Σεβασμιώτατε,
Θέλω να σας ευχαριστήσω θερμότατα για τους λόγους τους οποίους ευρήκατε να με τιμήσετε και θέλω να σας ζητήσω συγγνώμη, διότι υπήρξα αφορμή ενοχλήσεώς σας, βεβαίως προκειμένου να απαντήσετε σε ένα ερώτημα, το οποίο δεν ήταν και θεολογικώς εντάξει και το οποίο ευρέθητε στην ανάγκη να το αντικρούσετε κατ’αυτόν τον σωστό και βαθύ τρόπο. Είμαι βαθύτατα υπόχρεος για τον κόπο τον οποίο καταβάλατε και τους ευγενικούς λόγους που ευρήκατε για το πρόσωπό μου.
Όπως και υμάς, κύριε Δήμαρχε, με τον οποίον με συνδέει παλαιά γνωριμία και φιλία και αμοιβαία εκτίμηση, όπως και με άλλους παράγοντες της πόλεως, την οποία όλοι αγαπούμε και την οποία όλοι επιθυμούμε να τη δούμε ευημερούσα και προοδεύουσα.
Αλλά σήμερα, δεν είμαι εγώ ο οποίος τιμώμαι. Τιμάται η μνήμη του αγίου μας, του πολιούχου μας, του αποστόλου Ανδρέου, ο οποίος μαρτύρησε σ’αυτή την πόλη, υπακούοντας στο παράγγελμα του Ιησού, το οποίο απηύθυνε προς όλους τους μαθητάς του, «πορευθέντες διδάξατε τα έθνη». Και εδίδαξε τα έθνη και μεταξύ των άλλων εθνών τον Πατρινό λαό ο απόστολος και άγιος Ανδρέας, τη μνήμη του οποίου κάθε φορά οι Πατρινοί με μεγάλο σεβασμό εορτάζουν και του αναπέμπουν ευχές και σεβασμούς από καρδίας. Διότι κάθε πόλη συνδέεται με τον πολιούχο της. Η Πάτρα συνδέεται αρρήκτως με τον άγιο Ανδρέα, ο οποίος εμαρτύρησε χάριν της πίστεώς του. Εμαρτύρησε για να τηρήσει την πίστη του για να πράξει το ορθό.
Και θα μου επιτρέψετε μ’αυτή τη λέξη, την κάπως αδόκιμον θεολογικώς, να σκεφθώ και για τα σημερινά πράγματα. Και να ανατρέξω στους μαθητές που συχνά επισκέπτονται το Προεδρικό Μέγαρο και μου ζητούν συμβουλές ή μου υποβάλουν ερωτήσεις, τις οποίες τις έχουν προετοιμάσει ως επί το πολύ από το σχολείο τους. Και με ρωτούν είτε για τα καθήκοντα του Προέδρου ή ο,τιδήποτε άλλο και καταλήγουν οι περισσότεροι να μου λέγουν «ποια συμβουλή μας δίδετε;» Και έχω ευρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση, να δίνω συμβουλές στις μαθητές. Τι να τους πω; Να ακούν τους γονείς των, να σέβονται τους δασκάλους, να διαβάζουν τα μαθήματά τους. Αυτά τα παιδιά τα ξέρουν καλύτερα από τον καθένα. Γι’αυτό αποφάσισα και ως συμβουλή τους λέγω, να κάνουν ό,τι θεωρούν σωστό.
Όπως θυσιάστηκε για την πίστη του και όπως σταυρώθηκε για την πίστη του επί του σταυρού ο απόστολος Ανδρέας, υπάρχει υποχρέωση και στους απλούς πολίτες και στους απλούς ανθρώπους. Όχι να θυσιάζονται για λόγους δογματικούς και πίστεως, αλλά να υπηρετούν λόγους πολιτικούς. Υπό την έννοια της εκπληρώσεως των πολιτικών των, ως πολιτών δηλαδή, καθηκόντων έχουν υποχρέωση όλοι και οι μαθητές πρέπει να το πληροφορούνται από νεαράς ηλικίας, να κάνουν ό,τι είναι σωστό.
Και πολλά παιδιά με ρωτούν πώς να ξέρουν ποιο είναι το σωστό; Και τους απαντώ ότι κάθε άνθρωπος, και μάλιστα άνθρωπος που έχει πάει στο σχολείο και μαθαίνει ορισμένα πράγματα, αντιλαμβάνεται με τη βοήθεια του Θεού και με τη γνώση που αποκτά στα σχολεία, τι είναι το σωστό και τι είναι το λάθος. Και είναι πολύ εύκολο κριτήριο στη συνείδηση του καθενός από μας να κάνουμε, αν μπορούμε, το καλό και να αποφεύγουμε, αν μπορούμε, το λάθος.
