Σεβασμιώτατε,
Κύριε Υπουργέ,
Κύριοι Βουλευταί,
Κύριε Δήμαρχε,
Κυρίες και Κύριοι,
Διερωτώμαι εάν έχουμε συνειδητοποιήσει μέσα μας τι πραγματικά χρωστάμε όχι μόνο στον Κανάρη, όχι μόνο σε εκείνους που πολέμησαν και έχασαν τη ζωή τους στα Ψαρά, αλλά σε όλους που ανήκαν σε εκείνη τη γενιά του 1821.
Γιορτάζομε κάθε φορά στις ιστορικές επετείους, τραγουδούμε, χορεύουν τα παιδιά, τα καμαρώνουμε, καταθέτουμε ένα στέφανο και πολύ σωστά λέει ο κύριος Δήμαρχος στην ομιλία του ότι σκεφτόμαστε ότι τα Ψαρά έγιναν ένας βράχος ελευθερίας και ανεξαρτησίας στη μέση του Αιγαίου.
Αλλά δεν είναι αυτό μόνον. Τους χρωστάμε πολύ περισσότερα. Τους χρωστάμε τη σημερινή μας ύπαρξη. Τους χρωστάμε την παρουσία μας ως ελευθέρων ανθρώπων. Τους χρωστάμε τη σύγχρονη Ελλάδα. Τους χρωστάμε ό,τι έχομε και δεν έχομε. Όταν θα συνειδητοποιήσουμε αυτό το μέγεθος της οφειλής, τότε θα καταλάβουμε το μέγεθος της προσφοράς των.
Ή αυτή η προσφορά έγινε για να πάρουν ανταλλάγματα όπως άκουσα ότι σύγχρονοι πολεμιστές, τους οποίους όλους τιμούμε, παραπονούνται διότι δεν έχουν τύχει της αναλόγου αναγνωρίσεως οι αγώνες τους και οι θυσίες τους. Σκέφτηκε ο Κανάρης προτού ξεκινήσει να βάλει φωτιά στη ναυαρχίδα τι θα πάρει από την πατρίδα; Σκέφτηκε κανείς από αυτούς που πολέμησαν εδώ να πάρει παράσημο ή αναγνώριση των υπηρεσιών του; Δεν σκέφτηκαν τίποτα από αυτά. Άκουσαν την καρδιά τους και θεμελίωσαν την πίστη τους στην ανάγκη να ελευθερωθεί ο τόπος.
Ο τόπος είχε πολεμήσει άπειρες φορές. Και αυτό το οποίο εμείς το θεωρούμε ότι ήταν μια φυσική συνέχεια προηγουμένων αγώνων είχε επιβαρυνθεί με τις τόσες αποτυχίες μέχρι τότε. Μόλις το 1770 έγιναν τα Ορλωφικά. Προ πενήντα ετών αιματοκυλίστηκε όλη η Πελοπόννησος, αλλά και έφτασε το αιματοκύλισμα μέχρι τη Θεσσαλία και μέχρι την Ήπειρο. Ξεσηκώνονταν οι Έλληνες με την πρώτη υπόσχεση, είτε υπόσχεση εκ μέρους των Ενετών είτε υπόσχεση εκ μέρους των Ρώσων. Είχαν γίνει τόσοι ξεσηκωμοί, είχε χυθεί τόσο αίμα, που φανταζόταν κανείς ότι δεν θα απομείνει υπόλοιπο ψυχής μέσα στην καρδιά των Ελλήνων.
Και όμως, το 1821, λειτούργησε σαν πολλαπλασιαστής των προηγουμένων μηνυμάτων. Είχε βεβαίως προηγηθεί ο Ρήγας Φεραίος, με τον περίφημο Θούριό του, τον οποίο τραγούδαγε όλη η Ελλάδα από τη μία άκρη στην άλλη. «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή.» Το φαντάζεται κανείς, αυτή τη σύγκριση; Να δέχεται ένας άνθρωπος, γιατί δεν ήταν ποιητική έκφραση, ήταν πραγματικά η απόφαση των Ελλήνων, να ζήσουν μια ώρα ελεύθεροι παρά σαράντα χρόνια στη φυλακή. Και τι φυλακή ήταν εκείνη! Φυλακή ανθρώπων που δεν είχαν δικαίωμα στη ζωή, που δεν είχαν δικαίωμα στην τύχη τους, που δεν είχαν δικαίωμα στην περιουσία τους, που δεν είχαν δικαίωμα στα παιδιά τους και στις γυναίκες τους. Δεν είχαν δικαίωμα με το παιδομάζωμα, δεν είχαν δικαίωμα με τις σφαγές. Και έπρεπε να αποκτήσουν την ελευθερία τους, όχι γι’αυτούς, πόσο θα ζούσαν ακόμη εκείνοι, την ελευθερία την ήθελαν για εμάς τους υπολοίπους.
