Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τη φιλοφροσύνη την οποία μου επιδεικνύετε, για τα δώρα σας και την υποδοχή την οποία μας επιφυλάξατε.
Σεβασμιώτατε,
Κύριε Υφυπουργέ,
Κύριε Βουλευτά,
Κυρίες και Κύριοι,
Αυτές οι επέτειοι μεγάλων εθνικών περιστάσεων και γεγονότων μας ενθαρρύνουν να σκεφθούμε με τις σημερινές συνθήκες, όπως σκέφθηκαν εκείνοι οι οποίοι επολέμησαν, ελευθέρωσαν τα σκλαβωμένα μέρη της Ελλάδος και επεξέτειναν την ελευθερία σε όλο τον σημερινό ελεύθερο χώρο.
Σήμερα, περνάμε πάλι περιστάσεις οι οποίες μας υποχρεώνουν να θυμηθούμε τον πατριωτισμό μας και αναφέρομαι στο κατατεθησόμενο σήμερα, μέσα σε λίγες ώρες, σχέδιο επιλύσεως του Κυπριακού εκ μέρους του Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, το οποίο όλοι θέλουμε να το εξετάσουμε με τη διάθεση της αναζητήσεως μιας λύσεως, την οποία τόσο καιρό επιθυμούμε.
Διότι πρέπει όλοι να θυμηθούμε, κύριε Νομάρχα, Σεβασμιώτατε, κυρίες και κύριοι, ότι αν κάποιος επεθύμησε και αν κάποιος επιθυμεί την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος είναι η ελληνική πλευρά. Η άλλη πλευρά έλεγε όλον αυτό το χρόνο, όλο αυτό το διάστημα των 28 ετών, ότι το πρόβλημα είναι λελυμένο με την κατοχή ενός μεγάλου τμήματος της νήσου από τα τουρκικά στρατεύματα και ότι δεν υπήρχε περιθώριο άλλης λύσεως και άλλης προτάσεως. Αυτή ήταν η άποψη του κυρίου Ετσεβίτ, πρωθυπουργού της Τουρκίας και για ένα διάστημα ακόμη μέλλοντος να παραμείνει στην εξουσία μέχρις ότου εφαρμοστούν τα αποτελέσματα της τελευταίας εκλογικής αναμετρήσεως.
Εμείς, λοιπόν, πράγματι και επιθυμούσαμε και επιθυμούμε την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος. Και γι αυτό αισθανόμαστε ευγνωμοσύνη προς όσους επενέβησαν, με διάθεση να ευρεθεί μια λύση κατά το δυνατόν δικαία, μια λύση που θα υπηρετεί τις μεγάλες αρχές του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και όχι, βεβαίως, να υπηρετεί συμφέροντα μικρών ή μεγάλων, οι οποίοι αποβλέπουν στην επίλυση του προβλήματος για άλλους λόγους. Αισθανόμεθα, λοιπόν, ευγνωμοσύνη προς όλους όσοι κατ αυτόν τον τρόπο σκέπτονται.
Για την επίλυση αυτού του μεγάλου προβλήματος υπάρχουν ορισμένοι όροι και ορισμένες αρχές.
Πρέπει, καταρχήν, η οποιαδήποτε λύσις να μην επιβεβαιώνει τη διχοτόμηση, τον χωρισμό του νησιού τον οποίο η στρατιωτική κατοχή έχει επιβάλει επί σειράν ετών. Πρέπει να οδηγούν στην επανένωση της νήσου και αυτός είναι ένας σπουδαίος όρος, ο οποίος πιστεύω ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη ως απαραίτητος όρος, προκειμένου να λειτουργήσει οποιαδήποτε λύση.
Και ο δεύτερος όρος είναι η βιωσιμότης αυτού του σχεδίου, εις τρόπον ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει το νέο Σύνταγμα, το οποίο θα επιβληθεί, η λύση η οποία θα προταθεί να λειτουργήσει καθον τρόπον όλοι ελπίζουμε, δηλαδή κατά έναν τρόπο μόνιμο και οριστικό.
Πρέπει όλοι να εξετάσουν το σχέδιο το οποίο θα υποβληθεί με διάθεση – και είμαι βέβαιος ότι αυτή θα είναι η διάθεσή τους – πατριωτική. Είμαι βέβαιος ότι κανείς δεν θα ευρεθεί να κατηγορήσει τη μία πλευρά για ενδοτισμό και η άλλη πλευρά να μην κατηγορήσει τους άλλους για αντιπολιτευτική διάθεση ή τακτική.
