Πρώτα πρώτα να ευχαριστήσω για τους φιλόφρονες και ευγενικούς λόγους του Σεβασμιωτάτου, οι οποίοι ακριβώς γιατί προέρχονται από άνθρωπο του οποίου τα χείλη δεν ψεύδονται είναι ιδιαίτερη τιμή για μένα. Όλοι οι λόγοι τους οποίους είπατε, βεβαίως προέρχονται από την αγάπη σας και πιστεύω ότι προέρχονται ακόμη περισσότερο από την εκτίμησή σας, γι’αυτό και τους αποδέχομαι πλήρως.
Αλλά και οι βαθυστόχαστες παρατηρήσεις σας, Μακαριώτατε, δημιουργούν στον ακροατή την ανάγκη όχι να συμπληρώσει τα όσα είπατε, αλλά να πει τη δική του γνώμη γύρω από όλα αυτά τα περίφημα γεγονότα, των οποίων σήμερα είμαστε μάρτυρες και προσκυνητές, και στην παράδοση των χιλίων ετών της Μονής και στην αξία του μοναχισμού.
Χίλια χρόνια ζωής. Γυρίζουμε στο 1004, πάμε πίσω δέκα αιώνες. Φθάνουμε στην εποχή των Μακεδόνων βασιλέων. Δεν έχει ακόμη επέλθει το Σχίσμα των Εκκλησιών και από τότε μέχρι σήμερα έχουν γίνει άπειρα περιστατικά ιστορικά, τα οποία αλλοίωσαν και τον εθνικό και τον κοινωνικό βίο του τόπου μας. Συνεπώς, η παράδοση δεν είναι ένα φαινόμενο το οποίο μας υποχρεώνει σε μία εν απραξία ενατένιση του παρελθόντος, αλλά είναι μία παράδοση η οποία μας υποχρεώνει σε συνέχεια, άρα σε ενεργή δράση, προκειμένου αυτή η παράδοση να μείνει ζωντανή και υπάρχουσα. Διότι αν δεν την συνεχίσουμε θα πάψει να υπάρχει. Γι’αυτό, θα μου επιτρέψετε να πω ότι δεν θα ήθελα να συμφωνήσω μαζί σας στην επιστροφή στις ρίζες, αλλά οι ρίζες θα πρέπει πάντοτε να μας εμπνέουν και να προεκτείνομε τα κλαδιά, ώστε και οι ρίζες να υπάρχουν και νέα τροφή να δίνουν στα κλαδιά, τα οποία διαρκώς μεγαλώνουν, επαυξάνουν και καλύπτουν περισσότερο, υπό την σκιά των, αριθμό προσώπων και αριθμό ενεργειών.
Είναι, λοιπόν, πολύ σπουδαίο το γεγονός ότι αυτή η Μονή ζει επί χίλια ολόκληρα χρόνια, ζει έναν βίο συνεχή και μας υπενθυμίζει την παράδοση και μας καλεί να τη συνεχίσουμε εν δράσει, όπως είπατε προηγουμένως. Οι μοναχοί και οι μοναχές που ζουν σ’αυτούς εδώ τους ευλογημένους τόπους, είναι εκείνοι οι οποίοι εκλήθησαν από το Χριστό μας να κάνουν κάτι περισσότερο από τους άλλους. Είναι εκείνοι οι οποίοι εκλήθησαν να ασχοληθούν με τη σωτηρία της ψυχής των. Βεβαίως, το μήνυμα για τη σωτηρία της ψυχής απευθύνεται προς όλους μας, όχι μόνον προς τους μοναχούς. Αλλά εμείς οι λαϊκοί, οι οποίοι δεν ζούμε στο χώρο των μοναστηριών μας, είμαστε οι άνθρωποι, οι οποίοι ελάβαμε τα τάλαντα από τον κύριό μας και πρέπει να τα αυξήσουμε. Έχομε υποχρέωση να δραστηριοποιούμεθα, να παράγομε, να ενεργούμε, να μην ξεθάψουμε από εκεί που κρύψαμε το θησαυρό του Κυρίου, οπότε θα μας τιμωρήσει ως δούλους, οι οποίοι είναι άπιστοι και οκνηροί. Αλλά θα πρέπει αυτά τα τάλαντα και ο καθένας από μας έχει αυτή την υποχρέωση, να τα προσαυξήσομε.
Και αυτά τα τάλαντα δεν είναι μόνον πνευματικά, είναι και τάλαντα υλικά, και είναι γνωστή η παραβολή του Κυρίου, ο οποίος χρησιμοποίησε το χρήμα σαν κατάλληλο τρόπο να εκφράσει τις σκέψεις του, μας δείχνει ότι και τα υλικά μας έργα πρέπει να είναι σημαντικά και εξαρτάται από μας και την ευημερία και την κοινωνική ανάπτυξη να υπηρετούμε, εις τρόπον ώστε να είμαστε καλοί χριστιανοί, καλοί πατριώτες και καλοί πολίτες.