Όταν το 1830 αναγνωρίστηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδος με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, εκείνοι οι οποίοι αισθάνθηκαν τη μεγαλύτερη ανακούφιση μέσα στην ψυχή τους ασφαλώς ήταν οι αγωνιστές. Εκείνοι που είχαν αγωνιστεί και εκείνοι που είχαν ανθρώπους που πέθαναν, σκοτώθηκαν και θυσιάστηκαν. Και το κράτος φάνηκε και τότε αγνώμον. Ίσως να είχε δικαίωμα να είναι αγνώμον το κράτος, διότι οι θυσίες γίνονται υπέρ του κράτους, αλλά και υπέρ των ιδίων των πολιτών.
Τότε οι αγωνιστές δεν μπορούσαν να μπουν στη φάλαγγα. Δηλαδή, όταν ήρθε
ο Όθωνας, όπως είναι γνωστό, έφερε ένα απόσπασμα Βαυαρικού στρατού στην Ελλάδα και έπειτα χρειαζόταν να γίνει και εντόπιος στρατός, από Έλληνες στρατιώτες. Και έγινε το πρώτο τμήμα στρατιωτικό τακτικό και όλοι οι παλαιοί πολεμιστές, οι αγωνιστές του 1821 κλήθηκαν να συμμετάσχουν στη φάλαγγα. Ήταν περισσότερο μια αμοιβή των υπηρεσιών τους, παρά ένα πραγματικά στρατιωτικό τμήμα. Και όμως, δεν χώραγαν όλοι στη φάλαγγα. Και όσοι μπήκαν στη φάλαγγα έζησαν στοιχειωδώς και οι άλλοι έγιναν, από αγωνιστές του 1821, ζητιάνοι. Και ζητιάνευαν να ζήσουν, αυτοί που είχαν προσφέρει τη ζωή σε όλους.
Αυτά τα λέω για να πω ότι η οφειλή που έχουμε σε όλους αυτούς τους ανθρώπους είναι τόση μεγάλη και είναι κρίμα να την ξεχνάμε και να τη θυμόμαστε, αν τη θυμόμαστε, σε αυτές τις εορταστικές συγκεντρώσεις. Θα πρέπει μέσα στην καρδιά μας να θυμόμαστε πάρα πολλά πράγματα. Ότι αυτός ο τόπος χρωστιέται σε ολίγους, όχι στους ζώντες. Χρωστιέται σε εκείνους που πέθαναν. Που πέθαναν και αγωνίστηκαν. Σε εκείνους που δεν πέθαναν στα πεδία της μάχης, αλλά πέθαναν για τον καλό τον αγώνα. Αγωνιζόντουσαν για την ευημερία της πατρίδος. Αυτός είναι ένας σπουδαίος πατριωτισμός.
Και σήμερα αυτόν τον πατριωτισμό ζητάει η πατρίδα από εμάς. Δεν θα μας ζητήσει, σχεδόν είμαι βέβαιος, δεν θα μας ζητήσει να πολεμήσουμε πια. Οι πόλεμοι ξεπεράστηκαν από τα πολιτισμένα κράτη. Και αν έχουμε γείτονα κακό, τον θεωρούμε πια ότι έχει αλλάξει και ότι και αυτός είναι δυνατόν να συμβιβαστεί με το δίκαιο και με την αλήθεια. Και γίνονται τώρα μήνες και μήνες συνεννοήσεις, το ξέρετε, δεν είναι κανένα μυστικό που αποκαλύπτω, μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, μήπως βρεθεί ένας τρόπος να υπογραφεί ένα συνυποσχετικό και να πάμε στο Δικαστήριο της Χάγης, για την μόνη υπάρχουσα διαφορά, της υφαλοκρηπίδος.
Δεν γίνονται πόλεμοι πια. Αυτό σημαίνει ότι ο πατριωτισμός δεν χρειάζεται στην ψυχή των ανθρώπων; Είμαστε αδιάφοροι γι’αυτό που συμβαίνει στην πατρίδα μας; Είμαστε αδιάφοροι για την προκοπή της, είμαστε αδιάφοροι για τη ζωή τη δική μας, για των παιδιών μας το μέλλον; Γιατί ο πατριωτισμός απευθυνόμενος σ’ένα απρόσωπο κράτος δεν λέει τίποτα. Όταν μάχεται κανείς για την πατρίδα του, δεν μάχεται για την απρόσωπη Ελλάδα. Μάχεται για τους Έλληνες. Αυτοί συγκροτούν την Ελλάδα. Μάχεται για τα παιδιά, μάχεται για την επόμενη γενεά. Μάχεται για το σπίτι του, για τις παραδόσεις του, για την ιστορία του. Αυτή είναι η Ελλάδα. Δεν είναι μία λέξις μόνον, την οποία προσκυνούμε και βεβαίως καλά κάνουμε. Είναι μία έννοια. Είναι η έννοια της ελευθερίας. Της σημερινής μας υποστάσεως.
