Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Αν. Τασούλας μετέβη στο Ηγουμενείο της Ιεράς Μονής Αρκαδίου, όπου ο Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Πρόδρομος παρέθεσε γεύμα προς τιμήν του.
Ακολουθεί η αντιφώνηση του Προέδρου της Δημοκρατίας:
«Ευχαριστώ πολύ για τη γενναιόδωρη υποδοχή, τόσο με τα ωραία σας λόγια όσο και με τα δώρα που προσφέρατε ως ανάμνηση αυτής της συγκλονιστικής επίσκεψης εδώ, στο μοναστήρι, στο Αρκάδι.
Η εξιστόρηση των γεγονότων, αλλά και η προσπάθεια που καταβάλλει κανείς, επισκεπτόμενος το μοναστήρι, να συλλάβει το δυσπρόσιτο άρωμα εκείνης της περιόδου, της Μεγάλης Δοκιμασίας του 1866, θυμίζουν τα λόγια του προλόγου που έγραψε η περίφημη Άννα Κομνηνή στην «Αλεξιάδα», έργο το οποίο αφιέρωσε στον πατέρα της, Αλέξιο Κομνηνό, αυτοκράτορα του Βυζαντίου.
Η Άννα Κομνηνή ξεκινά στην «Αλεξιάδα» λέγοντας ότι ο χρόνος ρέει ακάθεκτος και παρασύρει τα πάντα και ότι η μόνη ανάσχεση στη ροή του χρόνου είναι η εξιστόρηση των γεγονότων και, μέσω της εξιστορήσεως, η μνήμη τους. «Έρυμα καρτερώτατον» της ροής του χρόνου είναι η ιστόρηση.
Αυτή την ιστόρηση τη δεχτήκαμε σήμερα με πολλούς τρόπους, Σεβασμιώτατε. Τη δεχτήκαμε ιεροπρεπώς από την ομιλία του Αρχιεπισκόπου και του Αντιδημάρχου. Τη δεχτήκαμε μέσα από την απόπειρα να μπούμε στην ατμόσφαιρα της εποχής μέσω της επισκέψεως στους μουσειακούς αλλά και στους μαρτυρικούς χώρους αυτού του μοναστηριού.
Και διαπιστώνουμε για μια ακόμη φορά σήμερα, 160 χρόνια μετά, πως ο τόπος αυτός ήταν, είναι και θα είναι ιερός και πως, όταν κανείς επιχειρεί να ψελλίσει θνητά λόγια για να περιγράψει την ιερότητα αυτού του τόπου, προφανώς ηττάται, υφίσταται πανωλεθρία μπροστά στα αθάνατα γεγονότα, τα οποία βρίσκονται μέσα στην ατμόσφαιρα και στις ψυχές μας, καθώς ερχόμαστε εδώ.
Αυτός ο τόπος, λοιπόν, είναι ιερός και αποτελεί αστείρευτη πηγή διδαγμάτων. Και προσπαθεί να τα κατανοήσει ο σύγχρονος άνθρωπος, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια διαφορετικού είδους πολιορκία από εκείνη του 1866. Πρόκειται για μια πολιορκία που επιδιώκει να τον μετατρέψει αποκλειστικά σε καταναλωτή, που θέλει να του αφαιρέσει το δικαίωμα να σκέφτεται ελεύθερα, να κρίνει και να αξιολογεί σωστά τον κόσμο που τον περιβάλλει.
Αν, λοιπόν, επιχειρήσει ο σύγχρονος πολιορκούμενος από άλλους δαίμονες άνθρωπος να μπει στον ψυχισμό εκείνων των ανθρώπων που έζησαν και θυσιάστηκαν πριν από 160 χρόνια, τα στιβαρά πρόσωπα των οποίων είδαμε στην πινακοθήκη των ηρώων της Κρητικής Επαναστάσεως, θα δυσκολευτεί αφάνταστα.
Εκείνη την εποχή το σύνθημα δεν ήταν καν «Ελευθερία ή Θάνατος», ήταν «Ένωσις ή Θάνατος». Η Κρήτη μετά την Επανάσταση του 1821, επί 80 σχεδόν χρόνια επαναστατούσε αδιάκοπα, θέλοντας να ενωθεί με την Ελλάδα. Αυτό επετεύχθη τελικά, αρχές Δεκεμβρίου του 1913. Όμως όλα τα προηγούμενα χρόνια, από την επανάσταση του 1841 μέχρι την επανάσταση στο Θέρισο το 1905, οι Κρήτες ακάθεκτοι και ανεμπόδιστοι, χωρίς κανένα είδος επιφύλαξης, επιδίωκαν όσο το δυνατόν νωρίτερα την ένωση με την Ελλάδα.
