Συνέντευξη του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Αν. Τασούλα στο περιοδικό ΒΗΜΑgazino του ΒΗΜΑΤΟΣ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ και στη δημοσιογράφο Έρη Βαρδάκη

Κωνσταντίνος Τασούλας
«Η ενότητα και η παιδεία είναι η πραγματική μας δύναμη»

 

Ο πρώτος πολίτης της χώρας ανοίγει τις πόρτες του Προεδρικού Μεγάρου και μιλάει στο ΒΗΜΑgazino για την Ελλάδα που ονειρεύεται, τη νέα γενιά και τη δημοκρατία, αποκαλύπτοντας πτυχές της πολιτικής σκέψης του.

 

Από την Έρη Βαρδάκη
Φωτογραφίες Θοδωρής Μανωλόπουλος

 

Ένα αντίγραφο του ειδωλίου του λέοντος της Δωδώνης, από το Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων, μια διακριτική αναφορά στις ηπειρώτικες ρίζες του, είναι το μοναδικό προσωπικό αντικείμενο που ξεχωρίζει στο σχολαστικά τακτοποιημένο γραφείο του Προέδρου της Δημοκρατίας, του πρώτου πολίτη της χώρας, Κωνσταντίνου Τασούλα. Βιβλία, έγγραφα και μολυβοθήκες βρίσκονται όλα στη θέση τους, με υποδειγματική τάξη.

Πίσω από το γραφείο του, στη βαριά ξύλινη βιβλιοθήκη, δεσπόζουν μια βυζαντινή εικόνα της Θεοτόκου Βρεφοκρατούσας και ένας πίνακας του Ντελακρουά που απεικονίζει τον Μάρκο Μπότσαρη να μεταλαμβάνει πριν πέσει ηρωικά, τον Αύγουστο του 1823, στη Μάχη του Κεφαλόβρυσου. Σε έναν χώρο όπου κάθε αντικείμενο μοιάζει να έχει τη δική του ιστορία, δύσκολα μπορεί κανείς να θεωρήσει τυχαία την παρουσία αυτών των δύο έργων. Πρόκειται άλλωστε για προσωπικές επιλογές του ίδιου του Προέδρου. «Είναι δύο έργα που συγκεράζουν τρυφερότητα και αποφασιστικότητα μαζί. Και πιστεύω ότι αυτός ο συνδυασμός είναι ο αποτελεσματικότερος ώστε να τα βγάζουμε πέρα στους καιρούς μας» θα πει ο Κωνσταντίνος Τασούλας. Ένας αρχαίος λέων, μια θρησκευτική εικόνα, ένας πίνακας του Ντελακρουά με τον Μάρκο Μπότσαρη, λοιπόν, είναι οι προσωπικές του επιλογές. Σαν τον Μυρτία του αγαπημένου του ποιητή, Κωνσταντίνου Καβάφη – «εν μέρει εθνικός, κ’ εν μέρει χριστιανίζων».

Είναι ένα ζεστό μεσημέρι του Ιουλίου όταν επισκεπτόμαστε το Προεδρικό Μέγαρο. Από την πρώτη στιγμή έχει συμφωνηθεί ότι η συζήτησή μας με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας θα κινηθεί συνειδητά μακριά από την πολιτική επικαιρότητα, τις επικείμενες εκλογές και την πόλωση του δημόσιου διαλόγου. Αφορμή για τη συνάντησή μας είναι η συμπλήρωση 52 ετών από την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας, η οποία τιμάται κάθε χρόνο στις 24 Ιουλίου με την καθιερωμένη δεξίωση στους κήπους του Προεδρικού Μεγάρου. Το ζητούμενο, όμως, είναι να γνωρίσουμε τον θεσμό μέσα από τον άνθρωπο και τον άνθρωπο πίσω από τον θεσμό.

Ο 67χρονος σήμερα Κωνσταντίνος Τασούλας μοιάζει να ανήκει σε μια άλλη γενιά πολιτικών. Πνευματικό παιδί του Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα, γνώρισε από πολύ νωρίς έναν κόσμο όπου το πολιτεύεσθαι δεν νοούνταν ως επάγγελμα, αλλά ως λειτούργημα. Σε ηλικία 9 ετών βρέθηκε να μεγαλώνει στο Ίδρυμα Βαρόνου Μιχαήλ Τοσίτσα, στην Κάτω Κηφισιά, τη φοιτητική εστία που δημιούργησε ο Ευάγγελος Αβέρωφ για να φιλοξενεί ηπειρώτες φοιτητές και της οποίας διευθυντής ήταν ο πατέρας του, ο φιλόλογος Αναστάσιος Τασούλας, ο οποίος είχε διατελέσει νομάρχης στην Κρήτη.

Το 1981, ως τριτοετής φοιτητής της Νομικής, ανέλαβε ιδιαίτερος γραμματέας του Ευάγγελου Αβέρωφ μέχρι τον θάνατο του ευπατρίδου πολιτικού, το 1990. Από εκεί και πέρα, η διαδρομή του Κωνσταντίνου Τασούλα θα περάσει από τη δημαρχία της Κηφισιάς, τη Βουλή, εκλεγόμενος 11 διαδοχικές φορές βουλευτής Ιωαννίνων με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, την κυβέρνηση – το 2007 διετέλεσε υφυπουργός Εθνικής Άμυνας και το 2014 υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού –, την εκλογή του ως Προέδρου της Βουλής το 2019 και το 2023 και, τελικά, το ύπατο πολιτειακό αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, αναλαμβάνοντας καθήκοντα τον Μάρτιο του 2025.

Δεκαέξι μήνες μετά την εκλογή του, σε μια συγκυρία που μόνο ήρεμη δεν υπήρξε, και έχοντας εκλεγεί ουσιαστικά με τις ψήφους του κυβερνώντος κόμματος της Νέας Δημοκρατίας, έχει ήδη καταφέρει να δώσει το προσωπικό του στίγμα στο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα. Λίγες δημόσιες αλλά καίριες παρεμβάσεις και ελάχιστες συνεντεύξεις – δεν είναι τυχαίο ότι η σημερινή συνέντευξή μας αποτελεί μόλις τη δεύτερη της προεδρικής του θητείας – μαρτυρούν μια σταθερή αντίληψη: ο λόγος του Προέδρου αποκτά αξία όταν δεν σπαταλιέται.

Η θεσμική αυτή αυτοσυγκράτηση, ωστόσο, δεν αφήνει εκτός κάδρου ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της προσωπικότητάς του: το χιούμορ. Ακόμη και μέσα στον αυστηρό ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας, βρίσκει τον τρόπο να το αφήνει να διαπερνά διακριτικά τον λόγο του. Το αντιλαμβανόμαστε ήδη από τα πρώτα λεπτά της τετράωρης συνάντησής μας.

Καθώς ο επίσημος φωτογράφος της Προεδρίας Θοδωρής Μανωλόπουλος ετοιμάζεται για τις καθιερωμένες λήψεις, ο Κωνσταντίνος Τασούλας θα μας αιφνιδιάσει: «Θα μου επιτρέψετε ένα σύντομο τηλεφώνημα; Πρόκειται για ένα “ρουσφέτι” που μου ζητήθηκε. Ναι, είμαι επιρρεπής στα “ρουσφέτια”. Πολιτεύομαι τριάντα χρόνια• δεν μπορώ να τα εγκαταλείψω από τη μια μέρα στην άλλη». Για μια στιγμή, μια ανεπαίσθητη αμηχανία διαγράφεται στα πρόσωπα των συνεργατών του. Τα βλέμματα διασταυρώνονται διακριτικά. Προφανώς αστειεύεται. Στα επόμενα λεπτά γινόμαστε αυτήκοοι μάρτυρες του τηλεφωνήματός του προς τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα, από τον οποίο ζητεί τη δίτομη επιστημονική έκδοση της Κλεοπάτρας Παπαευαγγέλου-Γκενάκου «Θησαυρίσματα Ελληνορθόδοξης Μνήμης», που κυκλοφόρησε από το Κέντρο Πολιτισμού, Έρευνας και Τεκμηρίωσης της Τράπεζας της Ελλάδος. «Αδίκως ανησυχήσατε, κύριοι» λέει χαμογελώντας καθώς κλείνει το τηλέφωνο, και συμπληρώνει: «Επρόκειτο για ένα “λογοτεχνικό ρουσφέτι” ή μάλλον για ένα “ρουσφέτι φιλαναγνωσίας” που μου ζητήθηκε, όχι για ένα χαμερπές».