Και αυτόν τον πατριωτισμό τον αξιώνει η πατρίδα από όλους. Χωρίς ανταλλάγματα και δώρα, χωρίς ανταμοιβές. Η ανταμοιβή είναι ότι ζούμε σε ένα ελεύθερο κράτος. Η ανταμοιβή είναι η συγκρότηση του κράτους. Η ανταμοιβή είναι ότι είμαστε ελεύθεροι πολίτες. Η ανταμοιβή είναι ότι ψηφίζουμε για λογαριασμό όλων μας. Η ανταμοιβή είναι ότι έχουμε κυβέρνηση που εμείς την εκλέγουμε. Αυτή είναι η ανταμοιβή που μας προσφέρει το κράτος. Και αν δίνει και μερικά παράσημα που και που, δεν δίνει σε όλους. Τυχαίνει.
Αυτοί που έπεσαν στην Κύπρο, το 1974, έχουν ένα τάφο εκεί στη Μακεδονίτισσα. Δεν πήραν κανένα μετάλλιο. Και ακόμη ζητούν οι συγγενείς τους, σαν μία αναγνώριση της θυσίας των, ένα μετάλλιο. Εγώ θα έλεγα, τι το ζητούν και αυτό; Τι να το κάνουν το μετάλλιο, όταν έχουν τη δόξα ότι έπεσαν υπέρ της Ελλάδος; Όταν έχουν την τιμή, την οποία την ξέρουμε, και η οποία δεν πληρώνεται και δεν εξαργυρώνεται με τίποτα. Ούτε με μετάλλια, ούτε με διπλώματα, ούτε με αναγνωρίσεις, ούτε με τίτλους. Το να μάχεται κανείς για την Ελλάδα είναι μεγάλη τιμή. Και αυτή την τιμή και σήμερα μπορούμε να την αξιώσουμε, μαχόμενοι για τη σύγχρονη Ελλάδα.
Τι έχει ανάγκη σήμερα ο τόπος μας; Να πάψει να είναι ο έσχατος μεταξύ των άλλοτε 15 μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σήμερα, με τη διεύρυνση, πάψαμε να είμαστε έσχατοι, χωρίς να σημαίνει ότι άλλαξε η θέση μας στην Ευρώπη.
Χρειάζεται εμεί
ς οι Έλληνες, που έχουμε αυτή τη μεγάλη παράδοση, που κολακευόμαστε τόσο για τις ικανότητές μας, που τόσο πολύ μιλάμε για την ιστορία μας και δικαίως, χρειάζεται να καταλάβουμε μια θέση υψηλότερη από αυτήν την οποία σήμερα κατέχουμε. Δεν μας αρμόζει αυτή η θέση.
Και καλούμεθα όλοι από τη θέση του ο καθένας. Ούτε πρόκειται εδώ να μοιράσουμε ευθύνες. Οι ευθύνες ανήκουν σε όλους μας και όλοι μας τις καταλαβαίνουμε αυτές τις ευθύνες. Ό,τι μπορεί να κάνει ο καθένας από αυτό που τον έχει τάξει η τύχη να κάνει να το κάνει σωστά, να το κάνει όσο το δυνατόν περισσότερο, για να ωφελήσει την πατρίδα και όλους τους υπολοίπους.
Αυτός είναι ο νέος πατριωτισμός και η νέα νίκη είναι να υψωθεί η Ελλάδα μας από την 15η των παλαιών μελών θέση στην πρώτη, γιατί όχι; Ενθουσιαζόμαστε μόνο με τις νίκες του ποδοσφαίρου, και καλά κάνουμε. Είναι και αυτό μία έκρηξη εθνικισμού θα έλεγα, όχι μόνο φιλαθλητισμού. Και γιατί δεν ενδιαφερόμαστε για τα υπόλοιπα πεδία τιμής και αγώνος και ευημερίας και παρουσίας του τόπου μας; Γιατί χειροκροτούμε μόνο τα αθλήματα και δεν χειροκροτούμε το καθημερινό άθλημα της καθημερινής προσπάθειας υπέρ του τόπου. Και αν θέλουμε να αποδείξουμε το σεβασμό στη μνήμη των ηρώων μας, δεν καλούμεθα να γίνουμε ήρωες. Καλούμεθα να γίνουμε συνειδητοί Έλληνες.
Και αυτό το εύχομαι σε όλους και είμαι βέβαιος ότι θα συμβεί.
Χρόνια πολλά, κάθε καλό.-