Αυτός ο ψυχισμός, ο τόσο ιδιαίτερος, ο οποίος παραγνώριζε οτιδήποτε άλλο, ακόμη και την ίδια τη ζωή, σήμερα μας διδάσκει ένα πράγμα: αυτό που θεωρούμε αυτονόητο δεν είναι τελικά και τόσο αυτονόητο. Η ελευθερία μας, η απόλαυση της ζωής μας, η επιδίωξη να βελτιώσουμε τη ζωή μας, γιατί δεν είναι όλες οι ζωές στην ίδια μοίρα και πρέπει να σκεφτόμαστε και αυτούς οι οποίοι είναι σε υποδεέστερη μοίρα, όλη αυτή η αναζήτηση ενός νοήματος στη ζωή, εν ελευθερία πάντως, δεν οφείλεται σε κάτι αυτονόητο ή σε δώρο από κάποια γενναιόδωρη πλευρά. Οφείλεται σε αυτό το ασίγαστο, αδιάκοπο πάθος για ελευθερία και στη θυσία στο βωμό της, εδώ ακριβώς, σε αυτή την τράπεζα της ελευθερίας που έδωσε αυτό το τεράστιο δείγμα μιας άλλης συμπεριφοράς ανθρώπινης, η οποία παραγνώρισε την ίδια τη ζωή.
Έτσι λοιπόν σήμερα, εμείς, οι παρόντες θα απολαύσουμε τα πρεπιά, όπως είπατε, αλλά θα πρέπει κάποιες στιγμές, σήμερα, αύριο, όλο τον χρόνο να αναπολούμε αυτά τα γεγονότα μέσα στη δίνη και στην τύρβη της δικής μας ζωής.
Διάβασα κάπου κάτι που είχε γράψει ο Παντελής Πρεβελάκης, ο σπουδαίος αυτός συντοπίτης σας λογοτέχνης, ότι λίγα χρόνια μετά το Ολοκαύτωμα στο Αρκάδι, ένας από τους διασωθέντες επισκέφθηκε το μοναστήρι. Οι μοναχοί τον περίμεναν, τον φιλοξένησαν, τον έβαλαν σε ένα κελί το οποίο ήταν περίπου στο ίδιο μέρος όπου ο ίδιος είχε πολεμήσει κατά των Τούρκων. Αυτός ο άνθρωπος, γράφει ο Πρεβελάκης, δεν κατάφερε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ και τα ξημερώματα παρέδωσε το πνεύμα. Και συμπληρώνει ο Πρεβελάκης, η αναπόληση του οδυνηρού γεγονότος ήταν γι’ αυτόν πιο καταδικαστική από το ίδιο το γεγονός. Η αναπόληση του γεγονότος ήταν πιο οδυνηρή για τη ζωή του από το ίδιο το γεγονός από το οποίο κατάφερε να επιζήσει.
Αυτό το γεγονός, λοιπόν, το ασύλληπτο για τα μέτρα του σημερινού ανθρώπου, ο οποίος πολιορκείται από άλλους δαίμονες και όχι από εκείνους που πολιορκούνταν πριν από 160 χρόνια οι συμπατριώτες σας, είναι κάτι το εντελώς ξεχωριστό. Και πρέπει, θα το ξαναπώ, να προσεγγίζουμε την αντίληψη εκείνης της εποχής. Τετρακόσια χρόνια κράτησε η Ενετοκρατία και άλλα διακόσια η Τουρκοκρατία. Έξι αιώνες και δεν ξερίζωσαν ούτε την πίστη, ούτε την βλέψη προς ό,τι το ελληνικό. Έξι αιώνες δουλείας και δεν ξερίζωσαν αυτά που σήμερα μας κρατάνε όρθιους.
Τελειώνω λέγοντας πως πάλι την ίδια εποχή ένας ξένος περιηγητής εντυπωσιάστηκε γιατί είδε σε κάθε σπίτι εδώ στη δυτική Κρήτη, από τη λάβρα του κεριού, έναν σταυρό. Κάθε σπίτι είχε και ένα θύμα σε αυτούς τους αγώνες για την ελευθερία. Κάθε σταυρός συμβόλιζε και έναν νεκρό στο σπίτι εις το οποίο υπήρχε.
Όλοι αυτοί οι χιλιάδες σταυροί οδήγησαν την Ελλάδα στη σημερινή εποχή. Γι’ αυτό και η σημερινή Ελλάδα πρέπει να φροντίζει τη χρήση της ελευθερίας της, την προστασία της ελευθερίας της, να την αξιοποιεί, να προκόβει, να είναι ασφαλής και για να είναι ασφαλής, πρέπει στα μεγάλα και στα σπουδαία να είμαστε ενωμένοι.
Έχουμε πολλά στα οποία μπορούμε να διαφωνούμε – και με βάση το δημοκρατικό μας πολίτευμα ίσως και να είναι αναγκαίο να διαφωνούμε γιατί δεν μπορεί όλοι να συμφωνούμε στα δευτερεύοντα ή στα επιμέρους. Αλλά στα βασικά θέματα που έχουν σχέση με την ύπαρξη του Έθνους, την μέριμνα για την ασφάλειά μας, τις μεγάλες επιλογές για την προκοπή μας, πρέπει να είμαστε ενωμένοι, διδασκόμενοι από το παράδειγμα αυτών των ανθρώπων που σήμερα τιμήσαμε, ώστε με τον τρόπο αυτό να επιβεβαιώσουμε ότι αναγνωρίζουμε την τεράστια θυσία τους.
Σας ευχαριστώ».