Πριν από περίπου σαράντα χρόνια, ο πολιτικός του μέντορας Ευάγγελος Αβέρωφ του είχε δώσει μια σχεδόν πατρική συμβουλή: «Να προσέχεις το χιούμορ σου, γιατί στην Ελλάδα επικρατεί η σοβαροφάνεια και όχι η εκτίμησή του». Ο Κωνσταντίνος Τασούλας δεν φαίνεται να τον άκουσε. Ανέκαθεν δήλωνε εχθρός της «επιπολάζουσας σοβαροφάνειας». Το φλεγματικό χιούμορ του, διαποτισμένο από μια λεπτή ειρωνεία, μοιάζει να του διασφαλίζει την αναγκαία απόσταση από τα πράγματα• να του επιτρέπει να αντιμετωπίζει την πολιτική ως έκφραση της ατελούς ανθρώπινης φύσης, χωρίς ποτέ να εγκαταλείπει την προσδοκία της ηθικής και πνευματικής της ανύψωσης.

Η ιδιαίτερη σχέση του με την ποίηση, στην οποία καταφεύγει συχνά και στον δημόσιο λόγο του, θα αποκαλυφθεί επίσης με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο στη διάρκεια αυτής της συνέντευξης. Θα επικαλεστεί, για παράδειγμα, τον μελαγχολικό σαρκασμό του Καβάφη απαγγέλλοντας από μνήμης στίχους του, ενώ θα αναζητήσει την έννοια της πατρίδας στο έργο του Παλαμά παραθέτοντας και πάλι ολόκληρα αποσπάσματα χωρίς δισταγμό.

Έτσι, θα σταθεί σχεδόν συγκινημένος στην κεντρική είσοδο του Προεδρικού Μεγάρου, μπροστά στις προτομές του Διονύσιου Σολωμού και του Αγγέλου Σικελιανού, έργα των γλυπτών Στέλιου Τριάντη και Θανάση Απάρτη αντίστοιχα. «Τοποθετήθηκαν επί Προεδρίας του Κωνσταντίνου Τσάτσου (1975-1980). Με τον Σικελιανό ο Τσάτσος συνδεόταν με στενή προσωπική φιλία. Συνήθιζαν να περνούν μαζί τα καλοκαίρια τους στο Πήλιο και τον θαύμαζε ως τον ποιητή που συνδέθηκε με την αναβίωση των Δελφικών Εορτών. Τον Σολωμό, από την άλλη, θέλησε να τον τιμήσει ως τον εθνικό μας ποιητή. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος ήταν ένας “πλατωνικός ανήρ”. Συνδύαζε αυτό που έλεγε ο Πλάτων: να φιλοσοφήσουν οι βασιλείς ή να βασιλεύσουν οι φιλόσοφοι. Ο Τσάτσος ήταν ένας φιλόσοφος που προήδρευσε» θα πει χαρακτηριστικά.

Ποια θα ήθελε να είναι όμως η «ετυμηγορία» της Ιστορίας για τον ίδιο; Ο Κωνσταντίνος Τασούλας δεν θα βιαστεί να απαντήσει. Θα κρατήσει την απάντησή του για το τέλος της συνέντευξής μας. Προς το παρόν, ο ευγενής αυτοσαρκασμός του – απόρροια ίσως μιας ασυνείδητης ταπεινοφροσύνης που διαλύει κάθε ίχνος κομπορρημοσύνης – θα έρθει ξανά στην επιφάνεια: «Ξέρετε, κυρία Βαρδάκη, στην πρώτη ομιλία που έκανα ως εκλεγμένος Πρόεδρος της Βουλής, τον Ιούλιο του 2019, αναρωτήθηκα: “Τώρα που γίναμε αυτό που θαυμάζαμε, θαυμάζει κανείς αυτό που γίναμε;”».

 

Κύριε Πρόεδρε, θυμάστε την πρώτη φορά στη ζωή σας που διαβήκατε την είσοδο του Προεδρικού Μεγάρου;

«Ήταν τον Ιούλιο του 1980. Ήμουν 21 ετών όταν βρέθηκα για πρώτη φορά στο Προεδρικό Μέγαρο, στη δεξίωση για την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Μου έκανε την τιμή να με πάρει μαζί του ο Ευάγγελος Αβέρωφ. Ήρθα εδώ ως νεαρός φοιτητής της Νομικής και θυμάμαι ότι, για τον νέο που ήμουν τότε, το να βρεθεί στον ίδιο χώρο με τα τότε “ιερά τέρατα” της πολιτικής ζωής του τόπου ήταν μια μοναδική εμπειρία».

Εκείνος ο νεαρός που μπήκε για πρώτη φορά στο Προεδρικό Μέγαρο περίμενε ότι θα είχε αυτή την πορεία ζωής;

«Όχι βέβαια. Δεν το περίμενε. Πρώτον, γιατί τότε όλα αυτά έμοιαζαν περίπου απρόσιτα στα μάτια μου. Με χώριζε μια τεράστια, αγεφύρωτη απόσταση. Σας είπα προηγουμένως ότι στην πρώτη μου ομιλία ως εκλεγμένου Προέδρου της Βουλής είχα αναρωτηθεί: “Τώρα που γίναμε αυτό που θαυμάζαμε, θαυμάζει κανείς αυτό που γίναμε;”. Η φράση αυτή έκρυβε και ένα στοιχείο αυτοκριτικής, που έχει να κάνει με τη γενικότερη πτώση του επιπέδου της πολιτικής ζωής. Σήμερα, όπως γράφει ο Παλαμάς, “λόγος το τραύλισμα έγινε και νερομάνα η στάλα”. Επιτρέψτε μου να πω λοιπόν ότι, μέσα στην κρίση αξιών και θεσμών που βιώνουμε, ο μύθος και η αίγλη που περιέβαλλαν την πολιτική τις προηγούμενες δεκαετίες δεν έχουν καμία σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα».

Ποιες είναι οι αιτίες αυτής της πτώσης κατά τη γνώμη σας;

«Μια βασική αιτία είναι ότι από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 – και ακόμη περισσότερο τα χρόνια που ακολούθησαν – η τέχνη της πολιτικής άρχισε να αντικαθίσταται από αυτό που συνηθίζω να αποκαλώ “τεχνολογία της πολιτικής”. Τέχνη της πολιτικής είναι το πράττειν. Είναι να έχεις σχέδιο. Είναι να βελτιώνεις χειροπιαστά τη ζωή των ανθρώπων. Τεχνολογία της πολιτικής είναι, αντί για σχέδιο, να έχεις όραμα• αντί να προκρίνεις το πράττειν, να προκρίνεις το φαίνεσθαι – δύο απαρέμφατα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους – και, αντί για τη βελτίωση της ζωής των πολιτών, να έχεις ως βασικό επιχείρημα την απομάκρυνση του πολιτικού σου αντιπάλου από την εξουσία. Την ικανοποίηση, δηλαδή, της νίκης για τη νίκη. Η πολιτική ζωή έχει μετατραπεί σε ένα διαδοχικό κίνητρο καταψήφισης και όχι σε ένα διαδοχικό κίνητρο επιβράβευσης του έργου. Και αυτό έχει ως συνέπεια να προσελκύονται στην πολιτική οι αντίστοιχες προσωπικότητες. Πρέπει να επανέλθει η προσοχή του κόσμου στην προτίμηση των πραγματοποιών έναντι των θαυματοποιών. Σήμερα η πολιτική περιορίζεται στην καταγγελία και στη διένεξη αντί να αποτελεί άμιλλα έργου».

