«Κυρίες και κύριοι,
είμαστε σήμερα εδώ για να επισκεφθούμε και να θαυμάσουμε μια σπουδαία έκθεση ενός σπουδαίου αυτοδίδακτου, αλλά καθόλου άτεχνου ζωγράφου, ο οποίος ζώντας μέσα στην πολύσπερμη Θεσσαλονίκη, για να χρησιμοποιήσω μια ωραία έκφραση, ενός σύγχρονου πνευματικού ανδρός σας, του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, γοητεύτηκε πολύ από την Ορθοδοξία, από τα μηνύματά της, και μέσα από τις 94 επισκέψεις του στο Άγιον Όρος, εμπνεόμενος από τον άνθρωπο, διαμόρφωσε το λόγο του, το έργο του, τον ψυχισμό του.
Κοσμοπολίτης και κοσμοκαλόγερος, Βυζαντινός και Ευρωπαίος, ορθόδοξος και μοντέρνος, αντισυμβατικός και αντικομφορμιστής, «παις αεί παίζων» με τα γράμματα, τους αριθμούς και τις ζωγραφιές, «παιζωγράφος», όπως αυτοχαρακτηριζόταν, ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, ο ξεχωριστός λόγιος της «Μητέρας Θεσσαλονίκης» συνέθεσε ένα ξεχωριστό έργο που αντλεί από τη βυζαντινή, δημώδη και εκκλησιαστική παράδοση, εμβαπτίζεται στις αναζητήσεις της λογοτεχνικής πρωτοπορίας, και παραμένει ιδιαίτερο, ακατάτακτο, και άκρως γοητευτικό.
Οι βαθιές θεολογικές καταβολές του, η πνευματική αλλά και σωματική σύνδεσή του με το Άγιον Όρος, η βιωματική σχέση του με την παράδοση μεταγγίζονται στο έργο του με τρόπο απολύτως ιδιοσυγκρασιακό. Πατώντας γερά στη μελέτη των Βυζαντινών χρονογράφων («μια έκταση χώρου απλωμένου σε χίλια εκατό και είκοσι τρία χρόνια»), οικοδόμησε το «σπίτι των λόγων του» με τα πιο ταπεινά υλικά, προσθέτοντας διαρκώς νέες ψηφίδες σε μιαν αδιάλειπτη «χρονογραφία» της εποχής μας.
Η τεχνική της κατάτμησης της επιφάνειας σε απειροελάχιστα τμήματα -χαρακτηριστικό γνώρισμα της ζωγραφικής του- μεταφέρθηκε και στην εικονοκλαστική πεζογραφία του, διαμορφώνοντας μια παλίμψηστη και πυκνή γραφή. Πραγματικές ή φανταστικές οδοιπορίες, μνημονικές περιπλανήσεις, αλληλουχίες συνειρμικών εικόνων, θραύσματα εμπειριών συνθέτουν το έργο αυτού του «παραμυθά της απέραντης ποικιλίας του συγκεκριμένου» όπως ονόμασε ο ίδιος τον εαυτό του, έργο δαιδαλώδες, αναρχικό στη δόμησή του και μεταφυσικό στη σύλληψή του.
Όμως είμαστε σήμερα εδώ για να θυμηθούμε, να θαυμάσουμε και να τιμήσουμε τη βαθιά σχέση του Πεντζίκη με το Άγιον Όρος, όχι μόνο με την πνευματική του ατμόσφαιρα, αλλά και με την υλική ομορφιά του, πηγή μεγάλης συγκινησιακής φόρτισης για τον συγγραφέα.
