Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Αν. Τασούλας μετέβη στη Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Θεσσαλονίκης, όπου ο Διοικητής της Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης Ηπείρου – Μακεδονίας, Αντιστράτηγος Γρηγόριος Μπουντλιάκης, παρέθεσε γεύμα προς τιμήν του.
Ακολουθεί η αντιφώνηση του Προέδρου της Δημοκρατίας:
«Κυρίες και κύριοι,
Στην Ελλάδα, αν σκάψεις, συναντάς τους Θεούς. Και αυτός ο στίχος σημαίνει ότι είναι τόσο πλούσιο το υπέδαφος της Ελλάδος από την αρχαία Ελλάδα, ώστε και το παραμικρό σκάψιμο σε φέρνει σε επαφή με εκείνη την λαμπρή περίοδο της πατρίδας μας. Όμως, αυτό το δώρο που μου κάνατε σήμερα, Στρατηγέ, το οποίο περιέχει χώμα από το Καλπάκι, από το Κιλκίς και από το Μπιζάνι, που θυμίζει και μάχες των Βαλκανικών Πολέμων, αλλά και τη μεγάλη μάχη του «ΟΧΙ», αποδεικνύει ότι δεν χρειάζεται καν να σκάψεις για να συναντήσεις τους θεούς ή τον ένθεο ζήλο, ο οποίος ενέπνευσε τους Έλληνες να αγωνιστούν για την ελευθερία τους.
Το ίδιο το χώμα, όπως βρίσκεται κάτω από τα πόδια μας, είναι λίγο πολύ, στα περισσότερα μέρη της Ελλάδος, ιερό. Και αυτή η οβίδα με παραπέμπει σε ένα δημοσίευμα της εφημερίδος «Πρωία» της 9ης Νοεμβρίου του 1940, σύμφωνα με το οποίο ένα παιδί της Γ’ Δημοτικού, ο Μιχάλης Παπαγιάννης, στέλνει στον Πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά ένα μικρό γράμμα, μέσα στο οποίο έχει μία λίρα και γράφει: Με αυτή τη λίρα χρυσώναμε την κούνια μου όταν γεννήθηκα και μου τη φύλαγε ο μπαμπάς μου για να μου τη δώσει όταν μεγαλώσω. Τώρα που έχουμε πόλεμο σας τη στέλνω, για να κάνετε μία οβίδα να πέσει στην Ιταλία.
Αυτή η επιστολή συμπυκνώνει όλη την πλημμυρίδα ενότητας και ομοψυχίας, η οποία κατέλαβε τους Έλληνες εκείνο το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου, που θα τιμήσουμε μεθαύριο. Εκείνη η επιστολή, μαζί με όλη την εικόνα του ενθουσιασμού, με τον οποίο δέχτηκαν οι Έλληνες την κήρυξη του πολέμου, επιβεβαιώνει ό,τι μας θυμίζει και η σημερινή επέτειος της Απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας, κατά τη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου.
Και τότε η Ελλάδα ενωμένη μεγαλουργούσε και τότε, λίγα χρόνια μετά, το 1940, ενωμένη πάλι μεγαλουργούσε. Ο Στράτης Μυριβήλης έγραψε ότι η Ελλάδα το 1940 στάθηκε μπροστά στο ανοιχτό βιβλίο της μοίρας της και αποφάσισε να γράψει τις επόμενες σελίδες της ένδοξης ιστορίας της. Και πρέπει να ξέρουμε πως οι νίκες του 1940 και στο Καλπάκι, αλλά και εν συνεχεία μέσα στη Βόρεια Ήπειρο, ήταν αποτέλεσμα της ανάγκης του έθνους και να επιβιώσει και να προστατεύσει την τιμή του.