Και παλαιότερα, όμως, δεν βλέπαμε σφοδρές συγκρούσεις μεταξύ των κομμάτων;

«Ναι, έχετε δίκιο. Οι συγκρούσεις εκείνες όμως δεν διέθεταν τα μέσα για να γίνουν τόσο εκτεταμένες όσο σήμερα. Τώρα υπάρχουν και τα εργαλεία. Τι εννοώ; Υπάρχει η τεχνολογία, η οποία καθιστά τη σύγκρουση εξαιρετικά εύκολη, με το πάτημα λίγων πλήκτρων. Παλαιότερα, αυτή η ευκολία δεν υπήρχε και, κατά συνέπεια, δεν υπήρχε ούτε αυτή η έφεση. Έτσι κι αλλιώς, νομίζω ότι οι άνθρωποι στο παρελθόν ήταν περισσότερο προσανατολισμένοι στο πράττειν, ενώ σήμερα είναι περισσότερο προσανατολισμένοι στο φαίνεσθαι. Τα υπεραπλουστεύω κάπως, αλλά πιστεύω ότι εκεί βρίσκεται η βασική αιτία της αλλαγής της ποιότητας του πολιτικού προσωπικού στη χώρα. Είναι διαφορετικοί οι άνθρωποι που ελκύονται σήμερα στην πολιτική από εκείνους που ελκύονταν τη δεκαετία του 1970 ή του 1980».

Εσείς, πάντως, αντισταθήκατε σε όλες αυτές τις επιταγές της τεχνολογίας. Αναρωτιέμαι αν εξακολουθείτε να έχετε εκείνο το κινητό παλαιάς κοπής που, αν θυμάμαι καλά, διατηρούσατε και ως Πρόεδρος της Βουλής.

«Ναι, αντιστάθηκα (σ.σ.: με μια αστραπιαία κίνηση ανοίγει το συρτάρι του γραφείου του και παρουσιάζει τη συσκευή του κινητού του τηλεφώνου. Πόρρω απέχει από ό,τι σήμερα θα αποκαλούσε κανείς “έξυπνο” κινητό). Κοιτάξτε, έχω επαφή με την τεχνολογία, αλλά όχι φρενήρη, όχι αδιάκοπη. Συμβουλεύομαι ένα tablet, ενημερώνομαι για την επικαιρότητα, αλλά δεν έχω αυτή τη συνεχή, “λεπτό προς λεπτό” επαφή με την τεχνολογία. Επίσης, δεν είμαι άνθρωπος που βιάζεται. Πάντα σκέφτομαι πριν αποφασίσω και δεν είμαι της άποψης ότι πρέπει να δρούμε ακαριαία. Η τεχνολογία μάς δίνει αυτή την ευκολία, όμως η βιαστική αντίδραση συχνά μας κάνει μετανοούντες».

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εν γένει, πώς τα αντιμετωπίζετε;

«Δεν έχω συμμετοχή σε αυτά. Δεν διαθέτω λογαριασμό στο Facebook ή στο Χ (πρώην Twitter). Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν ασφαλώς ένα πεδίο έκφρασης ενός μέρους του λαού. Την ίδια στιγμή όμως είναι και ένας χώρος τοξικότητας, και μάλιστα τοξικότητας άνευ συνεπειών, καθώς παρέχουν την ευκολία της ανωνυμίας, άρα και τη θρασυδειλία της ανωνυμίας. Συγκρατώ ένα άρθρο από το τελευταίο τεύχος του “The Books’ Journal”, του Περικλή Φ. Κωνσταντινίδη, ο οποίος υποστηρίζει ότι οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης είναι σήμερα η μεγαλύτερη απειλή για τη δημοκρατία. Ακούγεται, εκ πρώτης εντύπωσης, υπερβολικό. Όμως, τω όντι, τα fake news, η ψευδολογία και η υπερβολή που διαχέουν δημιουργούν τελικά παραπληροφορημένους και φανατισμένους πολίτες, οι οποίοι δεν είναι επιβοηθητικοί στην αναβάθμιση της πραγματικής δημοκρατίας».

Αυτή η στάση που υιοθετείτε δεν έχει και ένα κόστος; Δεν έχετε σκεφτεί ποτέ ότι με μια παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα μπορούσατε, ενδεχομένως, να επικοινωνείτε πιο άμεσα με τους πολίτες και, ίσως, να είστε πιο προσιτός στα νεότερα κοινά;

«Πολιτεύθηκα στον Νομό Ιωαννίνων από το 1993 έως το 2025. Μέσα σε αυτά τα 32 χρόνια εκλέχθηκα έντεκα φορές βουλευτής, αδιάκοπα. Χωρίς social media, χωρίς Facebook, χωρίς selfies. Μάλιστα, επειδή είμαι και αδέξιος, και χωρίς να χορεύω στα πανηγύρια. Δεν αντικατέστησα την προσωπική επαφή με την τεχνολογική και δεν νομίζω ότι μου βγήκε σε κακό. Το αντίθετο. Μπορεί η στάση που ακολουθώ να είναι λίγο πιο κουραστική, αλλά είναι πιο γνήσια, πιο αυθεντική και έχει μεγαλύτερη διάρκεια. Αν στηριχθείς μόνο στην “τεχνολογική” σου εικόνα, όπως εύκολα χτίζεται έτσι εύκολα μπορεί και να γκρεμιστεί. Αντίθετα, αν στηριχθείς στην πραγματική σου εικόνα, δύσκολα χτίζεται αλλά και δύσκολα γκρεμίζεται».

Επίσης, κύριε Πρόεδρε, παραχωρείτε σπάνια συνεντεύξεις…

«Δεν δίνω συχνά, αλλά δεν θα έλεγα ότι δίνω και σπάνια. Παραχωρώ όποτε χρειαστεί. Παραφράζοντας την προτροπή του φιλοσόφου και νομοθέτη του 6ου αι. π.Χ. Χίλωνα του Λακεδαιμόνιου, ενός από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδος, θα έλεγα ότι συμφωνώ με τη φράση “λόγου φείδου”. Δεν αισθάνομαι ότι περιμένει το σύμπαν να ακούσει τις απόψεις μου. Η σημερινή συζήτησή μας στο ΒΗΜΑgazino είναι η δεύτερη συνέντευξη που παραχωρώ κατά τη διάρκεια της θητείας μου ως Προέδρου της Δημοκρατίας και νομίζω ότι μέσα σε δεκαέξι μήνες δύο συνεντεύξεις είναι αρκετές».

Αλήθεια, στην πολιτική πιστεύετε ότι χρειάζεται και ο παράγων τύχη;

«Βεβαίως. Όπως γράφει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος στον πρόλογο του μνημειώδους έργου του “Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδος”, ο δημόσιος βίος, η πολιτική είναι ο δρόμος όπου στήνονται οι περισσότερες ενέδρες. Επομένως, απαιτείται και τύχη για να επιβιώσεις από αυτές. Η πολιτική πολλές φορές δεν είναι τόσο μια μάχη για να γίνεις δημιουργικός ή να ξεπεράσεις τα προβλήματα όσο μια μάχη, δυστυχώς, για να βγεις αλώβητος από τις τρικλοποδιές που σου στήνουν οι αντίπαλοί σου. Γιατί στην Ελλάδα η πολιτική οριοθετείται περισσότερο ως αναμέτρηση εχθρών παρά αντιπάλων. Έτσι, υπάρχουν άφθονες τρικλοποδιές, διαβολή, συκοφαντία. Θέλει, λοιπόν, και τύχη για να ξεφύγεις και να επιβιώσεις. Το μόνο παρήγορο στη χρήση της συκοφαντίας ως μεθόδου πολιτικής προελάσεως είναι ότι αυτό το τόσο δυσάρεστο και απαράδεκτο μέσο μάς πείθει πως είμαστε απευθείας απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Και εκείνοι, άλλωστε, το χρησιμοποιούσαν κατά κόρον και είχαν ακόμη και τον θεσμό του οστρακισμού. Οπότε, μπροστά στην εξασφάλιση της φυλετικής μας συνέχειας, η συκοφαντία δεν έχει και τόση βαρύτητα. Χαλάλι της».

