Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Αν. Τασούλας, στο πλαίσιο της επίσκεψής του στον Δήμο Καβάλας για την 113η επέτειο Απελευθέρωσης της πόλης, ανακηρύχθηκε Επίτιμος Δημότης Καβάλας.
Μετά την προσφώνηση που απηύθυνε ο Δήμαρχος Καβάλας Θεόδωρος Μουριάδης, ο κ. Τασούλας έκανε την ακόλουθη αντιφώνηση:
«Κυρίες και κύριοι,
Αντιλαμβάνομαι πως αυτή τη μεγάλη τιμή της ανακηρύξεως από το Δημοτικό Συμβούλιο Καβάλας ως Επίτιμου Δημότη, απευθύνεται περισσότερο προς τον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας, έναν θεσμό ο οποίος τελευταία έχει ζωή άνω του μισού αιώνα στην χώρα μας. Υπήρχε και προγενέστερα, καθώς ο Ναύαρχος Κουντουριώτης, ο οποίος ουσιαστικά απελευθέρωσε την Καβάλα με τις εντολές και οδηγίες του, έγινε εν συνεχεία Πρόεδρος της Δημοκρατίας, όπως και ο Ζαΐμης.
Αντιλαμβάνομαι, κύριε Δήμαρχε, τα καλά και ευγενικά σας λόγια προς το πρόσωπό μου, και αυτή η αντίληψη έρχεται σήμερα σε μια λαμπρή και ξεχωριστή εντελώς μέρα για την Καβάλα, τη μέρα όπου τιμούμε διπλά: μια επέτειο και μια γιορτή εδώ στην Καβάλα. Τιμούμε την 113η επέτειο ενσωματώσεως της περιοχής στον εθνικό κορμό και τιμούμε και την γιορτή του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος διαπεραιώθηκε στην Καβάλα, ίδρυσε εδώ λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, στους Φιλίππους δηλαδή, την πρώτη χριστιανική κοινότητα, την πρώτη χριστιανική εκκλησία στον ευρωπαϊκό χώρο και επηρέασε αφάνταστα με τη διδασκαλία του την πορεία του Χριστιανισμού.
Είναι, συνεπώς όπως ελέχθη προσφυώς, η Καβάλα, τόπος με βαθιά ιστορική μνήμη, που ανάγεται στα βάθη του 7ου π.Χ. αιώνα, όταν αποικίστηκε η περιοχή από τη Θάσο και ξεκίνησε η ιστορική πορεία αυτής της πόλεως, κάτω από διάφορες ονομασίες, αρχικά Νεάπολη, εν συνεχεία Χριστούπολη, και σήμερα Καβάλα.
Είναι εντυπωσιακό σήμερα, που τιμήσαμε την απελευθέρωση της πόλεως, να διαπιστώνει κανείς πόσο πολύπλοκη, πόσο σύνθετη είναι τελικά η ιστορική εξέλιξη και οι ιστορικές διακυμάνσεις. Η Καβάλα κατά τη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου ήταν στα χέρια των Βουλγάρων.
Όταν τέλειωσε ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος, η αρχική τετραεθνής συμμαχία διεσπάσθη από τη Βουλγαρία, η οποία στράφηκε εναντίον της Ελλάδας και της Σερβίας. Αντέδρασε η Ελλάδα στις αρχές του καλοκαιριού, τον Ιούνιο του 1913. Απώθησε τα βουλγαρικά στρατεύματα βορειότερα προς την κοιλάδα του Στρυμόνα, ιδίως μετά την αιματηρή και πολύ φονική μάχη, νικηφόρα για εμάς, του Κιλκίς-Λαχανά.
Οι Βούλγαροι, εν συνεχεία, νιώθοντας ότι χάνουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους, άρχισαν να αποχωρούν από τις περιοχές της Ανατολικής Μακεδονίας που είχαν καταλάβει στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο. Το σπαρακτικό παράδειγμα του Δοξάτου, αλλά και των Σερρών, αλλά και άλλων πόλεων, είναι χαρακτηριστικό. Αποχωρούσαν αφανίζοντας αμάχους και καταστρέφοντας περιοχές. Η Καβάλα, ευτυχώς, δεν είχε αυτή την πείρα.
