Αντιφώνηση του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Κ.Στεφανόπουλου προς τον Δήμαρχο Ευρωστινίων Κορινθίας

Δεν έχω λόγους να ευχαριστήσω για την τόσο ευγενική συμπεριφορά που ο κύριος Δήμαρχος δείχνει απέναντί μου. Δεν μπορώ ούτε να αποδεχθώ τα ευγενικά και υπερβολικά λόγια του κυρίου Δημάρχου ούτε βεβαίως και να τα αποκρούσω. Και δεν μπορώ να τα αποδεχθώ διότι είναι υπερβολικά, όπως είπα, αλλά και δεν μπορώ να τα αποκρούσω διότι είναι εξαιρετικά ευγενικά για μένα, άρα και τα αποδέχομαι και σιωπώ επ’αυτών.

Αλλά, θα μου επιτρέψετε να πω μερικούς λόγους, τους οποίους κυρίως η παρουσία τόσον εκλεκτού ακροατηρίου με ωθεί να εκφωνήσω. Δεν θα μιλήσω για τον Κωνσταντίνο Αδαμόπουλο. Δεν είχα την ευκαιρία και την τιμή να τον γνωρίσω προσωπικά. Όταν ο Κωνσταντίνος Αδαμόπουλος απέθανε, εγώ για πρώτη φορά ήμουν υποψήφιος αποτυχών, – μάλιστα, εν παρενθέσει λέγω ότι απέτυχα τρις προτού εκλεγώ την τετάρτη, – αποτυχών πολιτευτής δεν είχα τη δυνατότητα να έχω επαφή όχι μόνο με υπουργούς, αλλά ούτε καν με βουλευτές της εποχής. Αλλά ξέρω και εγώ, όπως όλοι οι προηγούμενοι οι οποίοι ομίλησαν περί αυτού, ξέρω τα σπουδαία προσόντα του, τη μεγάλη προσφορά του, το υψηλό ήθος του, την παρουσία του στην πολιτική ζωή του τόπου. Και θέλω αντί να φέρω τον έπαινο για τον Κωνσταντίνο Αδαμόπουλο να φέρω τον έπαινο υπέρ όλων των πολιτικών. Επιτρέψτε μου.

Επιτρέψτε μου να το κάνω, όχι μόνον διότι είναι μία αφορμή αυτή που μας εδόθη σήμερα, αλλά κατά σύμπτωση ερχόμενος σήμερα με το αυτοκίνητο στην περιοχή του Δερβενίου εδιάβαζα στην ‘Καθημερινή’ ένα άρθρο του γνωστού καθηγητού Γεωργίου Κουμάντου με τίτλο ‘Η πολιτική και οι πολιτικοί’. Στο οποίο έλεγε, αυτό το οποίο γνωρίζουμε όλοι και το επαναλαμβάνουμε, πόσο σήμερα η πολιτική, λόγω της λαϊκής γνώμης, δυσφορίας, υποτιμήσεως, έχει πέσει στην εκτίμηση του κοινού, του λαού και πόσο είναι λάθος και πόσο είναι εσφαλμένη και επικίνδυνη αυτή η αντίληψη.

Θα μου πείτε ότι πρόκειται να ομιλήσω περί των συναδέλφων μου, άρα και περί του εαυτού μου. Θα σας πω ότι ‘όχι’. Πάντοτε είχα την ίδια εντύπωση, σήμερα δεν είμαι πολιτικός, μπορεί να είναι πολιτικό το αξίωμα, αλλά δεν έχει ούτε πολιτικές δυνατότητες ούτε πολιτικές εξουσίες, εις τρόπον ώστε να μπορώ αντικειμενικά να ομιλήσω, χωρίς να σημαίνει ότι ομιλώ και περί του εαυτού μου.

Για να σας πω ότι εάν ένα λειτούργημα, μία αποστολή είναι παραγνωρισμένη, είναι αυτή των πολιτικών. Θέλετε ένα παράδειγμα εκ της ιστορίας, θυμάμαι περισσότερα παραδείγματα, τα οποία βεβαίως μπορείτε να μου πείτε ότι οφείλονται στην ανωμαλία των παλαιών εποχών. Αλλά, έστω και αν οφείλονται είναι χαρακτηριστικά.