Περνώ σε ένα άλλο κεφάλαιο. Οι έρευνες καταδεικνύουν ότι οι πολίτες έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στους θεσμούς. Σας ανησυχεί το φαινόμενο αυτό;

«Στον βαθμό που μπορώ να το ερμηνεύσω, δεν με ανησυχεί. Θα με ανησυχούσε αν δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Νομίζω πως υπήρξε μια μεγάλη καθίζηση της εμπιστοσύνης του λαού προς τους θεσμούς και την πολιτική λόγω της χρεοκοπίας της χώρας. Τον όρο “χρεοκοπία” τον χρησιμοποιώ με την ουσιαστική έννοια, όχι, ευτυχώς, με τη νομική. Πριν από τη χρεοκοπία, λίγο-πολύ και επί εκατονταετίες, στην Ελλάδα είχε εγκαθιδρυθεί το λεγόμενο “πελατειακό σύστημα”. Παρά τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού που έγιναν, ξεκινώντας από τον Καποδίστρια, τον Τρικούπη, τον Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, το “πελατειακό σύστημα” παρέμενε πανίσχυρο, δημοφιλέστατο και διαρκέστατο. Εδώ και λίγα χρόνια όμως, ιδίως μετά τη χρεοκοπία, συμπαρασύρθηκε στη μεγάλη του έκταση και αυτό στην κατάρρευση. Φιλοδοξία μας τώρα είναι να οικοδομηθεί η λεγόμενη “κανονικότητα”. Γιατί η επικράτηση της κανονικότητας, της ευρωπαϊκής κανονικότητας, είναι η μεγαλύτερη μεταρρύθμιση που μπορεί να γίνει στην Ελλάδα: η οριστική καταπολέμηση του “πελατειακού συστήματος”. Βεβαίως, για να καταπολεμήσεις κάτι, δεν αρκεί απλώς να το γκρεμίσεις• πρέπει να βρεις και με τι θα το αντικαταστήσεις. Δυστυχώς όμως αυτό δεν μπορεί να συμβεί από τη μία ημέρα στην άλλη, με το πάτημα ενός κουμπιού. Άρα, αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε ένα μεταβατικό στάδιο, όπου ένα “σύστημα” κατέρρευσε, ενώ εκείνο που έρχεται να το αντικαταστήσει δεν έχει ακόμη οικοδομηθεί πλήρως».

Τίνι τρόπω, όμως, θα επέλθει η «κανονικότητα» για την οποία μιλάτε;

«Όταν τα νοσοκομεία μας, τα δικαστήριά μας, η εκπαίδευσή μας, η δημόσια διοίκηση, οι Πολεοδομίες μας – που, δυστυχώς, είναι και ένα θέμα το οποίο μας απασχολεί το τελευταίο διάστημα – λειτουργήσουν ψηφιακά και αποτελεσματικά, τότε δεν θα έχουμε ανάγκη την πελατειακή παρέμβαση κανενός. Τότε θα νιώσουμε πως, στη θέση της πελατειακής μεθόδευσης, η κανονικότητα είναι μια μέθοδος και αξιοπρεπέστερη και αποτελεσματικότερη. Για να το πω κάπως πιο κυνικά, η κανονικότητα – εφόσον επικρατήσει, και προς τα εκεί βαδίζουμε – θα αποδειχθεί ότι τελικά συμφέρει, χωρίς να βλάπτει το κράτος. Αντίθετα, το “πελατειακό σύστημα” τελικά καταβαράθρωσε το κράτος και συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στη χρεοκοπία του».

Εναποθέτετε τις ελπίδες σας για αυτή την κανονικότητα στη νέα γενιά; Γνωρίζω ότι επιδιώκετε να μιλάτε με τους μαθητές που επισκέπτονται το Προεδρικό Μέγαρο. Υπήρξε κάποια ερώτηση παιδιού που σας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ή, ακόμη, σας έφερε σε δύσκολη θέση;

«Υπήρξε. Δεν θα έλεγα ότι με έφερε σε δύσκολη θέση, αλλά ήταν μια ερώτηση που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Και μάλιστα συνδέεται άμεσα με όσα συζητούμε. Ένας μαθητής με ρώτησε: “Τι μπορείτε να κάνετε για να βελτιωθεί η εικόνα του Ελληνικού Κοινοβουλίου ώστε να μη βλέπουμε μόνο τσακωμούς και φωνές, αλλά κάτι πιο παραγωγικό;”. Η απάντησή μου, χωρίς να θέλω να μεταθέσω ευθύνες, ήταν η εξής: “Αυτό που μπορώ να κάνω είναι να σας συμβουλεύσω, όταν έρθει η ώρα να γίνετε ψηφοφόροι, να επιλέξετε ανθρώπους που δεν είναι επιρρεπείς ούτε στους τσακωμούς ούτε στους εντυπωσιασμούς, αλλά προτιμούν να κάνουν ουσιαστική δουλειά”. Ένας από τους λόγους για τους οποίους έχει μειωθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών προς το πολιτικό προσωπικό και τους θεσμούς είναι η αίσθηση ότι δεν εκπροσωπούνται σωστά από εκείνους. Αυτή η αίσθηση όμως μπορεί να αλλάξει και μέσα από τις ίδιες τις επιλογές των πολιτών, με την ανάδειξη ανθρώπων που μπορούν να εκπροσωπήσουν καλύτερα την κοινωνία. Με άλλα λόγια, αξίζει τον κόπο και ο λαός να αναλάβει το μερίδιο της ευθύνης που του αναλογεί για την αναβάθμιση του πολιτικού προσωπικού. Παράλληλα, μέχρι να ολοκληρωθεί αυτή η “αναβάθμιση”, το ίδιο το πολιτικό προσωπικό οφείλει να ασκεί διαρκώς αυτοκριτική και να προστατεύει το κύρος και το γόητρο των θεσμών που υπηρετεί».

Θα ήθελα να περάσουμε στην καθημερινότητα των τελευταίων δεκαέξι μηνών, από τη στιγμή που αναλάβατε το ύπατο πολιτειακό αξίωμα. Επιλέξατε να συνεχίσετε να διαμένετε στο σπίτι σας και να μην εγκατασταθείτε στο Προεδρικό Μέγαρο. Τι ήταν αυτό που βάρυνε περισσότερο στην απόφασή σας αυτή;

«Είναι πολύ απλό: είμαι πολύ συνδεδεμένος με το σπίτι μου, με τα πράγματά μου, με το γραφείο μου, με τη βιβλιοθήκη μου…».

Ως Πρόεδρος της Βουλής, ολοκληρώσατε την ενεργειακή αναβάθμιση του κτιρίου του Κοινοβουλίου. Ποια είναι τα έργα που έχετε θέσει ως προτεραιότητα για την αναβάθμιση του Προεδρικού Μεγάρου;

«Ενεργοποιήσαμε, σε συνεργασία με το υπουργείο Υποδομών, ένα πρόγραμμα ύψους 3.300.000 ευρώ, ποσό στο οποίο περιλαμβάνεται και ο ΦΠΑ, για την ενεργειακή αναβάθμιση του κτιρίου. Πρόκειται για ένα κτίριο του προπερασμένου αιώνα, το οποίο, όταν κατασκευάστηκε, προφανώς δεν διέθετε τις προδιαγραφές που απαιτούνται σήμερα για τη μείωση του ενεργειακού του αποτυπώματος. Εκπονήθηκε η σχετική μελέτη και πρόκειται να υλοποιηθούν παρεμβάσεις που αφορούν τη θερμομόνωση του κτιρίου, την εγκατάσταση φωτισμού LED και την αντικατάσταση των συστημάτων κλιματισμού. Θα αντικατασταθούν επίσης τα κουφώματα, θα στεγανοποιηθεί η ταράτσα και συνολικά θα βελτιωθεί σημαντικά η ενεργειακή απόδοσή του. Όταν ολοκληρωθεί η ενεργειακή αναβάθμιση, θα προχωρήσουμε σε έργα κυρίως αποκαταστάσεως της μορφής του, σε συνεργασία με το υπουργείο Πολιτισμού. Για παράδειγμα, στην οροφή υπάρχουν αγάλματα που απεικονίζουν τις Μούσες. Στα θωράκια του κτιρίου, δηλαδή στα πλαϊνά του, διακρίνονται ακόμη παραστάσεις με το εθνόσημο, τα αρχικά των βασιλέων και άλλα ιστορικά διακοσμητικά στοιχεία. Όλα αυτά χρειάζονται συντήρηση. Παράλληλα, θα προχωρήσουμε και σε μια κηποτεχνική αναβάθμιση του περιβάλλοντος χώρου. Τη σχετική μελέτη μάς τη δώρισε το Ινστιτούτο Γεωπονικών Επιστημών, το οποίο εδρεύει στο Κτήμα Συγγρού και υπάγεται στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Βάσει αυτής, θα αντικαταστήσουμε και θα φυτέψουμε πολλά νέα είδη, προσαρμοσμένα στις απαιτήσεις της κλιματικής κρίσης. Πρόκειται για φυτά που χρειάζονται λιγότερο νερό, είναι πιο ανθεκτικά και έχουν μικρότερες απαιτήσεις συντήρησης».