Μακαριώτατε,
Σεβασμιώτατοι,
Μας δώσατε την ευκαιρία να τα αναλογισθούμε όλα αυτά, να αναλογισθούμε την αξία της παραδόσεως υπό την έννοια της ορθοδόξου πίστεώς μας, δια την οποίαν είσθε εσείς αρμόδιος να μας κατευθύνετε, να μας οδηγείτε. Εμείς απλώς ακολουθούμε, έχοντας πάντοτε υπόψη μας τας εντολάς του Ευαγγελίου. Αλλά μας υποδεικνύετε και πράγματα, στα οποία εγώ προσωπικώς δεν τολμώ να παρεμβαίνω, διότι ανήκουν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα της κυβερνήσεως, της εκάστοτε κυβερνήσεως, θέματα παιδείας και εκπαιδεύσεως, τα οποία είναι πάρα πολύ σημαντικά και αντιλαμβάνομαι και το ενδιαφέρον της Εκκλησίας γι’αυτά.
Σήμερα, δυστυχώς, δεν μπορούμε μόν
ο να ασχοληθούμε με την εθνική, όπως θα λέγαμε, παιδεία, με την ιστορία μας, με την παράδοσή μας, με τη γλώσσα μας. Η εποχή μας έχει πάρα πολλές ανάγκες. Έχει ανάγκες και πνευματικές, και τεχνολογικές, έχει ανάγκη να ασχολείται με πάρα πολλά πράγματα. Γι’αυτό είναι πολύ δύσκολο το έργο των εκάστοτε υπουργών Παιδείας, οι οποίοι πρέπει να προσδιορίσουν το πρόγραμμα της παιδεύσεως, χωρίς να υποχωρήσουν από την ανάγκη της διδασκαλίας της γλώσσας, της πίστεως, της εθνικής μας παράδοσης, να τη συμπληρώσουν, να την επαυξήσουν και να την ολοκληρώσουν με σύγχρονα διδάγματα, τα οποία πρέπει αναγκαία να τα ακολουθήσουμε και να τα επαυξήσουμε, προκειμένου η χώρα μας να ξεφύγει από κάποια υστέρηση, την οποία πρέπει να ομολογήσουμε ότι υπάρχει, για να φθάσει στο επίπεδο των άλλων λαών, οι οποίοι τεχνολογικά υπερτερούν, πολιτισμικά ακόμη μας υπερβαίνουν.
Για όλους αυτούς τους λόγους, Μακαριώτατε, σας ευχαριστώ για όσα μας είπατε. Θέλω να σας βεβαιώσω ότι ο τόπος μας έχει μπροστά του ένα μέλλον θαυμάσιο, ένα μέλλον, το οποίο όλοι μας επιθυμούμε να πραγματοποιηθεί, ένα μέλλον το οποίο στηρίζεται σε μας και τις προσπάθειές μας. Αλλά, γι’αυτό το μέλλον πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι. Και είμαι αισιόδοξος, υπό την έννοια ότι αντιλαμβάνομαι τις δυνατότητες αυτού του τόπου και με τη βοήθεια όλων, και βεβαίως της Εκκλησίας μας, αυτός ο τόπος οφείλει να προοδεύσει και θα προοδεύσει, οφείλει να ανέβει την κλίμακα της προόδου, οφείλει να προσεγγίσει τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη και θα το κάνει. Οφείλει να σέβεται τους μοναχούς μας, να σέβεται την παράδοσή μας, να σέβεται την Εκκλησία μας και να υπηρετεί συγχρόνως τις ανάγκες της καθημερινής ζωής για προκοπή του τόπου και τις υλικές του ανάγκες, οι οποίες – καίτοι υποδεέστερες των πνευματικών – εξακολουθούν να έχουν πολύ μεγάλη σημασία.
Για όλους αυτούς τους λόγους, κύριε Νομάρχα, θέλω να σας ευχαριστήσω γιατί είχατε την καλωσύνη να με καλέσετε σ’αυτή την πολύ σπουδαία επέτειο, βεβαίως και τον Σεβασμιώτατο, να σας ευχαριστήσω ειλικρινώς διότι μου εδόθη η ευκαιρία να συμμετάσχω σ’αυτόν τον εορτασμό και να θαυμάσω και εγώ με τη σειρά μου το θαυμάσιο τοπίο, το οποίο περιβάλλει τη Μονή και την επιλογή των μοναχών μας, οι οποίοι πράγματι εκείνες τις εποχές διάλεγαν μέρη τόσο ωραία για την οικοδόμηση της Μονής των.