Δεν θα ξεκινήσω από τον Κουμουνδούρο, ο οποίος ενεπλάκη με τις επαναστάσεις της Κρήτης και έχασε την εξουσία χωρίς λόγο, ούτε με τον Τρικούπη, ο οποίος ενώ εθαυματούργησε στην Ελλάδα έχασε από τον Γουλιμή με τη γνωστή ρήση την οποία διετύπωσε στο τηλεγράφημα προς την αδελφή του. Θα ξεκινήσω από τους νεώτερους.

Ο Βενιζέλος έγινε αντικείμενο αναθέματος. Θυμόσαστε πολύ καλά ότι η Εκκλησία τον αφόρισε και εκλήθησαν όλοι στο Πεδίον του Άρεως να πετάνε πέτρες εναντίον του Βενιζέλου, ο οποίος διπλασίασε την Ελλάδα. Και τέλος, πέθανε εξόριστος στο εξωτερικό. Ο αντίπαλός του, Δημήτριος Γούναρης, ετουφεκίσθη. Έπρεπε να υπάρχει κάποια κάθαρση στην καταστροφή της Μικράς Ασίας, ‘ναι’ αλλά έπρεπε αυτή η κάθαρση να φτάσει μέχρι του σημείου να τουφεκισθούν 6 αρχηγοί της μιας παρατάξεως; Συνέβη και αυτό.

Αν θελήσουμε να πλησιάσουμε τους επόμενους χρόνους θα δούμε ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου έζησε σε εξορία και εκείνος, κατεδιώχθη και έχασε την πρωθυπουργία κάτω από συνθήκες, οι οποίες δεν τιμούν το καθεστώς εκείνης της εποχής. Αλλά και άλλοι σπουδαίοι πολιτικοί, όπως ο Μιχαλακόπουλος σχεδόν πέθανε στην εξορία, την τελευταία στιγμή μετεφέρθη να αποθάνει στο νοσοκομείο και άλλοι βασανίστηκαν κατά πολλούς και ποικίλους τρόπους. Άλλοι, νεώτεροι πολιτικοί παραπέμφθησαν σε δίκη και άλλος πολιτικός δεν παρεπέμφθη μεν εις δίκη αλλά εκατηγορήθη και μετά παραιτήθησαν οι κατήγοροι της κατηγο
ρίας. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έζησε εν εξορία προτού επιστρέψει στην Ελλάδα και γενικώς δεν μπορεί να πει κανείς ότι η τύχη των συγκεκριμένων πολιτικών ήταν η καλύτερη δυνατή.

Αλλά, δεν είναι ανάγκη μόνον να αναφερθούμε στους κορυφαίους πολιτικούς του τόπου μας. Θα μπορέσετε να διαπιστώσετε κάλλιστα ότι αυτό που είπαμε για τον Κωνσταντίνο Αδαμόπουλο είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Οι περισσότεροι πολιτικοί, κατά μεγίστη πλειοψηφία, πεθαίνουν πτωχοί. Δεν θέλω να υπερασπισθώ όλους τους πολιτικούς, διότι θα ήταν ίσως υπερβολή. Μπορεί να υπάρχουν, όπως υπάρχουν σε όλους τους χώρους, εκείνοι που λησμονούν το καθήκον τους, λησμονούν τις αρχές της ηθικής, λησμονούν τους νόμους, παρανομούν και παραβιάζουν τους κανόνες καλής συμπεριφοράς ή ακόμη περισσότερο και τους ποινικούς νόμους. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η πολιτική καλύπτεται από αυτό το βάρος και από αυτή την κατηγορία. Αντιθέτως. Αλλά τι θέλετε; Εμείς είμαστε ένας λαός, ο οποίος εύκολα δυσαρεστείται, εύκολα διαμαρτύρεται και εύκολα αγανακτεί.

Βεβαίως, αυτό είναι προνόμιο του λαού και να διαμαρτύρεται και να αγανακτεί. Και δικαίωμά του. Ίσως και ωφέλιμο δικαίωμα, διότι έτσι ενισχύει τους πολιτικούς στο να επιτελούν το καθήκον τους. Δεν θέλω να αναφερθώ σε εκείνους οι οποίοι κατέχουν αξιώματα υπουργικά. Θέλω να αναφερθώ στους βουλευτές οι οποίοι εκπροσωπούν τον λαό, ο οποίος και τους εκλέγει. Άμα τη εκλογή των γίνονται αντικείμενο κριτικής. Διότι ο ένας δεν μπόρεσε να διορίσει το γυιό μου, ο άλλος δεν μπόρεσε να εξυπηρετήσει τον αδελφό μου και όλοι λησμονούμε ότι ο πολιτικός δεν είναι ψηφισμένος για την εξυπηρέτηση των ατομικών δικαιωμάτων, καίτοι δεν τα λησμονεί και αυτά, αλλά είναι ψηφισμένος για το γενικό καλό και τη γενική προσπάθεια. Και είναι ευχής έργον που τους τελευταίους χρόνους έχουμε αποκλείσει από την ανάμιξη των πολιτικών δύο σπουδαίους τομείς ή τουλάχιστον κατά μέγα μέρος τους έχουμε αποκλείσει. Από τους διορισμούς, οι οποίοι δεν γίνονται πλέον μέσω των πολιτικών και από τις μεταθέσεις των στρατιωτικών, οι οποίες και αυτές δεν γίνονται μέσω των πολιτικών.