Εάν περιμένουμε, όπως περιμένουμε, να υπάρξει τρόπος να συνεννοηθούν στην Κύπρο Έλληνες και Τούρκοι, πολύ περισσότερο περιμένουμε οι Έλληνες να βρουν τρόπους συνεννοήσεως μεταξύ των. Και αυτός είναι επίσης ένας πολύ σπουδαίος παράγων και όρος, ο οποίος θα διευκολύνει την αναζήτηση και την αποδοχή της οποιασδήποτε λύσεως. Οι Έλληνες πρέπει να συνεννοηθούμε μεταξύ μας. Εμείς πρέπει να καθορίσουμε μία κοινή γραμμή, μαζί βεβαίως με τους Ελληνοκυπρίους, οι οποίοι θα έχουν και τον τελικό λόγο μ ένα δημοψήφισμα.
Αλλά, προτού φθάσουμε στο σημείο να κληθούν οι Έλληνες της Κύπρου, όπως θα κληθούν και οι Τούρκοι της Κύπρου, να αποφασίσουν περί της προτάσεως, βεβαίως πρέπει να εκφράσουν και οι Έλληνες της Ελλάδος την άποψή τους, η επίσημος Ελλάς να εκφράσει την άποψή της επί της προτεινομένης λύσεως και τούτο θα γίνει επιτυχώς, εφόσον υπάρξει σύμπτωση απόψεων όλων των Ελλήνων.
Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, ένας και μόνος πρέπει να είναι ο
οδηγός μας: το αίσθημα του πατριωτισμού και το αίσθημα του εθνικού συμφέροντος. Διότι δεν είναι μόνον οι αρχές που διέπουν τη μέλλουσα να κατατεθεί πρόταση ένα στοιχείο που πρέπει να μας απασχολήσει πολύ. Πρέπει να μας απασχολήσει, με δυνατότητα πολιτικής ανάλυσης και προοπτικής μελλοντικής, τι συμφέρει σ αυτή την πολυβασανισμένη νήσο, τι συμφέρει στην Ελλάδα.
Συμφέρει, από απόψεως προοπτικής, η απόρριψη; Συμφέρει η αποδοχή; Σε συνδυασμό πάντοτε με την ένταξη της νήσου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και την ένταξη αυτή τη θεωρούμε όχι μόνο ότι είναι επιβεβλημένη για τον λόγο τον οποίο κάθε κράτος της Ευρώπης επιθυμεί να ενταχθεί και για τον λόγο ότι η Κύπρος έχει προχωρημένη οικονομική ανάπτυξη και έχει καλύψει τα περισσότερα από τα κεφάλαια, τα οποία ζητούνται να συμφωνηθούν μεταξύ αυτής και της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Αλλά διότι ελπίζουμε ότι και η ένταξη αυτή θα συνεισφέρει στο μέλλον για την ενοποίηση και τη μεγαλυτέρα εμβάθυνση της ενότητος της νήσου, μέσω των κανονισμών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και της κοινής πορείας, που πρέπει να ακολουθήσουν οι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι στο μέλλον.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, δεν μένει τίποτα άλλο παρά να σας συγχαρώ για την επέτειο την οποία όλοι εορτάζουμε, για την επέτειο της απελευθερώσεως, ξεκατοχής όπως έλεγαν και όπως είδαμε στην Έκθεση, της ωραίας νήσου της Χίου, η οποία τόσα στο παρελθόν υπέστη, χωρίς να υποστείλει την εθνική συνείδηση, η οποία κατείχε τις ψυχές των Χιωτών όλους αυτούς τους αιώνες και βεβαίως να ευχηθούμε, να αποδειχθεί η εθνική ενότης αυτή τη φορά, η οποία είναι τόσο σημαντική και να επιλέξουμε μία λύση, η οποία θα υπηρετεί το εθνικό συμφέρον και της Κύπρου και της Ελλάδος.
Σηκώνω, λοιπόν, και εγώ το ποτήρι μου, Κύριε Νομάρχα, για να σας ευχηθώ, Σεβασμιώτατε, κυρίες και κύριοι, χρόνια πολλά για την ημέρα και κάθε ευτυχία στη Χίο, την Ελλάδα και όλο τον Ελληνισμό.