Θα μου επιτρέψετε μια πιο προσωπική ερώτηση; Το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας σάς έχει στερήσει κάποια μικρή ή μεγάλη ελευθερία;

«Μου λείπει η πιο ανεπίσημη συμμετοχή μου στη ζωή. Από τη στιγμή που ανέλαβα το ύπατο πολιτειακό αξίωμα, “επισημοποιήθηκα” πλήρως. Είναι τέτοιο το πρωτόκολλο που σε συνοδεύει ακόμη και στις πιο απλές σου κινήσεις. Πρέπει συνεχώς να έχεις αστυνομική φύλαξη, να ακολουθείς έναν αυστηρό προγραμματισμό. Όλα αυτά, κατά κάποιον τρόπο, υπονομεύουν την ιδιωτική, τη μονήρη εκδοχή του εαυτού σου. Δεν σας κρύβω ότι, ταυτόχρονα, μου έλειψε και μου λείπει ακόμη η επαφή που είχα στη Βουλή με πολύ κόσμο. Εκεί έβγαινα από το γραφείο μου και βρισκόμουν ανάμεσα σε δεκάδες πολίτες και δεκάδες βουλευτές. Αυτό σε έκανε μέρος μιας διαρκούς ζύμωσης. Εδώ τα πράγματα είναι πιο μοναχικά, πιο δρομολογημένα, πιο ήσυχα. Αλλά και αυτό, όσο και αν στην αρχή μού φαινόταν ενοχλητικό, κάποια στιγμή το συνηθίζεις. Άλλωστε, αυτή η εξέλιξη δεν μου στέρησε τις τρεις βασικές μου συνήθειες: το περπάτημα, το διάβασμα και την επαφή μου με τον κόσμο, την οποία πάντα επιδιώκω. Θα ήταν άδικο, όμως, να σταθώ μόνο σε όσα άλλαξαν. Το αξίωμα αυτό σου δίνει τη σπάνια δυνατότητα να υπηρετείς την ενότητα του τόπου πάνω από κάθε διαχωρισμό. Να υπηρετείς τον θεσμό στον οποίο προσφεύγει ο πολίτης όταν αναζητεί ένα σταθερό σημείο αναφοράς. Είναι μια ευθύνη που, όσο και αν σε περιορίζει, σε γεμίζει με ένα βαθύ αίσθημα προσφοράς».

Κύριε Πρόεδρε, ποια Ελλάδα ονειρεύεστε;

«Ονειρεύομαι μια Ελλάδα με αυτοπεποίθηση. Μια χώρα που ατενίζει το μέλλον με αισιοδοξία, με τη σιγουριά ενός λαού που έχει αντέξει αιώνες και ξέρει να ξαναγεννιέται. Ζούμε σε μια εποχή μεγάλων ανακατατάξεων, όπου οι ισορροπίες αλλάζουν και η θέση της κάθε χώρας δοκιμάζεται. Και σε καιρούς όπου όλα αλλάζουν, οφείλουμε να επενδύουμε σε εκείνα που μένουν σταθερά».

Ποια εννοείτε;

«Την ενότητα και την παιδεία. Εκεί βρίσκεται η πραγματική μας δύναμη. Ενωμένοι πάντα προχωρήσαμε μπροστά. Όσα κερδίσαμε ως λαός τα κερδίσαμε όταν υποχώρησαν οι διαφορές μας μπροστά στα μεγάλα, τα σπουδαία. Και η παιδεία είναι το θεμέλιο για όλα τα υπόλοιπα. Από αυτή χτίζονται ισχυροί θεσμοί, ωριμάζουν οι ανθρώπινες σχέσεις, γεννιέται μια κοινωνία πιο δίκαιη και πιο ανθεκτική. Μια δημοκρατία στηρίζεται πρώτα απ’ όλα σε πολίτες που σκέφτονται και δρουν υπεύθυνα. Γι’ αυτό πιστεύω πως η παιδεία είναι το καλύτερο και ασφαλέστερο μονοπάτι για το μέλλον».

Είστε γνωστός για το φλεγματικό σας χιούμορ. Σε ποιον βαθμό χωράει ένα τέτοιο χαρακτηριστικό στον ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας;

«Σε διακριτικό βαθμό. Όπως είπα, το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι περιβεβλημένο με αρκετή εθιμοτυπία και πρωτόκολλο. Συνεπώς, τα περιθώρια ενός προσωπικού τόνου είναι αυτομάτως περιορισμένα. Υπάρχουν όμως και στιγμές όπου, συνομιλώντας με επίσημους καλεσμένους, αισθάνεσαι ότι υπάρχει χώρος για μια τέτοια προσέγγιση, η οποία, δεν σας κρύβω, αποδίδει. Ο Όσκαρ Ουάιλντ έλεγε ότι “χιούμορ έχουν αυτοί που γελούν με τα αστεία μας και όχι εμείς που τα λέμε”. Όταν, λοιπόν, συναντάς έναν ξένο αξιωματούχο και αντιληφθείς ότι είναι άνθρωπος με αίσθηση του χιούμορ, η αξιοποίησή του ωφελεί τη συζήτηση, και τότε το επιστρατεύω. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να γίνεται κατάχρηση. Ο ρόλος μου απαιτεί και αυτοσυγκράτηση».

Είστε παντρεμένος με τη δικηγόρο Φανή Σταθοπούλου και έχετε δύο παιδιά, τον 32χρονο Τάσο και την 30χρονη Μάγδα. Φαντάζομαι ότι τα καθήκοντα του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν αλλάζουν μόνο τη ζωή εκείνου που αναλαμβάνει το αξίωμα, αλλά και των δικών του ανθρώπων.

«Προφανώς, σε έναν βαθμό. Ήταν όμως κάτι που συζητήσαμε οικογενειακώς όταν δέχθηκα την πρόταση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και κανείς δεν εξέφρασε αντιρρήσεις. Για τα παιδιά μου η μετάβαση αυτή ήταν πιο εύκολη γιατί, έτσι κι αλλιώς, δεν έχουν καμία εμπλοκή με τη θεσμική μου ιδιότητα και ακολουθούν και τα δύο τη δική τους πορεία στον ιδιωτικό τομέα. Η σύζυγός μου, η οποία εξακολουθεί να εργάζεται ως δικηγόρος, έχει πλέον κάποιες υποχρεώσεις που απορρέουν από την ιδιότητά της ως συζύγου του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ωστόσο, δεν παραμελεί τη δουλειά της. Συμμετέχει στις υποχρεώσεις που συνεπάγεται ο νέος της ρόλος, αλλά, κατά βάση, εξακολουθεί να ζει όπως πριν».

Η πολιτική σάς άφησε χρόνο να είστε καλός σύζυγος και καλός πατέρας;
«Όχι».