Αλλά, εγώ πιστεύω ότι και στο παρελθόν οι πολιτικοί προσπαθούσαν και σ’αυτόν ακόμη τον τομέα, ο οποίος υπερέβαινε τα καθήκοντά τους και κατά κατάχρηση δικαιώματος ησχολούντο, προσπαθούσαν να κάνουν ό,τι καλύτερο ήταν δυνατόν. Και όταν εξυπηρετούσαν έναν άνθρωπο, δεν το έκαναν για να έχουν την ευγνωμοσύνη του και την ψήφο του, αλλά για να κάνουν ένα καλό για τον τόπο τους, ένα καλό σε κάποιους τους οποίους εγνώριζαν, με τους οποίους ήταν συνδεδεμένοι ψυχικώς και νόμιζαν ότι είχαν υποχρέωση να τους εξυπηρετήσουν.

Κάθε τόπος έχει άπειρες ανάγκες. Και όταν αυτές οι ανάγκες ακόμη ικανοποιούνται, δημιουργούνται καινούργιες από τη ζωή, από τον ίδιο τον πολιτισμό και από την πρόοδο. Μπορεί να επιλύσετε όλα τα υπάρχοντα σήμερα προβλήματα, την επομένη της επιλύσεως θα ανακύψουν άλλα, ίσως και περισσότερα. Διότι, επαναλαμβάνω, η ζωή τα δημιουργεί.

Τώρα, ο νέος δρόμος, ο οποίος είναι μία πρόοδος, δημιουργεί άλλα προβλήματα, στα οποία ανεφέρθη ο κύριος Δήμαρχος και τα οποία τα άκουσα και εγώ στο Δημαρχιακό Μέγαρο.

Τι πρέπει να κάνουν οι πολιτικοί; Να τα επιτύχουν όλα; Να δίδουν αμέσως λύσεις, να μην κάνουν κανένα λάθος; Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι πολιτικοί καθημερινώς προσπαθούν. Και ξεκινάει το άρθρο του ο κ.Κουμάντος, λέγων ότι σήμερα καταλογίζεται στους πολιτικούς ότι κυρίως σκέπτονται πώς θα επανεκλεγούν. Βεβαίως το σκέπτονται πώς θα επανεκλεγούν. Όχι για να επανεκλεγούν, αλλά για να συνεχίσουν την μέχρι τώρα προσφορά τους. Τι θέλετε από έναν πολιτικό; Να δηλώσει προσερχόμενος ενώπιον του λαού ότι απέτυχε και δεν θέλει την επανεκλογή του; Την επιδιώκει και δικαίως την επανεκλογή του. Και για να συνεχίσει την προσφορά του, αλλά και για να δικαιωθεί ενώπιον των ψηφοφόρων του, δι’όσα επιτέλεσε μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Και άλλα μύρια όσα ευρίσκομε κατά των πολιτικών, τα οποία θα ήταν δυνατόν μέχρις ορισμένου σ
ημείου να τα ανεχθούμε, διότι αφορούν πρόσωπα. Και τα πρόσωπα δεν έχουν τόσο μεγάλη σημασία όσο έχουν οι θεσμοί. Αλλά καταλήγει αυτή η καταφορά κατά των πολιτικών να στρέφεται κατά της πολιτείας, κατά της πολιτικής, κατά του πολιτεύματος, κατά των θεσμών.