Θυμάμαι και ανασύρω ένα έξοχο κείμενό του για την αγιώνυμη πολιτεία, το οποίο ξεκινά με τα λόγια «οι επί του θέματος από μακρού χρόνου συλλογισμοί μου είναι ότι το Άγιον Όρος μπορεί να παρομοιαστεί, αν όχι να ταυτιστεί, με την δεύτερη πανοπλία του Αχιλλέως» για να καταλήξει σε μια υποσημείωση που απαριθμεί τα «σημαντικότερα από τα αγιορείτικα» που του έρχονται στον νου: «τα καλοκαιρινά παραθαλάσσια κρίνα του Αγίου Βασιλείου, παρά τον Αρσανά της Ι. Μ. Χιλιανδαρίου, την παράξενη και σπανία πέτρα που συνέλεξα στην παραλία των ᾽Ιβήρων και την φυλάγω σπίτι μου, τα καθέτως θαλασσούμενα βράχια στα Καρούλια, κάτω από τα Κατουνάκια, την σπηλιά στην καμπή του βραχώδους αιγιαλού μεταξύ Διονυσίου και Αγίου Παύλου, την Βαλακρίδα που συνέλεξα στον δρυμό ανεβαίνοντας στις Καρυές από την Δάφνη, την Κουκουναριά του Κοιμητηρίου της Ι. Μ. Ξενοφώντος, τις κουβέντες μεταστάντων Γερόντων, του Παρθενίου, του Αμβροσίου και του Γέροντος Δαμασκηνού, με τα μεταξένια άσπρα μαλλιά και τα χρυσά γυαλιά». Εδώ συναρμόζονται φύση και λόγος, αισθητηριακή υπεραισθησία και πνευματική εγρήγορση.
Ενενήντα τέσσερις φορές επισκέφθηκε το Όρος ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, αρχής γενομένης από τον Ιούνιο του 1934, ενάμιση χρόνο πριν εκδοθεί το πρώτο του μυθιστόρημα Ανδρέας Δημακούδης, ένας νέος μοναχός. Δεν ήταν για εκείνον απλώς ένας θρησκευτικός προορισμός, αλλά ένας τόπος μυστικής εσωτερικής ζύμωσης, ένα ανεξάντλητο πνευματικό κοίτασμα, το οποίο ανέσκαπτε συνεχώς, πλουτίζοντας το έργο του με τα πολύτιμα ευρήματά του. Και αυτό το ανεξάντλητο πνευματικό κοίτασμα τροφοδοτούσε και το δικό του εσωτερικό κοίτασμα, και ενίσχυε τη φαντασία του και το δικό του λόγο, όπως ακριβώς προτρέπει ο φιλόσοφος Ρωμαίος Αυτοκράτωρ Μάρκος Αυρήλιος «Ένδον βλέπε· ένδον η πηγή του αγαθού και αεί αναβλύειν δυναμένη, εάν αεί σκάπτης».
Το 1952 πηγαίνει για τελευταία φορά στο Όρος ως φαρμακοποιός, και για πρώτη φορά ως συνειδητοποιημένος συγγραφέας και ζωγράφος. Από εκείνη την επίσκεψή του θα προκύψουν δεκάδες πίνακες με αγιορείτικα θέματα, τα σχεδιάσματα των οποίων καταχώρησε στο περίφημο σημειωματάριό του που αποτελεί και το επίκεντρο της σημερινής έκθεσης. Ένα πυκνογραμμένο τετράδιο 50 σελίδων, γεμάτο σημειώσεις, σχέδια, καταγραφές θαυμάτων, αποτυπώσεις τοιχογραφιών, συζητήσεις με τους γέροντες, παρατηρήσεις πάνω στην τοπική χλωρίδα και πανίδα.
Το αγιορείτικο περιβάλλον, ανθρώπινο, κτιστό και φυσικό αλλά και άκτιστο, υπερφυσικό, θα αποτελέσει ζείδωρη πηγή καλλιτεχνικής εμπνεύσεως για τον Πεντζίκη. Εκεί διδάχθηκε, όπως γράφει στο δοκίμιό του «Έρως της εκκλησίας» του 1962, «την έννοια του ρυθμού ως βασικού ερμηνευτικού στοιχείου του κόσμου και της ανθρώπινης ζωής», εκεί εξήγαγε συμπεράσματα «περί των ορίων του προσωπικού», εκεί διαπίστωσε ότι «το ωραίο, όταν υπάρχει προς τούτο συγκίνηση, μπορεί να κομματιαστεί και να μεταφερθεί έξω από την ενότητα που το γέννησε σε άλλη και άλλη, μέχρι που να μπορεί σήμερα να περιβληθεί την μυθική αλουργίδα των επών του Ομήρου και, ενδεδυμένο τα παλαιά, να παρουσιάζεται συγχρονισμένο, προς τις πιο επίκαιρες φιλοσοφικές απόψεις». Είναι αυτό που ανέφερε ο Δήμαρχος προηγουμένως, ότι αντλώντας απ’ την παράδοση, έδωσε κάτι καινούριο αλλά βαθιά ριζωμένο στην παράδοση.