Με αιφνιδιάζετε…

«Δεν γίνονται όλα, ξέρετε. Και οι άνθρωποι που είναι δίπλα σου πρέπει να δείχνουν κατανόηση για τις συνέπειες που έχει η δική σου ενασχόληση στη δική τους ζωή. Η πολιτική σε θέλει παρόντα. Είναι απαιτητική. Εφόσον σε θέλει στην εκλογική σου περιφέρεια, στις υποχρεώσεις σου, στη Βουλή, από κάπου αλλού θα είσαι αναγκαστικά απών. Αυτό έχει ένα κόστος για την οικογένεια. Δεν λέω δραματικής απουσίας, αλλά απουσίας σίγουρα. Η κατανόηση της συζύγου και των παιδιών μου, ιδίως όσο μεγάλωναν, υπήρξε πάντοτε ένας σταθερός σύμμαχος στην πολιτική μου διαδρομή».

Κύριε Πρόεδρε, γιατί καταφεύγετε τόσο συχνά στην ποίηση, ακόμη και στον δημόσιο λόγο σας;

«Είπατε τη λέξη. Γιατί είναι καταφύγιο. Ένα καταφύγιο που ερμηνεύει τον κόσμο. Άλλοτε με ωραίες λέξεις, άλλοτε με δωρικότητα, άλλοτε με τρόπο επαγωγικό. Σε βοηθά να οργανώσεις τις σκέψεις σου και να τις μεταδώσεις».

Ποιο ποίημα θεωρείτε ότι αποτυπώνει καλύτερα την ελληνική ψυχή;

«Ένα ποίημα που αποτυπώνει την ελληνική ψυχή είναι το “Δ’” από το “Επί Σκηνής”, που εντάσσεται στο έργο “Τρία Κρυφά Ποιήματα” του Γιώργου Σεφέρη, το οποίο εκδόθηκε το 1966. Συγκεκριμένα, οι στίχοι:
Καθώς έψαχνα σχήματα στα βότσαλα,
γυρεύοντας ρυθμούς,
μου μίλησε ο Θαλασσινός Γέρος:
“Εγώ είμαι ο τόπος σου•
ίσως να μην είμαι κανείς
αλλά μπορώ να γίνω αυτό που θέλεις”.
Το ποίημα δείχνει ότι ο τόπος μας μπορεί να γίνει αυτό που θέλουμε. Ο τόπος μας απελευθερώθηκε μετά την Επανάσταση του 1821 επειδή το θελήσαμε. Ο τόπος μας διπλασιάστηκε μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους επειδή το θελήσαμε. Ο τόπος μας ξεπέρασε τη μοίρα της υπανάπτυξης επειδή το θελήσαμε. Με τον ίδιο τρόπο, ενωμένοι και προσηλωμένοι στον στόχο, μπορούμε να γίνουμε αυτό που θέλουμε, μια σύγχρονη και προηγμένη ευρωπαϊκή χώρα, χωρίς “των δειλών τα παρακάλια και παράπονα”, ότι δήθεν κάποιοι άλλοι έξωθεν αποφασίζουν για εμάς χωρίς εμάς».

Περνώ στο ζήτημα της επανένωσης των Γλυπτών του Παρθενώνα. Το 2014, ως υπουργός Πολιτισμού, γνωρίζω ότι είχατε ασχοληθεί πολύ ενεργά με το θέμα. Πιστεύετε ότι σήμερα είμαστε πιο κοντά στην πολυπόθητη επανένωση;

«Κοιτάξτε, πιστεύω ότι θα μπορούσαμε να είμαστε κοντά. Δεν μπορώ όμως να το προβλέψω. Αισθάνομαι πως όλα εξαρτώνται από το πώς αντιμετωπίζει η Βρετανία την επανένωση των Γλυπτών. Και όταν λέω “Βρετανία”, δεν εννοώ μόνο το Βρετανικό Μουσείο, αλλά και τη βρετανική κυβέρνηση. Εάν η Βρετανία αντιλαμβάνεται τον επαναπατρισμό των Γλυπτών ή, μάλλον, τον διάλογο που γίνεται γύρω από αυτόν με όρους ενός παιχνιδιού νίκης και ήττας, τότε δεν υπάρχουν πολλές ελπίδες. Γιατί, προφανώς, πιστεύει πως η επανένωση, δηλαδή η εκ μέρους της επιστροφή τους, συνιστά μια δική της ήττα. Εάν όμως αντιλαμβάνεται το ζήτημα ως μια οικουμενική απαίτηση για την επανένωση του πιο εμβληματικού μνημείου παγκοσμίως, τότε, για να χρησιμοποιήσω το προηγούμενο δίλημμα, η επανένωση θα αποτελέσει νίκη για τη Βρετανία, γιατί θα αποδείξει το μεγαλείο της. Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να φοβηθεί ότι με μια τέτοια κίνηση θα δημιουργηθεί προηγούμενο που θα προκαλέσει αιτήματα επιστροφής και άλλων αρχαιοτήτων. Ακριβώς γιατί δεν υπάρχει άλλη περίπτωση τέτοιας φύσεως και τέτοιας έκτασης καταστροφής, με γλυπτά κατακερματισμένα στα δύο, ώστε να απαιτείται η επανένωσή τους και η απόδοσή τους σε μια οπτική και πραγματική πληρότητα. Η βρετανική κυβέρνηση οφείλει να συμβαδίσει με την πλειοψηφία της κοινής γνώμης στη Βρετανία, η οποία, με εμφανή διαφορά, είναι υπέρ της επανένωσης, κάνοντας μια χειρονομία υψηλής πολιτικής και ιστορικής στάθμης και τιμώντας το όνομα που έφερε: Μεγάλη Βρετανία. Πάντως, η Ελλάδα, το υπουργείο Πολιτισμού και όλοι όσοι εμπλέκονται στην υπόθεση έχουν πετύχει σημαντικά βήματα σε αυτόν τον διάλογο. Η UNESCO, με πρόσφατες αποφάσεις που επαναλαμβάνουν παλαιότερες, έχει σαφώς ταχθεί υπέρ της επανένωσης και του διαλόγου ανάμεσα στις δύο χώρες. Το Μουσείο Ακρόπολης γιορτάζει φέτος τα δεκαεπτά χρόνια λειτουργίας του. Είναι ένα μουσείο που θα μπορούσε κανείς να το ονομάσει και διαφορετικά: ένα μουσείο εν αναμονή. Περιμένει, μέσα στο μεγαλείο και την αρχιτεκτονική του αρτιότητα, την επανένωση. Πιστεύω πως κάποια στιγμή θα πραγματοποιηθεί».

Επί των ημερών σας στο υπουργείο Πολιτισμού, είχατε εξετάσει ακόμη και τη νομική οδό για τη διεκδίκηση των Γλυπτών του Παρθενώνα, ξεκινώντας μια συνεργασία με το δικηγορικό γραφείο Doughty Street Chambers. Όλοι θυμόμαστε, άλλωστε, την άφιξη της Αμάλ Αλαμουντίν στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο. Πιστεύετε ότι η νομική οδός εξακολουθεί να αποτελεί μια πιθανή λύση εάν οι διαπραγματεύσεις δεν ευοδωθούν;

«Όχι. Τότε θέλαμε, μέσω ενός πολύ σοβαρού δικηγορικού γραφείου της Βρετανίας, να εξετάσουμε ποια ήταν τα νομικά μας επιχειρήματα. Διαπιστώθηκε – όπως άλλωστε γνωρίζαμε, αλλά τότε επιβεβαιώθηκε κιόλας – ότι ήταν υπαρκτά και ισχυρά. Δεν σας κρύβω, όμως, ότι η προσφυγή σε ένα διεθνές δικαστήριο ενέχει πάντοτε και τον κίνδυνο της αστοχίας. Αν η έκβαση δεν είναι αυτή που επιδιώκεις, τότε κλείνει οριστικά μια πόρτα. Εκείνη την περίοδο επιδιώξαμε, όπως θα έλεγε κανείς, να δημιουργήσουμε και έναν διεθνή “ντόρο” γύρω από το θέμα. Και πράγματι δημιουργήθηκε. Νομίζω πως η στρατηγική που ακολουθείται τώρα είναι η μοναδική οδός: UNESCO, διπλωματική προσπάθεια, πολιτική πίεση και πρωτοβουλίες σε επίπεδο κορυφής, δηλαδή σε επίπεδο πρωθυπουργών. Πολύ χρήσιμο, πιστεύω, θα αποβεί και το δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ “Η γυναίκα πίσω από τον Έλγιν”, που υπογράφουν η Μιμή Ντενίση και ο Νίκος Σταμπολίδης και προβλήθηκε πρόσφατα στο Μουσείο Ακρόπολης. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, διότι βασίστηκε στις ιδιωτικές επιστολές της συζύγου του Έλγιν, αποκαλύπτοντας πώς έβλεπε η ίδια η οικογένεια του βρετανού λόρδου όλη αυτή τη λεηλασία. Αν το παρακολουθήσει κανείς, ιδίως αν είναι Βρετανός, πιστεύω ότι θα μετατραπεί σε φανατικό υποστηρικτή της επανένωσης των Γλυπτών».