Το Ελληνικό Ναυτικό, το οποίο διεκρίθη κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, είχε τη δυνατότητα να πλησιάζει οποιαδήποτε ακτή ήθελε, λόγω της επάρκειας, της ταχύτητας και της ετοιμότητάς του. Έτσι, πλησίασε την Καβάλα, δόθηκαν οδηγίες, στον Πλωτάρχη Αντώνη Κριεζή, ο οποίος με το αντιτορπιλικό “Δόξα” έφτασε στην Καβάλα και αποβίβασε ελληνικό στρατό. Την επόμενη μέρα ήρθαν άλλα δύο ανιχνευτικά πλοία του Πολεμικού Ναυτικού με τα ονόματα “Πάνθηρ” και “Ιέραξ”.
Ολοκληρώθηκε η απόβαση από τη θάλασσα και η Καβάλα ύμνησε την ελευθερία της μετά από πέντε και πλέον αιώνες οθωμανικής υποδουλώσεως και περίπου έναν χρόνο βουλγαρικής.
Αυτό όμως από μόνο του, η στρατιωτική απελευθέρωση, δεν ήταν αρκετό για να συμπεριληφθεί η Καβάλα στα ελληνικά εδάφη. Έπρεπε να ολοκληρωθεί και η διπλωματική μάχη. Και αυτή ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 1913 στο Βουκουρέστι, παρουσία του Έλληνα Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου, χάρη στους διπλωματικούς χειρισμούς του οποίου, που αντιμετώπισαν άλλες προκλήσεις και άλλες επιθυμίες να παραμείνει η Καβάλα υπό βουλγαρική κυριαρχία, ξεπεράστηκε αυτό το ζήτημα, κυρίως με την υποστήριξη του αυτοκράτορα της Γερμανίας, του Γουλιέλμου, ο οποίος ήταν αδερφός της συζύγου του Βασιλέως Κωνσταντίνου, της Σοφίας. Και έτσι, αισίως, με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, τα σύνορα της Ελλάδος με τους Βαλκανικούς Πολέμους ορίστηκαν με βάση τη χάραξη του Νέστου.
Τα τότε σύνορα του 1913 έγιναν με βάση το όριο του Νέστου και έτσι η Καβάλα περιελήφθη στην ελληνική επικράτεια. Εν συνεχεία, με τις υπόλοιπες εξελίξεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και τις συνέπειες που είχε αυτός ο πόλεμος πάλι για την Βουλγαρία, ολοκληρώθηκε η επέκταση της ελληνικής επικράτειας και στη Θράκη.
Είναι συνεπώς ιδιαίτερη τιμή και χαρά να βρίσκεται κανείς σήμερα, αυτή τη μέρα που προκάλεσε αυτή τη μοίρα της Καβάλας, εδώ. Είμαι βαθύτατα συγκινημένος που βρίσκομαι σήμερα εδώ, στη “γαλάζια πολιτεία” σας, την πόλη που τη γλώσσα της “δανείζονται τα όνειρα και φτιάχνουν τη λαλιά τους”, όπως έγραψε η αισθαντική Καβαλιώτισσα ποιήτρια Μαρία Κυρτζάκη, την πόλη που κάθε σοκάκι, κάθε μνημείο, κάθε σπίτι της είναι “χρωματισμένο με τη βαφή” της ιστορίας.
Και για μένα προσωπικά, η Καβάλα, την οποία γνωρίζω σήμερα, έστω και με αυτή τη φευγαλέα αλλά ουσιαστική παρουσία μου, με κάνει να ανατρέχω στη μνήμη των νεανικών μου αναγνωσμάτων, όταν διαβάζοντας τα βιβλία του συμπατριώτη σας Βασίλη Βασιλικού, σπουδαίου λογοτέχνη, είχα μία πρώτη αναγνωστική εμπειρία της Καβάλας από το περίφημο μυθιστόρημα που έγραψε σχεδόν έφηβος, μόλις 16 ετών, “Τα Σιλό”, όπου περιγράφει την βουλγαρική κατοχή, την τελευταία, του 1941, αλλά περιγράφει και την Καβάλα εκείνης της εποχής ή από το μυθιστόρημά του “Γλαύκος Θρασάκης” ή ακόμη και από το άλλο μυθιστόρημά του, “Το καλοκαίρι του Ερωτόκριτου”.