Σ’ αυτή την τελευταία παρατήρηση, νομίζω ότι συνοψίζεται και όλη η καλλιτεχνική προσπάθειά του: Να κατασκευάσει μια «σχεδία ζωής» που αναπλέει τον χρόνο και τον κόσμο συνθέτοντας όσα βλέπουν τα μάτια, αγγίζουν τα χέρια, αλλά και όσα εισπράττουν ο ακοίμητος νους και η ανοιχτή καρδιά, αποκαλύπτοντας την αλήθεια των πραγμάτων. Να εξηγήσει μέσα από την προσωπική του βίωση της ορθόδοξης παραδόσεως τον πνευματικό κόσμο των αρχαίων, κινούμενος δημιουργικά και αβίαστα από τον αρχαίο στον χριστιανικό κόσμο. Να μπολιάσει τη νεωτερική τεχνική της «ροής της συνείδησης» που χαρακτηρίζει τα γραπτά του με το ύφος των συναξαρίων, τη βυζαντινή υμνογραφία και την γεωγραφία της αγιορείτικης πολιτείας. Και στη ζωγραφική του να αξιοποιήσει τα διδάγματα της βυζαντινής τέχνης και τα χρώματα του τοπίου στο Άγιον Όρος, μετατρέποντας τη ζωγραφική πράξη σε μια, γιατί όχι, μορφή προσευχής και ψηλάφησης του Θείου.
Θα ήθελα να επανέλθω στην παρομοίωση του Άθω με την δεύτερη πανοπλία του Αχιλλέως από τον Πεντζίκη, στην οποία αναφέρθηκα αρχικά. Ως γνωστόν, ο Αχιλλέας είχε δύο πανοπλίες, αδιάτρητες, απροσμάχητες, όπως ακούσαμε πριν από λίγο στον Άγιο Δημήτριο, με υπερφυσική λάμψη και δύναμη. Την πρώτη, δώρο του Ηφαίστου στον πατέρα του τον Πηλέα, θα την δανείσει στον Πάτροκλο, αλλά ο Έκτορας θα σκοτώσει τον επιστήθιο φίλο του και θα του πάρει την πανοπλία για να την περιβληθεί ο ίδιος· τη δεύτερη, θα την κατασκευάσει και πάλι ο Ήφαιστος, αυτή τη φορά κατά παράκληση της Θέτιδος, της μητέρας του Αχιλλέα, μετά τον θάνατο του Πατρόκλου. Αυτή η δεύτερη πανοπλία δεν είναι οικογενειακή κληρονομιά, δώρο ενηλικίωσης, σύμβολο ηρωισμού ή αθανασίας όπως η πρώτη, αλλά είναι η υλική μορφή της απόφασης του Αχιλλέα να επιστρέψει στη μάχη γνωρίζοντας ότι η επιστροφή αυτή θα τον οδηγήσει στον θάνατο. Όταν λοιπόν ο Πεντζίκης επιχειρεί αυτή την τολμηρή αναγωγή, αντιδιαστέλλει την στολή την οποία έχουμε λάβει από τους φυσικούς μας γεννήτορες και με την οποία προσερχόμαστε στον κόσμο, με την άλλη στολή που μας προετοιμάζει για το επέκεινα. Και αυτή η άλλη στολή είναι ο μοναχισμός, όπως τον γνώρισε και τον βίωσε στο Άγιον Όρος.