Κύριε Πρόεδρε, ο πατέρας σας, Αναστάσιος Τασούλας, καταγόταν από τη Δωδώνη και η μητέρα σας, Βασιλική Μάντζου, από ένα ορεινό χωριό των Τζουμέρκων, τους Ραφταναίους. Τι σημαίνει για εσάς η Ήπειρος, τα Ιωάννινα;

«Τα Ιωάννινα είναι η ιδιαίτερη πατρίδα μου, η γενέτειρά μου. Εκεί πέρασα τα εντελώς πρώτα χρόνια της ζωής μου. Είναι όμως και ο τόπος με τον οποίο δέθηκα κατά τη διάρκεια των δεκαετιών της πολιτικής μου σταδιοδρομίας. Είναι ο τόπος που όλα αυτά τα χρόνια με τίμησε απεριόριστα επιλέγοντάς με, γεγονός που μου έδωσε την ευκαιρία να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου στο πεδίο που από μικρός ήθελα να υπηρετήσω, δηλαδή την πολιτική, με τις ευχάριστες αλλά και τις δυσάρεστες στιγμές της. Συνεπώς, όλη μου η πορεία συνδέθηκε με τα Γιάννενα και από εκεί ξεκίνησαν όλα. Θα μπορούσα, λοιπόν, με λίγες λέξεις να πω πως τα Γιάννενα είναι ο τόπος για τον οποίο προσπάθησα και ο οποίος μου φέρθηκε με μεγάλη γενναιοδωρία. Και αυτό δεν το ξεχνώ ποτέ».

Σε λίγες ημέρες η χώρα θα γιορτάσει τα 52 χρόνια από την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Ποια θεωρείτε ότι είναι η σημαντικότερη αποστολή ενός Προέδρου της Δημοκρατίας σε μια εποχή πόλωσης και αμφισβήτησης των θεσμών;

«Κοιτάξτε, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, βάσει του Συντάγματος, είναι ρυθμιστής του πολιτεύματος. Δεν είναι εγγυητής του πολιτεύματος – και τώρα δεν παίζω με τις λέξεις. Εγγυητής του πολιτεύματος είναι ο ίδιος ο λαός. Ως ρυθμιστής του πολιτεύματος, σημαίνει ότι είναι ένα όργανο που δεν μετέχει στο πολιτικό παιχνίδι, αλλά εγγυάται τους συνταγματικούς όρους λειτουργίας του. Συμβολίζει, συνεπώς, την κρατική ενότητα και εκπροσωπεί διεθνώς το κράτος. Μπορεί να εκφράζει την άποψή του για τη λειτουργία των θεσμών ή και την ανησυχία του για αυτή. Μπορεί να διατυπώνει συμβουλές και παραινέσεις. Δεν μπορεί, όμως, να παρεμβαίνει στο κυβερνητικό έργο ή στις θέσεις των κομμάτων. Ούτε φυσικά να εκδηλώνεται άμεσα ή έμμεσα υπέρ ή κατά αυτών. Αυτή η περιγραφή, η οποία πάνω-κάτω υπάρχει σε όλα τα σύγχρονα δοκίμια Συνταγματικού Δικαίου, δείχνει τα όρια μέσα στα οποία κινείται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ενώ οι αρμοδιότητές του, μετά το 1986, έχουν περιοριστεί προς ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας και ιδιαίτερα του πρωθυπουργού, εγώ πιστεύω ότι υπάρχει περιθώριο, μέσω των εναπομενουσών αρμοδιοτήτων, αλλά και μέσω μιας συμβολικής συμπεριφοράς, να επηρεάσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τις εξελίξεις και τη διάθεση των πολιτών: με τους λόγους του, με τις πράξεις του, με τη συμμετοχή του σε αντίστοιχες εκδηλώσεις. Βρέθηκα τις προηγούμενες ημέρες στο Αγαθονήσι, στο βορειότερο νησί των Δωδεκανήσων, για να εγκαινιάσω, μαζί με την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, το Διαχρονικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Ένα αρχαιολογικό μουσείο σε ένα τέτοιο παραμεθόριο νησί δεν είναι μόνο μουσείο• είναι και έπαλξη, είναι και μετερίζι, είναι και οχυρό, είναι και πυλώνας αισιοδοξίας και προβολής της ελληνικότητας. Συνεπώς, η παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας εκεί, σε ένα μουσείο που φυσικά δεν έχει το μέγεθος των μουσείων των μεγάλων πόλεων, δείχνει πως η καρδιά της Ελλάδας χτυπά παντού, χτυπά δυνατά, χτυπά δημιουργικά και πως η προσοχή και η μέριμνα της πολιτείας είναι αμέριστες σε κάθε τετραγωνικό μέτρο της επικράτειας. Αυτό είναι ένα μήνυμα αισιοδοξίας και προοπτικής και θα ήθελα, με αυτόν τον τρόπο, να το συμβολίσω. Συνεπώς, υπάρχει περιθώριο, ακόμη και μέσω συμβολικών ή και πιο πανηγυρικών εκφράσεων, να ενισχύσεις την αισιοδοξία και τη φιλοτιμία για το μέλλον».

Τι σημαίνει για εσάς η 24η Ιουλίου και η δεξίωση που παραθέτετε;

«Η 24η Ιουλίου είναι η ημέρα γεννήσεως της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας και η δεξίωση, ο εορτασμός δηλαδή, έχει τη σημασία της μνήμης για την αντίσταση κατά της δικτατορίας, της περισυλλογής για τη σπουδαιότητα της περιφρούρησης της δημοκρατίας και προπαντός της ενότητας. Ακριβώς γι’ αυτό, για την ανάδειξη της ενότητας, υπάρχει και η παράδοση ο Πρόεδρος και όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί να συναντιούνται στο κιόσκι του κήπου. Ωστόσο, η δημοκρατία γεννήθηκε παράλληλα με την τραγωδία της Κύπρου και, ως εκ τούτου, η 24η Ιουλίου είναι η ημέρα που μας υπενθυμίζει ότι ο κορυφαίος και αδιαπραγμάτευτος στόχος της Μεταπολίτευσης είναι και θα είναι η ολόπλευρη ενίσχυση του ελληνισμού έτσι ώστε να επιτευχθεί η άρση των συνεπειών της εισβολής».

Κύριε Πρόεδρε, ποιες λέξεις θα θέλατε να συνοδεύσουν τη δική σας υστεροφημία, να χαρακτηρίσουν τη διαδρομή σας στην Προεδρία;

«Τέσσερις λέξεις: “Υπήρξε ένας σοβαρός άνθρωπος”».

 

 

Η περιήγηση στο Προεδρικό Μέγαρο

Πριν ξεκινήσει η κυρίως συνέντευξή μας, περιηγούμαστε μαζί με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Τασούλα, στους χώρους του Προεδρικού Μεγάρου. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά επιβεβαιώνεται μία ακόμη πτυχή της προσωπικότητάς του: η βαθιά γνώση της Ιστορίας. Με εντυπωσιακή ακρίβεια θα μιλήσει για τις διαδοχικές ιστορικές φάσεις του κτιρίου, το οποίο σχεδίασε ο Ερνέστος Τσίλλερ και άρχισε να ανεγείρεται το 1891 προκειμένου να δωρηθεί ως κατοικία στον τότε διάδοχο του ελληνικού θρόνου Κωνσταντίνο Α’, γιο του βασιλιά Γεωργίου Α’, και, μετά τη Μεταπολίτευση του 1974 και την οριστική εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, χρησιμοποιείται πλέον ως Προεδρικό Μέγαρο και ως κατοικία των εκάστοτε Προέδρων.