Από αυτά τα μυθιστορήματα του Βασιλικού, είχα μία εικόνα της Καβάλας. Σήμερα αυτή η εικόνα πήρε σάρκα και οστά και κυρίως σήμερα αυτή η εικόνα πήρε και το αποτύπωμα της ιστορικής επετείου.
Η πόλη σας, όπως λέει και η έκθεση που θα δούμε σε λίγο, λόγω της θέσεώς της, λόγω του λιμανιού της, που ήταν περιζήτητο, λόγω του ότι ήταν μία από τις πιο οικονομικά προηγμένες περιοχές στον 19ο αιώνα, από τα μισά και πέρα του 19ου αιώνα, στην περιοχή της Οθωμανικής Μακεδονίας, η περιοχή σας, λοιπόν, είναι ένα “μήλο της έριδος”. Αλλά αυτό “το μήλο της έριδος”, αμετάκλητα, εδώ και 113 χρόνια και για το μέλλον, περιήλθε στην Ελλάδα.
Πέρασαν πολλοί από την πόλη. Φράγκοι, Λομβαρδοί, Ενετοί, κουρσάροι, Σέρβοι, Βούλγαροι από το Βορρά. Τούρκοι από την Ανατολή, Θάσιοι κατακτητές των μεταλλείων του Παγγαίου και του χρυσού της Σκαπτής Ύλης – του τόπου όπου κατά τον Πλούταρχο έγραψε ο εξόριστος Θουκυδίδης την ιστορία του –, από τον Νότο.
Πόλη που υπήρξε ανέκαθεν κόμβος συνάντησης λαών και ιδεών – από την αρχαία Νεάπολη, την πύλη της Ευρώπης προς την Ανατολή, ως την Χριστούπολη των Βυζαντινών και την Καβάλα των νεότερων χρόνων.
Πόλη που αποτέλεσε κέντρο παιδείας στη βορειοανατολική Μακεδονία, κατά τη μακρά περίοδο της Τουρκοκρατίας.
Πόλη που παρότι δεν μετείχε, συνολικά, στον αγώνα της ανεξαρτησίας, καθώς ζούσε υπό την ασφυκτική στρατιωτική και πολιτική κυριαρχία των Οθωμανών, έδωσε παράφορους μαχητές της ελευθερίας, όπως ο φίλος του Μακρυγιάννη, τον οποίο αναφέρει στα απομνημονεύματά του, Ιλαρίων Καρατζόγλου, ο Λαρίωνας, όπως τον αποκαλεί ο στρατηγός, “γενναίον παλικάρι και φιλελεύθερο”.
Αυτό το όραμα της ελευθερίας που φλόγισε την ψυχή του Καρατζόγλου, θα μεταλαμπαδευτεί στις επόμενες γενιές και θα εκδηλωθεί κυρίως κατά τον Μακεδονικό αγώνα. Ήδη από την περίοδο της Τουρκοκρατίας η “αιχμάλωτη πόλη”, όπως την ονόμασε χαρακτηριστικά ο Γάλλος δημοσιογράφος και πρώην μέλος της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών Gaston Deschamps (Γκαστόν Ντεσάν), είχε αντιδράσει στην προσπάθεια κατάπνιξης ή αλλοίωσης του εθνικού φρονήματος με την ίδρυση φιλεκπαιδευτικών, γυμναστικών, φιλανθρωπικών, φιλόμουσων και άλλων συλλόγων, όπως και με την έκδοση της πρώτης εβδομαδιαίας ελληνικής εφημερίδας “Η σημαία” το 1908, με Διευθυντή τον δάσκαλο και Πρόεδρο του σωματείου καπνεργατών Αστέριο Ζουρμπά, προς στήριξη και εμψύχωση του δυναμικού ελληνικού στοιχείου της πόλης.