Πολύ δύσκολο έργο βεβαίως και πολύ δύσκολη η συμβουλή και πολύ γενική, όταν την τοποθετεί κανείς κατ’αυτόν τον τρόπο. Αλλά πιστεύω, ότι είναι μία συμβουλή την οποίαν πάντες οφείλουμε να έχουμε υπόψη μας ως άνθρωποι, ως πολίτες και να κάνουμε το καθήκον μας απέναντι της δημοκρατίας, απέναντι του πολιτεύματος, απέναντι του τόπου, απέναντι της ιστορίας, απέναντι του μέλλοντός του.
Αν μπορούσε ο καθένας μας να κάνει το σωστό πόσο καλύτερη θα ήταν η πατρίδα. Και μπορώ να σκεφθώ πάρα πολλούς τομείς, στους οποίους δεν γίνεται πάντοτε το σωστό, χωρίς να θέλω να καταλογίσω σε κανέναν αυτή τη στιγμή καμία ευθύνη, ούτε να απονείμω κανέναν έπαινο. Αλλά σκέφτομαι παραδείγματος χάριν, εάν οι
δάσκαλοι έκαναν πλήρως το καθήκον τους και δίδασκαν κατά τρόπο σωστό, παρακολουθούσαν τη μάθηση των παιδιών από πολύ κοντά, ενδιαφέροντο για όλα τα παιδιά και απέδιδαν στην κοινωνία τους μαθητές όχι απλώς με γνώσεις, αλλά με το ήθος το αναγκαίο, πόσο θα ήταν καλύτερα. Και πόσο δεν θα είχαμε ανάγκη φερ’ειπείν φροντιστηρίων. Διότι οι μαθητές θα μάθαιναν στο σχολείο ό,τι είναι αναγκαίο για να προχωρήσουν σε άλλες περαιτέρω βαθμίδες.
Πόσο θα ήταν σπουδαίο εάν οι δημόσιοι υπάλληλοι όλοι – για να φύγουμε λίγο από τον κύκλο των εκπαιδευτικών, τους οποίους πρέπει να πω ότι τους σέβομαι απεριορίστως, τους τιμώ απεριορίστως, αλλά μπορεί κανείς να κάνει ορισμένες παρατηρήσεις, χωρίς να απευθύνεται σε ορισμένα πρόσωπα, ούτε να έχει καμία διάθεση να τα μειώσει – πόσο θα ήταν σημαντικό εάν όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι έκαναν το καθήκον τους. Εκεί τα πράγματα είναι ίσως πιο δύσκολα. Είναι δύσκολο να κάνει κανείς το καθήκον του και δύσκολο να το επιτελέσει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Και όμως το οφείλουν όλοι. Το οφείλουν στους πολίτες, στους συναλλασσομένους, αλλά πέραν των πολιτών και πέραν της συνειδήσεώς των, στην οποία επίσης οφείλουν αυτή τη συμπεριφορά, την οφείλουν στον τόπο. Οφείλουν για να είναι καλοί πολίτες να συμπεριφέρονται κατά τον τρόπο εκείνο που αυτή η ιδιότης των το επιβάλλει.
Και ένα σωρό άλλες περιπτώσεις, που δεν είναι ανάγκη να απαριθμήσω, για να πω μόνο ότι αν σήμερα παραπονούμεθα για πολλά απ’αυτά που συμβαίνουν σήμερα στην κοινωνία μας, στην πατρίδα μας και διατυπώνουμε δικαίως, μερικές φορές με υπερβολή ή άλλες φορές με ολιγότερη ένταση απ’ότι θα έπρεπε, διατυπώνουμε παράπονα και παρατηρήσεις. Πόσο θα είμαστε πιο ευτυχείς εάν δεν είχαμε ανάγκη αυτών των παρατηρήσεων, αν όλοι προσπαθούσαμε να πράττουμε στο μέτρο των δυνατοτήτων μας των ανθρωπίνων – διότι οι ανθρώπινες δυνατότητες έχουν και αυτές τα όριά τους – να κάνουμε το καθήκον μας και να εκπληρούμε τις υποχρεώσεις μας.
Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να το κάνουμε – καίτοι εγώ το ηρνήθην αυτή τη στιγμή, μόλις προ ολίγου – εάν δεν υπάρχουν κυρώσεις και δεν υπάρχουν έπαινοι. Πολλές φορές συμπεριφερόμεθα με κάποια αδιαφορία και ανοχή όλοι εμείς οι πολίτες απέναντι εκείνων των οποίων διαπιστώνουμε μία συμπεριφορά λανθασμένη, εσφαλμένη και δεν αντιδρούμε. Δεν αντιδρούμε, διότι δεν θέλουμε να αναφερθούμε σε μια υπόθεση η οποία και εμάς θα στενοχωρήσει, δεν θέλουμε να αντιδράσουμε διότι δεν έχουμε κανένα λόγο να στενοχωρηθούμε προσωπικώς και να στενοχωρήσουμε κάποιον άλλο προσωπικώς, δεν θέλουμε να αντιδράσουμε διότι λέμε ότι αυτά είναι καθήκοντα άλλων και όχι ημών των ιδίων. Και έτσι αφήνουμε με την ανοχή μας να επαναλαμβάνεται μία κατάσταση, με την οποία κανείς δεν είναι σύμφωνος και κανείς δεν είναι ευχαριστημένος, αλλά κανείς δεν πράττει ό,τι πρέπει να πράξει, προκειμένου να σταματήσει και να βελτιωθεί η υπάρχουσα κατάσταση.
Χρειάζεται, λοιπόν, κύρωση. Και όταν λέγω κύρωση δεν εννοώ κάποια ποινική κύρωση, η οποία και αυτή δεν πρέπει να αποκλεισθεί, χρειάζεται κοινωνική κύρωση, την οποία δεν την καταλογίζομε. Δεν έχω δει πολλές επιστολές στις εφημερίδες, οι οποίες να καταλογίζουν κάτι σε κάποιον υπάλληλο, σε κάποια υπηρεσία, σε κάποια οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία τους ενοχλεί. Έχουμε δυνατότητες και άλλες, πέραν των εφημερίδων. Μπορούμε να κάνουμε εμείς παραστάσεις σε άλλες αρχές ανώτερες. Μπορούμε να διαμαρτυρηθούμε. Μόνον έτσι μπορούμε να βελτιώσουμε μια κατάσταση, η οποία μας ενοχλεί όλους και χωρίς τη διόρθωση της οποίας δεν υπάρχει προκοπή στον τόπο μας.
Ας πάρουμε λοιπόν παράδειγμα από τον σταυρικό θάνατο του αποστόλου Ανδρέου, χωρίς κανείς να καλείται να σταυρωθεί, χωρίς κανείς να καλείται να φθάσει στο ύψος της θυσίας και της πίστεως του αποστόλου Ανδρέου. Ας φθάσουμε μόνον στα όρια τα ανθρώπινα και να επιτελέσουμε, όσο είναι δυνατόν, το καθήκον μας απέναντι αυτού του τόπου. Τότε τα πάντα θα διορθωθούν. Γιατί έχουμε και εμείς καθήκοντα οι πολίτες και δεν μπορούμε να τα περιμένουμε όλα από την εκάστοτε εξουσία, και έχουμε και εμείς οι πολίτες δικαίωμα καταλογισμού ευθυνών και αποδόσεως επαίνου.
Όταν, λοιπόν, όλα αυτά τα πράξουμε πιστεύω ότι θα μπορούμε να εορτάζουμε την επέτειο του αγίου Ανδρέου με περισσότερη ψυχική ηρεμία, με περισσότερη ευχαρίστηση. Και τέλος, θέλω να τελειώσω αυτή την κουραστική ομιλία, ευχαριστώντας άλλη μία φορά όλους σας. Θέλω να ευχαριστήσω από τα βάθη της καρδιάς μου όλους τους συμπολίτες μου Πατρινούς, οι οποίοι από πολλά χρόνια με περιέβαλαν με τη συμπάθειά τους ή αν όχι με τη συμπάθειά τους με την ανοχή τους και συμπεριφέρθησαν απέναντί μου με μεγάλη ευγένεια, η οποία τώρα τα τελευταία χρόνια έχει επιταθεί. Και η ευγένεια αυτή μου δημιουργεί υποχρεώσεις και δεν ξέρω πώς θα τα καταφέρω να τα βγάλω πέρα. Δεν έχω άλλον τρόπο, παρά να πω ένα πολύ μεγάλο, ειλικρινές και μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου βγαλμένο «ευχαριστώ» και να σας βεβαιώσω ότι είμαι εξαιρετικά ευτυχής κάθε φορά που μπορώ να σας συναντώ.
Εύχομαι σε όλους, για τη σπουδαία αυτή εορτή για την επέτειο του πολιούχου μας, εύχομαι σε όλους υγεία, δύναμη και βελτίωση των επιδόσεών μας ως πολιτών. Αφού ευχαριστήσω άλλη μια φορά υμάς, Σεβασμιώτατε, με απέραντη αγάπη και σεβασμό και εσάς, κύριε Δήμαρχε, ως εκπρόσωπο όλων των συμπολιτών μας, για να σας πω ότι είμαι και εγώ εξαιρετικά υπερήφανος διότι εγεννήθην Πατρινός.-



