπάρχουν και επί των οποίων στηρίζεται και η σύγχρονη προηγμένη τεχνολογικά ανθρωπότης, η οποία όμως δεν μπόρεσε να ξεπεράσει όσα η σκέψη των αρχαίων μας προγόνων φαντάστηκε, συνέλαβε, με τη βοήθεια του πνεύματος, και διετύπωσε.
Πολιτισμός, λοιπόν, είναι η πρώτη υποχρέωση των ανθρώπων. Και όταν μιλάει κανείς στη Λευκάδα για πολιτισμό, μιλάει για κάτι πολύ κοινό. Όπως σε όλα τα Ιόνια νησιά είχα την ευκαιρία να το πω και προηγουμένως, τα Ιόνια νησιά υπήρξαν πάντοτε πηγή πολιτισμού. Και η Λευκάδα μεταξύ αυτών με τον ιδιότυπο πολιτισμό της, τον οποίο γνωρίζω πολύ καλά από παλαιών ετών, διότι πάντοτε είχα επαφές με το ωραίο αυτό νησί. Μπορεί να ήταν επαγγελματικές οι επαφές αυτές, αλλά μου επέτρεπαν πάντοτε να έχω με το νησί αυτό ιδιαίτερους δεσμούς.
Σήμερα, έχω και άλλους δεσμούς. Έχω συγγενικούς δεσμούς και χαίρω ιδιαιτέρως διότι βλέπω εδώ, παρακαθημένους, τους δύο αγαπητούς μου συμπεθέρους, την Ελευθερία και τον Θωμά, τους οποίους με πολλή αγάπη τους βλέπω και όπως είμαι βέβαιος μου το ανταποδίδουν και εκείνοι.
Θα ήθελα, λοιπόν, αγαπητοί μου να πω ότι αυτό το πνεύμα, του οποίου τον εορτασμό ως μέρους της Αγίας Τριάδος ετελέσαμε αυτές τις μέρες, αυτό το πνεύμα μας υποχρεώνει και σε άλλες πράξεις και ενέργειες, όχι μόνο πολιτιστικές, αλλά και στις πράξεις αρετής, που περικλείει το πνεύμα. Διότι το πνεύμα μπορεί να υπάρχει και αντίστοιχο πονηρόν, αλλά εμείς δεν είμαστε οπαδοί του πονηρού πνεύματος, αντιθέτως είμαστε αντίπαλοι και όπως και εκείνο μας εχθρεύεται και εμείς προσπαθούμε την έχθρα αυτή να την αντιμετωπίσουμε συμμαχούντες και συμπορευόμενοι με το αγαθό πνεύμα. Και το αγαθό πνεύμα μας οδηγεί σε πράξεις δίκαιες και πράξεις αρετής.
Να, λοιπόν, αυτή η εορτή ποιες σκέψεις μπορεί να υποδείξει και να επιβάλλει και με αυτόν τον λόγο, Σεβασμιώτατε, τον πολύ πρόχειρο και πολύ βραχύ, τον οποίον η καλωσύνη σας ενεφάνισε ως σημαντικό, ενώ είναι πάρα πολύ ασήμαντος, θέλω να τελειώσω ευχαριστώντας πρώτα, τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας δι’ όσα υπέρ εμού έπραξε. Ασφαλώς δεν πρόκειται να λησμονήσω τον Σεβασμιώτατο και πνευματικό σας τέκνο Μητροπολίτη Νέας Ζηλανδίας, τον οποίο είχα την ευκαιρία και την ευτυχία να τον συναντήσω στα μακρινά αυτά μέρη, όπου όπως έλεγα προηγουμένως με μία άλλη ευκαιρία, οι Έλληνες αισθάνονται περισσότερο Έλληνες από μας. Εμείς εδώ, στην Ελλάδα, όταν ξυπνάμε το πρωί δεν χρειάζεται να σκεφθούμε ότι είμαστε Έλληνες; Είναι αυτονόητο ότι είμαστε Έλληνες, δεν το σκεφτόμαστε. Οι Έλληνες της ξενητειάς πρέπει κάθε πρωί να θυμούνται ότι είναι Έλληνες. Και αυτή είναι η υπεροχή τους. Και το θυμούνται με τον καλύτερο τρόπο. Και εγώ θυμάμαι πώς με υποδεχθήκατε στη Μελβούρνη και πόσο ωραία περάσαμε σ’όλη αυτή την περιοδεία την οποία έκανα.
Σεβασμιώτατε, την ευχή σας για να εορτάζομε αυτή τη μεγάλη ημέρα με την αγάπη την μεταξύ μας, με την ομόνοια και με την πίστη στο Πνεύμα το Άγιο, το οποίο να μας φωτίζει πάντοτε.