Αμέτρητες ήταν οι εκδηλώσεις αυτού του αδούλωτου φρονήματος. Και μια απ’ αυτές, ατράνταχτη διατράνωση μιας ελληνικότητας που επιζητεί να αναγνωριστεί, ήταν η πρωτοβουλία των αθλητών από τη Μακεδονία που συμμετείχαν στη Μεσολυμπιάδα του 1906 στην Αθήνα. Προσήλθαν με κόκκινο κάλυμμα στο κεφάλι, σύμβολο του ελληνικού αίματος που έρρεε στον Βορρά καθώς νέοι απ’ όλη την Ελλάδα μάχονταν για την αποτροπή του βίαιου εκβουλγαρισμού της Μακεδονίας, και συνάμα υπενθύμιση του καθήκοντος των ελευθέρων Ελλήνων προς τους αλύτρωτους αδελφούς τους. “Εν τω Σταδίω σήμερον τελείται η ιερά τελετή της Πανελληνίου επικοινωνίας και εν αυτώ, ως εν εθνική κολυμβήθρα, λαμβάνομεν λουτρόν εθνικής αναγεννήσεως, ανταλλάσσομεν περιπαθείς ασπασμούς μετά των ημιλυτρώτων και των αλυτρώτων αδελφών μας, ανανεούμεν τους εθνικούς όρκους και προσδίδομεν εις αυτούς μεγαλειτέραν ευστάθειαν” διαβάζουμε σε αθηναϊκή εφημερίδα στις 30 Απριλίου του 1906, με τη χαρακτηριστική γλώσσα της εποχής.
Οι εθνικοί όρκοι θα τηρηθούν επτά χρόνια αργότερα, όταν το αντιτορπιλικό του ελληνικού στόλου θα αποβιβάσει αγήματα στην Καβάλα και θα την καταλάβει εκδιώκοντας τους Βουλγάρους “διά περιπάτου, εν μέσω εξάλλου ενθουσιασμού των κατοίκων”, όπως έγραψε ο Τύπος της εποχής.
“Καβάλα κατελήφθη εν ονόματι Βασιλέως. Εν λιμένι ορμούσι ‘Πάνθηρ’, ‘Ιέραξ’ και ‘Δόξα’. Λαός πανηγυρίζει”, είναι το χαρμόσυνο μήνυμα του Ναυάρχου Κουντουριώτη, το οποίο μεταδίδει ο τηλέγραφος στο πανελλήνιο στις 26 Ιουνίου 1913.
Και ο ανταποκριτής της εφημερίδας Le Temps του Παρισιού, αφού εξάρει τον Κουντουριώτη και το στρατήγημά του να διατάξει παραπλανητικές διελεύσεις μεταγωγικών πλοίων και του Θωρηκτού “Ύδρα” μπροστά από το λιμάνι της Καβάλας, ώστε να τρομοκρατήσει τους Βουλγάρους με το ενδεχόμενο απόβασης, περιγράφει: “Ο κυβερνήτης Κριεζής αποβιβάζεται μόνος στην ακτή και αμέσως απλώνονται αμέτρητα χέρια για να τον σηκώσουν ψηλά, σε θριαμβική περιφορά (…) Παντού υψώνεται η γαλανόλευκη σημαία, αναρτάται η εικόνα του βασιλέως Κωνσταντίνου και τα σπίτια στολίζονται με άνθη και πράσινες γιρλάντες. Ένας λεμβούχος κατεβάζει τη βουλγαρική επιγραφή του τελωνείου και στη θέση της τοποθετεί την καλλιγραφημένη πινακίδα ‘Ελληνικόν Τελωνείο’. Οι επευφημίες ξαναρχίζουν στη σημαιοστολισμένη πόλη…”
Η ενσωμάτωση της Καβάλας στον εθνικό κορμό θα κριθεί οριστικά στο διπλωματικό πεδίο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη της συνθήκης του Βουκουρεστίου (17-28 Ιουλίου 1913). Οι Βούλγαροι θα δώσουν σκληρή μάχη για να την ανακτήσουν, αλλά εις μάτην. Και παρότι κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Καβάλα καταλήφθηκε για δεύτερη φορά από τη Βουλγαρία στις 30 Αυγούστου 1916 και έμεινε υπό σκληρότατη βουλγαρική κατοχή ως το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, τον Νοέμβριο του 1918 η πόλη ενσωματώθηκε επιτέλους στην ελληνική επικράτεια. Έκτοτε, το γηγενές ελληνικό στοιχείο στερεώθηκε, μπολιάστηκε με τους πρόσφυγες, που ήρθαν εν συνεχεία από τη Μικρά Ασία, και κατάφερε, με το χειρομάχημα των καπνεργατών και το εμπορικό δαιμόνιο των καπνεμπόρων, να δικαιώσει επίζηλα τον τίτλο της Καβάλας ως Μέκκας του καπνού, τουλάχιστον ως τα μέσα του 20ου αιώνα.