Να τους αλλάξουμε, αφού δεν μας κάνουν οι θεσμοί. Και σε ποίους θεσμούς να καταλήξουμε λοιπόν, εάν αυτό το πολίτευμα το οποίον έχουμε, το δημοκρατικό, το κοινοβουλευτικό, δεν μας ικανοποιεί, διότι λέγεται σήμερα και ενδεχομένως έχει μεγάλη δόση αληθείας ότι απομακρύνεται ο κόσμος από την πολιτική, ότι δεν επιθυμεί να μετέχει πια, ας πούμε ως παράδειγμα στους κομματικούς σχηματισμούς, για οποιοδήποτε κόμμα, ότι δεν ασχολείται με τα κοινά, ότι τα εγκαταλείπει. Να το αλλάξουμε ναι. Ποιους νόμους μπορούμε να αναζητήσουμε για να βελτιώσουμε ή μάλλον με την αντικατάσταση να βελτιώσουμε τον τρόπο της ζωής μας;

Να ανατρέξουμε στα διδάγματα και στις υποδείξεις του Πλάτωνος, ο οποίος φαντάστηκε τον βασιλέα-φιλόσοφο; Και εγώ συμφωνώ ότι ένας κυβερνήτης φιλόσοφος θα ήταν καλύτερος από έναν αφιλοσόφητο. Το ερώτημα που άφησε αναπάντητο ο Πλάτωνας και οι μεταγενέστεροι είναι πού τον αναζητούμε και πώς τον εκλέγουμε. Άρα, δηλαδή, θα πρέπει να φανταστώ δεν ξέρω ποιος, ποια ισχυρά δύναμη, ποια πολιτική εξουσία θα αναζητήσει αυτή και όχι ο λαός τον φιλόσοφο ηγέτη.

Είναι αδύνατον. Ούτε είναι δυνατόν να επιστρέψουμε στην εποχή του Περικλέους, που ίσως δεν ήταν η καλύτερη περίοδος δημοκρατίας, αλλά εν πάση περιπτώσει την έχουμε ως πρότυπο, για να μετέχει όλος ο λαός στην εκκλησία του δήμου. Δεν είναι δυνατόν πλέον. Δεν είναι δυνατόν ούτε καν στον Δήμο Ευρωστίνης να συγκαλέσουμε όλους τους πολίτες, για να κάνουμε εκλογή δημοτικών αρχών. Πολύ περισσότερο δεν είναι δυνατόν σε έναν ολόκληρο τόπο.

Συνεπώς, το αντιπροσωπευτικό σύστημα είναι το μόνο, το οποίον είναι δυνατόν να λειτουργήσει. Μα δεν λειτουργεί ικανοποιητικά το πολίτευμα της δημοκρατίας. Είμαι σύμφωνος και συνυπογράφω. Πρέπει, λοιπόν, να αναζητήσουμε τρόπους βελτιώσεως και όχι καταλύσεως του πολιτεύματός μας. Την κατάλυση του πολιτεύματός μας την επιδιώκουν δύο αντίθετες απόψεις: Η μία είναι η δικτατορική άποψη, την οποία την υπέστη ο τόπος μας προ ολίγων ετών και δεν έχω ανάγκη περί αυτής να επιχειρηματολογήσω, διότι ο καθένας εξ ημών γνωρίζει τη διαφορά μεταξύ εκείνης και αυτής της εποχής, μεταξύ ελευθερίας και ανελευθερίας, μεταξύ καταπιέσεως και δυνατότητας ελευθέρας δράσεως.

Υπάρχει και η άλλη, η πιο σύγχρονη, η οποία σήμερα εμφανίζεται στη χώρα μας. Είναι η άποψη της αναρχίας, των αναρχικών, οι οποίοι κάνουν μία πολύ μεγάλη παρεξήγηση και έχουν πάρει ένα όνομα που δεν τους ανήκει. Όταν κανείς θέλει να είναι αναρχικός, προηγουμένως προετοιμάζει τον τόπο ώστε να μην χρειάζονται οι αρχές. Όχι να τις καταλύει. Τις καταλύει αφού τις έχει καταστήσει αδιάφορες, άχρηστες. Δηλαδή, υπάρχει ένα ιδεατό και ιδανικό πολίτευμα, το οποίο μπορεί να κατακτήσει την εξουσία επί των υπολοίπων ανθρώπων και να κάνει όλους τους ανθρώπους ίσους, χωρίς νόμους, χωρίς αρχές, χωρίς κανέναν καταναγκασμό. Αυτό είναι μία ουτοπία, η οποία ουδέποτε εφαρμόσθη και ουδέποτε θα εφαρμοσθεί. Και έχουμε αντ’αυτών εκείνους οι οποίοι νομίζουν ότι μπορούν να πάρουν το όνομα των αναρχικών, διότι στρέφονται όχι κατά της αρχής αλλά κατά οιουδήποτε ανθρώπου. Στρέφονται κατά καταστημάτων, κατά τραπεζών, κατά απλών ανθρώπων, βάζουν βόμβες, γκαζάκια, ό,τι θέλετε, και νομίζουν ότι παίζουν κάποιο πολιτικό ρόλο. Δεν παίζουν κανέναν πολιτικό ρόλο. Κάνουν πολιτικές πράξεις, καταστρεπτικές του πολιτεύματος, οι οποίες δεν οδηγούν πουθενά.