Έγραψαν ότι ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης υπήρξε μιμητής της αγιορείτικης ζωής, «εκείνης της απολύτου κενώσεως από αγάπη, ώστε να χωρέσει μέσα της η ψυχή του, πέρα από κάθε επίκριση, να χωρέσει, τον πλησίον». Ο ίδιος έλεγε ότι γράφοντας εξέφραζε την «χαρά της εν Χριστώ τω Θεώ ζωής», ότι με το έργο του έδινε αγάπη, ότι η λογοτεχνία, στην καλύτερη έκφρασή της «διδάσκει τη μέθη που μας οδηγεί στον Θεό και αποκαθιστά την ενότητά μας με το σύμπαν». «Αναζητώντας, λοιπόν, τον άλλον μέσα στο μυθικό βάθος του εγώ» για να χρησιμοποιήσω την πρώτη φράση της εισαγωγής του σε μια συναγωγή «Παλαιότερων ποιημάτων και νεώτερων πεζών» που εκδόθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1980. Το εξώφυλλο της έκδοσης αυτής φιλοτεχνήθηκε από τον ίδιο με τη μέθοδο της ψηφαρίθμησης, τη μετάβαση, δηλαδή, από τις λέξεις στα γράμματα και από τα γράμματα στους αριθμούς και από τους αριθμούς στα χρώματα, όπως θα καμαρώσουμε σε λίγο, o Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης βρήκε στο περιβόλι της Παναγίας τον εύκρατο χώρο όπου θα μπορούσε να αντιμετωπίσει αυτό το συχνά τυραννικό εγώ, όχι για να βυθιστεί περισσότερο μέσα του, αλλά για να ενώσει τον εαυτό με τον άλλον, ώστε να αποκατασταθεί η ενότητα των πάντων στο Ένα, που είναι και η μόνη αλήθεια.
Σήμερα εδώ εκτίθεται το εικαστικό έργο αυτού του σπουδαίου διανοούμενου. Ένα εικαστικό έργο, το οποίο θα μας βοηθήσει να τον κατανοήσουμε ακόμη βαθύτερα. Θαύμαζε ιδιαίτερα τον Αυτοκράτορα Ιωάννη Καντακουζηνό, ο οποίος μετά τη βασιλεία του ως Αυτοκράτωρ του Βυζαντίου, έγινε μοναχός, ασκήτευσε και ασχολήθηκε με τη συγγραφή. Ο Πεντζίκης έγραψε σημαντικά λογοτεχνικά έργα και ξεκίνησε τη ζωγραφική αποτυπώνοντας μακεδονικά τοπία, από τη γενέθλια πόλη του. Γέννημα της Θεσσαλονίκης, «θρέμμα του Άθω», όπως ελέχθη. Μαγεύτηκε από τοπία και συμβολισμούς, τα οποία έχουμε την ευκαιρία σήμερα να θαυμάσουμε.
Εδώ και 33 χρόνια, αναπαύεται στην αγαπημένη του Ορμυλία. Μας κληροδότησε μία σημαντική παρακαταθήκη λόγου και εικόνων αυτός ο «παιζωγράφος», που σφράγισε την πόλη, την τίμησε και τιμάται από αυτήν, εδώ, στην Αγιορειτική Εστία, ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα και η ίδια. Ένα κτίριο σχεδιασμένο από τον σπουδαίο αρχιτέκτονα Ξενοφώντα Παιονίδη, το οποίο ξεκίνησε τη λειτουργία του ως νοσοκομείο και συνεχίζει τη θεραπευτική του αποστολή, με διαφορετικό, πλέον, τρόπο, θεραπεύοντας τις τέχνες, την παράδοση και ενισχύοντας τη σχέση αυτής της ιστορικής πόλης με το Άγιον Όρος.
Σας ευχαριστώ για την παρουσία σας και συγχαίρω όλους τους συντελεστές αυτής της ωραίας πρωτοβουλίας. Σας καλώ όλους, εγκαινιάζοντας αυτή την έκθεση να τη θαυμάσουμε όλοι μαζί και να επωφεληθούμε από τα μηνύματά της».



