«Κύριε Υπουργέ, Σεβασμιώτατε, κυρίες και κύριοι,
Το να βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη είναι ιδιαίτερη χαρά για μένα αυτές τις άγιες και εθνικώς σπουδαίες ημέρες.
Αλλά, θέλω να σας ομολογήσω αυτή την ώρα της οικειότητος, την οποία αισθάνομαι ότι επικρατεί στην αίθουσα αυτή, ότι έχω και μια δυσκολία. Καλούμαι να απευθυνθώ συχνά σε ένα επίπεδο πολύ υψηλό, το οποίο δημιουργεί εμπόδια στον οποιονδήποτε αντιφωνούντα ή ομιλούντα. Ξέρω πολύ καλά ότι απευθύνομαι σε ανθρώπους υψηλού επιπέδου, μεγάλης μορφώσεως, μεγάλων επιδόσεων, επιστημονικών και άλλων και παρακαλώ να μου συγχωρήσετε αυτή τη δυσκολία.
Θέλω να σας βεβαιώσω, Κύριε Υπουργέ, την αξία της Θεσσαλονίκης, στην οποία αναφέρθηκε σήμερα και χθες ο κ. Δήμαρχος που με υπεδέχθη με τη γνωστή του πάντοτε ευγένεια και φιλοφροσύνη, να πω γιατί θεωρώ κι εγώ σπουδαία τη Θεσσαλονίκη. Για πολλούς και διαφόρους λόγους και κατανοητούς και συναισθηματικά μόνον αντιλαμβανόμενους. Κάτι είναι η Θεσσαλονίκη. Αν θελήσετε να το περιγράψετε επακριβώς, μπορείτε να πέσετε έξω ή να αφήσετε τομείς, τους οποίους δεν σημειώσατε.
Η Θεσσαλονίκη δεν είναι μόνον η Βόρεια Ελλάς, δεν είναι μόνον ο χώρος της νέας προσπάθειας της Ελλάδος προς τα Βαλκάνια. Η Θεσσαλονίκη είναι η ιστορία της, η Θεσσαλονίκη είναι η παράδοσή της, η Θεσσαλονίκη είναι η πνευματικής της σήμερα ζωή και είχα την ευκαιρία, συνοδευόμενος από τον κ. Υπουργό Πολιτισμού, να επισκεφθούμε δύο Ιδρύματα πολύ σημαντικά, τα οποία γνωρίζετε πάρα πολύ καλά. Είναι ο Τελλόγλειο και το Ίδρυμα Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου, στο οποίο παρακολουθήσαμε μία πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία, αλλά, γενικώς, είδαμε και τη δραστηριότητα αυτού του Ιδρύματος, η οποία είναι μοναδική στην Ελλάδα, μοναδική ίσως καις τον Αίμο. Όλα αυτά, λοιπόν, συγκροτούν τη Θεσσαλονίκη σε ένα πάρα πολύ σπουδαίο πόλο. Ελληνικό πόλο.
Άλλωστε, ανέκαθεν υπήρξε η Θεσσαλονίκη ελληνική, παρά τις περιπέτειες, στις οποίες η ιστορία της την έσυρε. Αντιλαμβάνομαι, λοιπόν, εξ αυτού του λόγου, την υπερηφάνεια της Θεσσαλονίκης, την υπερηφάνεια των Θεσσαλονικέων και την επιδίωξή τους, όχι να ανταγωνιστούν την Αθήνα, αλλά να την προσεγγίσουν με ίσα δικαιώματα. Το αντιλαμβάνομαι πλήρως.
Αλλά, ως επαρχιώτης, καταγόμενος εξ άλλης περιοχής, πολύ υποδεεστέρας και των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης, θα καλούσα τους Θεσσαλονικείς να αναλογιστούν ότι οιαδήποτε απόσταση υπάρξει μεταξύ αυτών και των Αθηνών, υπάρχει πολλαπλασία μεταξύ Θεσσαλονίκης και των υπολοίπων πόλεων, οι οποίες είναι πάρα πολύ καθυστερημένες. Δεν θέλω να απολογηθώ, ούτε να υπερασπιστώ την πόλη μου, η οποία καλείται σήμερα να εκπροσωπήσει την Ελλάδα ως Πολιτιστική Πρωτεύουσα.
Όλα αυτά, λοιπόν, συγκροτούν την ευχαρίστησή μου και τη δυσκολία μου, όταν ευρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη. Πιστεύω δε ότι, εδώ, από τη Θεσσαλονίκη, από τη Βόρειο Ελλάδα, από τη Μακεδονία μας και τη Θράκη, θα ξεκινήσει και θα ενισχυθεί το νέο όραμα της Ελλάδος. Η Ελλάς έχει οράματα. Κανένα κράτος δεν παύει να έχει οράματα και σημασία έχει, αν είναι επιτυχές το όραμα που επιλέγει. Το όραμα που έχει επιλέξει η Ελλάς είναι το όραμα της προόδου, της εξισώσεώς της με τα άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Του ανεβάσματος στις βαθμίδες της κλίμακος, με τις οποίες απέχουμε από τα άλλα κράτη της Ευρώπης.
Εις αυτό, λοιπόν, το όραμα πιστεύω ότι η Θεσσαλονίκη θα λειτουργήσει ως προπομπός ολοκλήρου της Ελλάδος. Θα λειτουργήσει ως κινητήρια δύναμις, γιατί από εδώ ξεκινάνε πάρα πολλές δυνατότητες που είναι φανερές και οι οποίες διαχέονται και στην υπόλοιπη Ελλάδα, αλλά εδώ η πιο φανερή πηγή των. Κάτω από αυτές, λοιπόν τις συνθήκες, θέλω να σας πω άλλη μια φορά πόσον ευτυχής είμαι που ευρίσκομαι εδώ τις ολίγες αυτές ημέρες, οι οποίες παραδοσιακώς συνδυάζονται με τη Θεσσαλονίκη και επιβάλλουν την εδώ παρουσία μας, αν και θα ήθελα πολλές περισσότερες φορές να ευρίσκομαι μεταξύ υμών.
Θέλω κύριε Υπουργέ, να σας ευχαριστήσω προσωπικώς για το ωραιότατο δώρο, το οποίο εκάνατε και του οποίου η σημασία, διότι προέρχεται από ανθρώπους τους οποίους μας περιγράψατε, είναι διπλή και τριπλή και τετραπλή. Όλοι αντιλαμβανόμεθα την κοινωνική ανάγκη της βοήθειας αυτών των ανθρώπων και όλοι χαιρόμεθα, όταν βλέπουμε ότι εντάσσονται και πάλι στην κοινωνία, η οποία πρέπει να τους περιμένει με ανοιχτές τις αγκάλες, χωρίς κανένα δισταγμό και χωρίς καμία επιφύλαξη.
Και πάλι, εύχομαι σε όλους Χρόνια Πολλά, να ευτυχείτε, να προοδεύετε, να προκόβετε και να οδηγείτε την Ελλάδα».