Άρα, το συμπέρασμα είναι ότι αυτό το πολίτευμα το οποίον έχουμε οφείλουμε να το τιμούμε και να το υπηρετούμε και να προσπαθήσουμε να το βελτιώνουμε. Τίνι τρόπω; Δια των πολιτικών. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος βελτιώσεως της πολιτικής, παρά μόνον μέσω εκείνων οι οποίοι δραστηριοποιούνται σ’αυτόν τον χώρο. Έχετε τη δυνατότητα να επιλέγετε τους καλυτέρους οι οποίοι προβάλουν ενώπιον υμών. Και δεν έχετε το δικαίωμα την επομένη της εκλογής δι
α της ψήφου σας, αμέσως να λέτε ότι κάνατε λάθος ή ότι δεν είναι οι εκπρόσωποί σας εκείνοι που έπρεπε να είναι. Αφού σας δίδεται το δικαίωμα της ελευθέρας επιλογής, θα πρέπει να υποστείτε τις συνέπειες και εσείς της δικής σας επιλογής και να καταδικάσετε στην επομένην εκλογή εκείνους οι οποίοι πραγματικά σας απογοήτευσαν, όχι ως πρόσωπα, όχι δια προσωπικούς λόγους, αλλά λόγω της συμπεριφοράς τους απέναντι του συνόλου και απέναντι του πολιτεύματος, το οποίο εκλήθησαν να υπηρετήσουν.

Αυτά τα οποία λέγω είναι εντελώς κοινότυπα, εντελώς ξεπερασμένα πια, δεν τα συζητεί κανείς, τα αποδέχεται, δεν τα απορρίπτει κανείς, αλλά μου έδωσε την ευκαιρία η τιμή την οποία εκάναμε σήμερα για τον Κωνσταντίνο Αδαμόπουλο, για να πω ότι εξ όλων των λόγων που εκφωνήθηκαν και τους οποίους θα ήθελα να συνυπογράψω, έχω μόνον μίαν ένσταση: δεν ήταν σπάνιο παράδειγμα ήθους ο Κωνσταντίνος Αδαμόπουλος. Ήτο παράδειγμα ήθους, αλλά παράδειγμα συχνό. Διότι οι περισσότεροι πολιτικοί έχουν ήθος, οι περισσότεροι πολιτικοί υπηρετούν τον λαό με αφοσίωση, διότι οι περισσότεροι πολιτικοί δεν` σκέπτονται τίποτα άλλο παρά το καλό του τόπου, διότι οι περισσότεροι πολιτικοί είναι άξιοι του ονόματος, άξιοι της τιμής.

Αλλά, θέλω να τελειώσω αυτή την ομιλία, επανερχόμενος στην Ευρωστίνη και την τιμή την οποία μου εκάματε, κύριε Δήμαρχε, κύριε Πρόεδρε του Δημοτικού Συμβουλίου, κυρίες και κύριοι Δημοτικοί Σύμβουλοι. Είμαι εξαιρετικά ευτυχής γι’αυτή την τιμή, την οποία θεωρώ πολύ υψηλή, έστω και αν γίνεται προς όλους τους προσερχομένους, Προέδρους Δημοκρατίας και άλλους, και καλώς θα κάνετε να τιμήσετε όλους εκείνους, οι οποίοι με κάποιο αξίωμα προσέρχονται στο Δήμο σας.