Λίγους μήνες μετά, το Μάρτιο του 1941, και ενόψει της σίγουρης τότε επιθέσεως της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας κατά της Ελλάδος, ο εκδότης της «Καθημερινής» Γεώργιος Βλάχος έγραψε την περίφημη ανοιχτή επιστολή προς τον καγκελάριο Χίτλερ, την οποία έκλεινε γράφοντας ότι θα πολεμήσουμε και στη Θράκη, όπως πολεμήσαμε και στην Πίνδο. Και όπως η Ελλάς έμαθε τον κόσμο να ζει, έτσι τώρα θα τον μάθει και να πεθαίνει υπέρ της ελευθερίας. Ο συνδυασμός αυτών των δύο κινήτρων, επιβίωσης και τιμής, είναι αυτό που ξεχωρίζει στη συμμετοχή της Ελλάδος σε αυτούς τους πολέμους. Οι στιγμές που διανύουμε σήμερα, η αβεβαιότητα και οι κίνδυνοι που μας περιβάλλουν, απαιτούν να θυμόμαστε εκείνες τις μέρες όχι μόνο ως ένα μάθημα ιστορίας, που πρέπει να αποστηθίσουμε, αλλά ως ένα τεράστιο δίδαγμα που, επαναλαμβανόμενο με επιμονή και πείσμα, μας θυμίζει πως όταν αντιμετωπίζουμε ενωμένοι τους κινδύνους, τότε νικάμε και ατενίζουμε το πεπρωμένο μας με αυτοπεποίθηση.
Ο ίδιος ο Στράτης Μυριβήλης εξηγεί τι παραμέρισαν οι Έλληνες μετά το «ΟΧΙ» που διατύπωσε τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου ο Πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς και το οποίο ο ελληνικός λαός σύσσωμος με ενθουσιασμό, όχι απλώς ενέκρινε αλλά υιοθέτησε. Με ενθουσιασμό! Η πρόσκληση για επιστράτευση είχε προθεσμία λίγων ημερών. Την πρώτη μέρα σχεδόν επιστρατεύθηκαν όλοι. Είχε καλυφθεί πάνω από το 80% των κληθέντων. Αυτό δείχνει τον ψυχισμό, το πνεύμα εκείνης της εποχής. Αυτό που σας περιέγραψα, λέει ο Στράτης Μυριβήλης, δεν έγινε με εξαναγκασμούς ούτε με φοβέρες. Τα εκατομμύρια των Ελλήνων πρόσφεραν τις φιλοδοξίες, τα πάθη τους, τα πολιτικά και τα προσωπικά, τους φθόνους και τις ματαιοδοξίες τους. Πρόσφεραν τις ελευθερίες τους, πρόσφεραν τη ζωή τους στην ελευθερία και στον βωμό της Ελλάδος, με τον ίδιο τρόπο που τα ζευγάρια πρόσφεραν τις χρυσές βέρες τους και οι φτωχές υπηρέτριες τις οικονομίες τους. Έτσι οι 500.000 των στρατευμένων πρόσφεραν τα νιάτα και τη ζωή τους, όλοι με ελεύθερη τη θέλησή τους. Αυτό το πνεύμα του ’40, αυτό το μήνυμα του ’40, μας θυμίζουν αυτές οι μέρες.
Ο πολιτικός κόσμος ήταν είτε εκτοπισμένος, είτε παραμερισμένος, είτε φυλακισμένος. Η μεταξική δικτατορία είχε φροντίσει γι’ αυτό, αλλά μπροστά στην ανάγκη της ελευθερίας όλα παραμερίσθηκαν. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, μετέπειτα Πρωθυπουργός, από την Κάρυστο, όπου ήταν εκτοπισμένος, έστειλε επιστολή στον ίδιο τον Πρωθυπουργό και ζήτησε να καταταγεί και πράγματι στρατεύθηκε και υπηρέτησε. Ο Καφαντάρης, ο Σοφιανόπουλος, ο Σοφούλης, ο Ζαχαριάδης, που ήταν κρατούμενος στις φυλακές της Κέρκυρας, όλοι παραμέρισαν τις πολιτικές τους διαφορές, οι οποίες προφανώς ήταν μεγάλες, και έβαλαν πάνω απ’ όλα την τύχη της Ελλάδος.