Αξιότιμε κύριε Δήμαρχε,
η ιστορία της πόλης σας είναι μια ιστορία αντοχής, μεταμόρφωσης και συνεχούς αναγέννησης.
Από τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα ως σήμερα, η Καβάλα εξελίχθηκε σε μια πόλη όπου οι επιστρωματώσεις της μνήμης καταργούν τη λήθη και οδηγούν σε γόνιμο διάλογο του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον.
Η παλιά πόλη της Παναγίας, με το κάστρο και το Ιμαρέτ, αποτελεί μνημείο της πολυπολιτισμικής της κληρονομιάς.
Τα καπνομάγαζα, σύμβολα μιας εποχής οικονομικής άνθησης, θυμίζουν τον ρόλο της πόλης ως εμπορικού κέντρου που συνέδεε την Ελλάδα με τον κόσμο ολόκληρο.
Οι πνευματικοί άνθρωποι που γεννήθηκαν ή έζησαν εδώ, συγγραφείς όπως ο Γιώργος Χειμωνάς, ο Βασίλης Βασιλικός, ο Πρόδρομος Μάρκογλου, ο Διαμαντής Αξιώτης, ζωγράφοι όπως ο Ουμβέρτος Αργυρός, συνθέτες όπως ο Γιάννης Παπαϊωάννου, για να αναφέρω ενδεικτικά και άδικα μερικούς από τους πολλούς, γαλουχημένοι στον πολυπολιτισμικό πλούτο της, επιβεβαιώνουν την πνευματική της αλκή.
Σήμερα, η ανοιχτή, όμορφη πόλη σας, σταυροδρόμι τόσων λαών και πολιτισμών, αλλά άκρως ελληνική, στο διάβα του χρόνου, μεταβολίζει την εργατικότητα και την ακάματη θέληση των ανθρώπων της σε νέες, δημιουργικές συνθέσεις.
Πιστεύω, ως δημότης Καβάλας πλέον, πως η πόλη, χάρη στη στρατηγική της θέση, εστιάζοντας στην αναβάθμιση των τεσσάρων λιμανιών της, αναδεικνύοντας την πλούσια πολιτιστική κληρονομιά της, επενδύοντας στη δημιουργία ενός σύγχρονου, περιβαλλοντικά ευαίσθητου, βιώσιμου τουριστικού προϊόντος με έμφαση στη γαλάζια ανάπτυξη του τομέα των θαλάσσιων και ναυτιλιακών δραστηριοτήτων, θα προχωρήσει ισορροπημένα προς το αύριο ανακαλύπτοντας και διευρύνοντας εκ νέου τον εαυτό της.
Υπερήφανος όπως κι εσείς Καβαλιώτης πλέον, μετά την ύψιστη τιμή να με αναγορεύσετε συνδημότη σας, εκφράζω τη βαθύτατη πεποίθησή μου ότι η “γαλάζια πολιτεία” σας θα οδεύσει προς το μέλλον με κοινωνική πρόοδο, περιβαλλοντική ευαισθησία και πολιτισμικό δυναμισμό.
Σας ευχαριστώ από καρδιάς για αυτή την τιμή και τη χαρά που μου δώσατε, κύριε Δήμαρχε».
Αμέσως μετά, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Αν. Τασούλας μετέβη στη Μεγάλη Λέσχη του Δήμου Καβάλας, όπου ξεναγήθηκε από τον Διοικητή της ΧΧ Τεθωρακισμένης Μεραρχίας Καβάλας, Υποστράτηγο Αριστείδη Καβαρλίγκο, στην έκθεση «Καβάλα: το διαχρονικό μήλον της Έριδος», που συνδιοργανώνουν η Μεραρχία και ο Δήμος στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 2026». Η έκθεση είναι αφιερωμένη στη στρατηγική και γεωγραφική σημασία της Καβάλας από την αρχαιότητα έως τη σύγχρονη εποχή, αναδεικνύοντας παράλληλα την παρουσία και τον ρόλο του Ελληνικού Στρατού στην περιοχή.