Είμαι ευτυχής διότι είμαι ο πρώτος τιμηθείς από τον Δήμο Ευρωστίνης. Όταν λοιπόν, μεθαύριο υπάρξει κάποιος κατάλογος τιμωμένων επιτίμων δημοτών,θα έχω την ευκαιρία το όνομά μου να αναγραφεί πρώτο. Και έχω ανάγκη αυτής της αναγραφής, διότι μέχρι τώρα το όνομά μου έχει αναγραφεί και τελευταίο. Και δεν αναφέρομαι στην πολιτική μου ζωή, στην οποία και πάλι ανεγράφη τελευταίο, θα ανατρέξω σε πολύ παληά χρόνια, όταν ως φοιτητής ανεγράφην ως τελευταίος. Διότι στη Νομική, στην οποία επεχείρησα και επέτυχα να γραφώ το 1945, έπειτα από τα Δεκεμβριανά, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα να χάσουμε ένα χρόνο. Και τον οποίο χρόνο τον κατηνάλωσα σε σκληρή μελέτη, διαβάζοντας ακόμη και ολόκληρο το σύγγραμμα της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους του Παπαρρηγοπούλου για να ετοιμασθώ στο μάθημα της Ιστορίας, κατόρθωσα λόγω ανοησιών και προχειροτήτων ή ο,τιδήποτε άλλο να έρθω τριακοσιοστός μεταξύ 300 διαγωνιζομένων. Και είχα έτσι τη μεγάλη ευτυχία να γίνω και γνωστός στους συμφοιτητές μας που κοιτούσαν τον πρώτο και το μάτι τους έπεφτε και στον τελευταίο. Και όταν έλεγα πώς με λένε, μου έλεγαν ‘Α, εσύ είσαι ο τελευταίος!’.

Λοιπόν, σήμερα έχω την τιμή να αναγράφομαι πρώτος σε έναν κατάλογο και αυτό το θεωρώ πάρα πολύ σημαντικό και θέλω να σας ευχαριστήσω, κύριε Πρόεδρε, γι’αυτή την εξαιρετική τιμή. Εύχομαι στο Δήμο Ευρωστίνης να προκόβει και να προκόβει βεβαίως, μέσω της προκοπής του θεσμού της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, αλλά ανεξαρτήτως αυτής της προκοπής να προκόβει σε κάθε περίπτωση. Έχετε την τιμή και την ευτυχία να διοικείτε μία περιοχή εξαιρετικού κάλλους, κύριε Δήμαρχε. Μία περιοχή την οποία αγαπούμε όλοι. Και εγώ προσωπικώς όχι διότι τυχαίνει να είναι η πλέον γειτονική προς την ιδική μου περιφέρεια, αλλά γιατί είναι πράγματι μία πάρα πολύ ωραία περιοχή. Είναι μία από τις πιο ωραίες περιοχές της Πελοποννήσου και η Πελοπόννησος είναι γεμάτη ομορφιές, αλλά έχει και μια θαλασσία περίμετρο η οποία είναι ακόμη ωραιότερη. Και εσείς σ’αυτή τη θαλασσία περίμετρο κατέχετε μια εξαιρετικά σπουδαία θέση.

Για όλους αυτούς τους λόγους, πέραν των προσωπικών ευχών μου που απευθύνονται προς όλους υμάς, εύχομαι σε όλους σας να προκόβει ο Δήμος Ευρωστίνης, να προκόβει το Δερβένι, να προκόβει ο νομός Κορινθίας και όπως είπε ο κύριος Δήμαρχος και όλη η Ελλάδα. Για την οποία όλοι αγωνιούμε, όλοι μαχόμεθα, όλοι την αγαπούμε, τη λατρεύουμε και όλοι την
υπηρετούμε, κυρίως δε οι πολιτικοί.

Τελευταίες δημοσιεύσεις

Προσφώνηση του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Αν. Τασούλα στο γεύμα προς τιμήν του Πατριάρχη Ιεροσολύμων κ.κ. Θεοφίλου Γ΄

Μακαριώτατε Πατριάρχα της Αγίας Πόλεως Ιερουσαλήμ και πάσης Παλαιστίνης κ.κ. Θεόφιλε, που επισκέπτεστε κατ’ αυτάς την Ελλάδα, Μακαριώτατε Αρχιεπίσκοπε Αθηνών και πάσης Ελλάδος, κ. Ιερώνυμε

Τελετή επίδοσης παρασήμων

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Αν. Τασούλας, σε ειδική τελετή στο Προεδρικό Μέγαρο, απένειμε τα παράσημα: του Ανώτερου Ταξιάρχη του Τάγματος της Τιμής στον Σεβασμιώτατο

Συνάντηση του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Αν. Τασούλα με τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλο Γ΄

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΝ. ΤΑΣΟΥΛΑΣ: Μακαριώτατε, Με ιδιαίτερη τιμή και βαθύτατο σεβασμό σας υποδεχόμαστε στην Ελλάδα, εσάς και την αξιότιμη και σεβαστή Ακολουθία σας, η οποία συνδέεται