Το ίδιο έκανε ο πνευματικός κόσμος. Ίσως σήμερα να μην το φανταζόμαστε αλλά ο Οδυσσέας Ελύτης υπηρέτησε ως ανθυπολοχαγός στο μέτωπο, ο Άγγελος Τερζάκης το ίδιο, ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο Άγγελος Βλάχος, ο Λουκής Ακρίτας, ο Γιώργος Σαραντάρης, ο Διονύσιος Ρώμας, ο Ανδρέας Καραντώνης. Ηθοποιοί, που οι μεγαλύτεροι από εμάς θυμόμαστε καλύτερα, όπως ο Λυκούργος Καλλέργης, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, όλοι αυτοί υπηρέτησαν. Υπηρέτησε και ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης. Όλοι άφησαν την καθ’ ημέρα μέριμνα του βίου τους και επιστρατεύθηκαν, υπηρέτησαν την πατρίδα και έφεραν αυτό το έξοχο αποτέλεσμα του «ΟΧΙ». Την ίδια συμπεριφορά επέδειξαν οι γυναίκες με κορυφαίες τις γυναίκες της Πίνδου, οι απόδημοι Έλληνες και φυσικά ο απλός λαός.
Όταν η Ελλάδα απελευθέρωσε την Κορυτσά στις 22 Νοεμβρίου, όταν δηλαδή η Ελλάδα έπαψε να αμύνεται στο Καλπάκι και άρχισε να απωθεί τους Ιταλούς μέσα στη Βόρεια Ήπειρο. Η κατάληψη της Κορυτσάς θεωρήθηκε και ήταν η πρώτη νίκη των συμμάχων, και όχι μόνο της Ελλάδας, κατά του Άξονα και η πρώτη πόλη που απελευθερώθηκε από τον Άξονα στους 15 μήνες από την έναρξη του πολέμου, τον Σεπτέμβριο του 1939. Όλα αυτά δεν έγιναν τυχαία, δεν έγιναν επειδή η Ελλάδα ήταν προορισμένη να νικήσει. Έγιναν επειδή οι Έλληνες αυτόν τον προορισμό της Ελλάδας τον υπηρέτησαν ενωμένοι.
Ο Ιωάννης Μεταξάς στην τελευταία του συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στον «Εθνικό Κήρυκα» της Νέας Υόρκης στις 24 Ιανουαρίου του 1941 είπε τα εξής: Όχι, δεν ανήκει εις εμέ η τιμή της αποφάσεως για την αντίσταση. Ξέρω ότι οιοσδήποτε Έλλην από οποιοδήποτε μέρος της πατρίδος, οιασδήποτε τάξεως κι αν ήτο και ευρίσκετο στη θέση μου τη στιγμή εκείνη, θα ελάμβανε την ίδια απόφαση. Ξέρω ότι κανείς Έλλην δεν θα παρέδιδε την ελευθερία χωρίς να πολεμήσει για την περιφρούρησή της. Για τους λόγους αυτούς η απόφαση της αντίστασης δεν ήτο δύσκολος, δεν υπήρχε άλλη διέξοδος για τον ελληνικό λαό. Και αυτή η διέξοδος μας οδήγησε σε αυτή την απίστευτη νίκη και σε αυτό το κλέος.
Τονίζω και πάλι τον σπάνιο και ιδιαίτερο ψυχισμό και είμαι βέβαιος, όχι ανεπανάληπτο ψυχισμό και καταφεύγω στους περίφημους στίχους του Οδυσσέα Ελύτη από το «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», που αποδίδουν όλη την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής. Γιατί μπορεί να γνωρίζουμε την Ιστορία και τις ημερομηνίες αλλά πρέπει λίγο να μπούμε και στο άρωμα της εποχής, που είναι η δεύτερη απαραίτητη παράμετρος για να κατανοήσουμε καλύτερα το τι συνέβη.
Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε / Σκύψανε τα βουνά της Θράκης για να φανεί / Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε. / (…) Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί. / Ήταν γερό παιδί. (…) Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του / Τι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθος / Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα. / Ήταν γενναίο παιδί / Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά του και με το πιστόλι του / Με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά / Με τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά / Και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του./ (…) Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας / Δεν έκλαψαν / Γιατί να κλάψουν / Ήταν γενναίο παιδί!
Χρόνια πολλά!»