Πρώτη στάση, το Βυζαντινό Σαλόνι, ο προθάλαμος δηλαδή της Αίθουσας Διαπιστευτηρίων, που οφείλει την ονομασία του στις θρησκευτικές εικόνες οι οποίες κοσμούν τους τοίχους του. Εκεί, όπως εξηγεί, οι νέοι μητροπολίτες δίνουν ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας τη νενομισμένη διαβεβαίωσή τους, ενώ στον ίδιο χώρο πραγματοποιούνται και οι ολιγομελείς ορκωμοσίες, για παράδειγμα υπουργών, διοικητών τραπεζών και άλλων υψηλόβαθμων αξιωματούχων. Λίγα βήματα πιο πέρα, μας ανοίγει τη θύρα της Αίθουσας Συσκέψεων. Στους τοίχους δεσπόζουν τα πορτρέτα των αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης, φιλοτεχνημένα από τον Βαυαρό φιλέλληνα υπολοχαγό Καρλ Κρατσάιζεν. «Πρόκειται για έναν χώρο που ανοίγει μόνο σε εξαιρετικά κρίσιμες περιστάσεις» αναφέρει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας και εξηγεί: «Εδώ πραγματοποιείται το Συμβούλιο των Πολιτικών Αρχηγών. Είναι ένα άτυπο όργανο, δεν προβλέπεται από το Σύνταγμα και συγκαλείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, εφόσον το ζητήσει ο πρωθυπουργός, σε περιστάσεις κρίσιμες». Ρίχνει μια ματιά στην άδεια αίθουσα και χαμογελά πικρά: «Καλύτερα, λοιπόν, να μένει κλειστή, αλλά ποτέ δεν ξέρεις».

Ακολουθεί η Αίθουσα Διαπιστευτηρίων, ίσως η πιο φωνογραφημένη αίθουσα του Μεγάρου, όπου πραγματοποιούνται οι ορκωμοσίες των μελών της κυβέρνησης, αλλά και μικρές δεξιώσεις, απονέμονται τιμητικές διακρίσεις και οι ξένοι πρέσβεις επιδίδουν τα διαπιστευτήριά τους στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Σχεδιάστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα ως αίθουσα τελετών και αποτέλεσε σημαντική προσθήκη στο αρχικό κτίσμα.

Η περιήγησή μας συνεχίζεται στην Αίθουσα Δεξιώσεων, τη μεγαλύτερη αίθουσα του Προεδρικού Μεγάρου, όπου παρατίθενται οι μεγάλες δεξιώσεις και τα επίσημα δείπνα. Αποτελεί τη νεότερη προσθήκη στο αρχικό κτίριο και κατασκευάστηκε το 1962, με την ευκαιρία των γάμων της πριγκίπισσας Σοφίας με τον Χουάν Κάρλος.

Θα ξεναγηθούμε ακόμη και στο Μουσείο Δώρων, μια θετική πρωτοβουλία της προκατόχου του Κατερίνας Σακελλαροπούλου, όπου φυλάσσονται τα επίσημα δώρα που έχουν προσφερθεί στους Προέδρους της Δημοκρατίας από αρχηγούς κρατών, πρέσβεις, εκκλησιαστικές και πολιτειακές αρχές, αλλά και απλούς πολίτες.

Ο Κωνσταντίνος Τασούλας θα σταθεί ιδιαίτερα και στην κεντρική είσοδο του Προεδρικού Μεγάρου, κατασκευασμένη από πεντελικό μάρμαρο, εκφράζοντας τον θαυμασμό του για τη μεγαλοφυΐα του Ερνέστου Τσίλλερ, ο οποίος κατόρθωσε να συνδυάσει στον ίδιο χώρο κίονες που εκπροσωπούν και τους τρεις αρχαίους κλασικούς αρχιτεκτονικούς ρυθμούς: τον δωρικό, τον ιωνικό και τον κορινθιακό. Απέναντι από το πλατύσκαλο εντυπωσιάζει ιδιαίτερα ο πίνακας του Ζορζ Μπερτέν Σκοτ, φιλοτεχνημένος το 1914, που απεικονίζει τον βασιλέα Κωνσταντίνο Α’ ως έφιππο στρατηλάτη.

Η ξενάγησή μας, όμως, δεν περιορίζεται στην αρχιτεκτονική. Επεκτείνεται και στα έργα τέχνης που φιλοξενούνται στους τοίχους του Προεδρικού Μεγάρου και έχουν παραχωρηθεί ως δάνεια, κυρίως από την Εθνική Πινακοθήκη, το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο και το Μουσείο Μπενάκη. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα σταθεί μπροστά σε πίνακες ζωγράφων όπως ο Βολανάκης, ο Γύζης, ο Παρθένης, ο Τέτσης και ο Μποκόρος, που κοσμούν τους χώρους του Μεγάρου, μιλώντας για τα έργα με τη φυσικότητα ενός ανθρώπου που τα θεωρεί αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και όχι απλώς στοιχεία της επίσημης διακόσμησης. «Αγαπώ την τέχνη, αλλά δεν είμαι συλλέκτης. Υπήρξα όμως φίλος συλλεκτών και έτσι μυήθηκα, μέσα από τις συλλογές τους, στην αξία της νεοελληνικής ζωγραφικής και γλυπτικής» ομολογεί. «Καθοριστική υπήρξε η επιρροή του Ευάγγελου Αβέρωφ, ο οποίος ήταν μέγας συλλέκτης. Η πρώτη μεγάλη συλλογή του αγοράστηκε το 1973 από τον Αναστάσιο Γ. Λεβέντη και σήμερα αποτελεί τον πυρήνα της Συλλογής του Ιδρύματος Α. Γ. Λεβέντη στην Κύπρο. Με τα έσοδα από εκείνη την πώληση δημιούργησε μια νέα συλλογή, η οποία αποτέλεσε τη βάση της Πινακοθήκης Ε. Αβέρωφ στο Μέτσοβο» επισημαίνει. Αποκαλύπτει, μάλιστα, ότι το επόμενο διάστημα οι τοίχοι του Προεδρικού Μεγάρου θα εμπλουτιστούν με νέα έργα από την Εθνική Πινακοθήκη, του Περικλή Πανταζή (1849-1884) και του Ουμβέρτου Αργυρού (1884-1963).

Η περιήγησή μας ολοκληρώνεται στον κήπο του Προεδρικού Μεγάρου, έκτασης περίπου 25 στρεμμάτων. Εκεί υπάρχει ένα γλυπτό που συγκινεί ιδιαίτερα τον Κωνσταντίνο Τασούλα. Πρόκειται για τον «Ζάλογγο» του Γιώργου Ζογγολόπουλου (1903-2004). Είναι η μακέτα, σε κλίμακα 1:10, του εμβληματικού «Μνημείου του Ζαλόγγου», αφιερωμένου στην αυτοθυσία των Σουλιωτισσών, το οποίο δεσπόζει στον βράχο πάνω από το χωριό Καμαρίνα της Πρέβεζας.

«Ομολογώ ότι αγαπώ περισσότερο τη γλυπτική σε σχέση με τη ζωγραφική, καθώς κατορθώνει να τιθασεύσει υλικά όπως το μάρμαρο ή το μέταλλο. Εκεί διακρίνω μεγαλύτερο μόχθο και μεγαλύτερη έμπνευση. Η ζωγραφική μπορεί να γεννήσει εντυπωσιακές εικόνες, όμως δεν καλείται να δαμάσει την αντίσταση της ύλης» λέει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Όπως, μάλιστα, μας πληροφορεί, σύντομα τον κήπο του Προεδρικού Μεγάρου θα κοσμεί και μια νέα προτομή, εκείνη του αρχιτέκτονα του κτιρίου, Ερνέστου Τσίλλερ: «Ήταν, νομίζω, μια απαίτηση της ίδιας της ιστορίας του Προεδρικού Μεγάρου που πρέπει να ικανοποιηθεί».

 

Τελευταίες δημοσιεύσεις