Ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Κ. Στεφανόπουλου στο Μανιάκι Μεσσηνίας

Κυρίες και Κύριοι,

Αυτά μας αφορούν αμέσως, μαυτά συνδεόμεθα απευθείας και οι πρόγονοί μας όλων εδώ των παρόντων ασφαλώς πήραν μέρος στις μάχες εκείνης της εποχής. Σαυτούς δηλαδή που οφείλομε τη σημερινή μας παρουσία ως ελευθέρου κράτους, σαυτούς που έρχεται η σκέψη μας αυτή τη στιγμή, σαυτούς αποδίδομε την τιμή που οφείλεται, σαυτούς την ευγνωμοσύνη.

Κυρίως σήμερα εορτάζομε την επέτειο του Μανιακίου – καίτοι άλλη είναι η ημερομηνία της ενδόξου μάχης – και ενθυμούμαι τον μεγάλο ήρωα της Μεσσηνιακής γης και της Ελλάδος, τον Γρηγόριο Δικαίο-Παπαφλέσσα. Ακόμη πιο μεγάλος υπήρξε ο ρόλος του, εκτός από τη μάχη του Μανιακίου, όπως εξηγήθηκε με τις ωραίες ομιλίες που έγιναν στο σημείο του αγάλματος και της εκκλησίας, ο ρόλος του για τον ξεσηκωμό της Ελλάδος. Και η ιστορία δεν αποδέχεται ερωτήματα υποθετικά, καίτοι πολλές φορές τέτοια ερωτήματα διατυπώνονται. Δεν μπορεί να διερωτηθεί κανείς αν θα γινόταν η επανάσταση χωρίς τον Παπαφλέσσα, δεν μπορεί να διερωτηθεί κανείς πώς θα εξελίσσετο η ιστορία χωρίς το Μανιάκι.

Αλλά, παρά ταύτα, επιτρέπουν αυτά τα ερωτήματα να καταλάβουμε τη σπουδαιότητα του ρόλου ορισμένων ανθρώπων. Και ο ρόλος του Παπαφλέσσα ήταν σπουδαίος για την έναρξη του αγώνα. Όπως σπουδαιότατος ήταν ο ρόλος των μεγάλων πολεμιστών και πολεμάρχων, του Κολοκοτρώνη που έσωσε την Πελοπόννησο από την εκστρατεία του Δράμαλη, του Ανδρούτσου που έσωσε τη Στερεά και κατεπέκταση και την Πελοπόννησο από την εκστρατεία του Ομέρ Βρυώνη, όλων των μεγάλων ηρώων της επαναστάσεως, του Καραϊσκάκη και των μεγάλων ναυάρχων. Χωρίς τη δική τους παρουσία, το ερώτημα είναι αν θα μπορούσε να ελευθερωθεί η Ελλάδα. Και η απάντηση – έστω και αν στα υποθετικά ερωτήματα δεν υπάρχει – είναι ότι χωρίς αυτούς δεν θα γνώριζε την ελευθερία του ο τόπος μας.

Έχουμε ένα μεγάλο προνόμιο: από όλες τις χώρες της Βαλκανικής, η Ελλάδα πρώτη απελευθερώθηκε από τον Οθωμανικό ζυγό. Είναι αλήθεια ότι οι Σέρβοι είχαν επαναστατήσει το 1808, αλλά δεν μπόρεσαν να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους και πήραν μόνο μια μορφή σχετικής αυτονομίας. Οι Βούλγαροι και οι Ρουμάνοι πολύ αργότερα έγιναν ελεύθερος λαός. Η Ελλάδα έγινε ελεύθερη το 1828-30 με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου και αυτό ήταν πάρα πολύ σημαντικό, διότι επέτρεψε στην Ελλάδα στα χρόνια που μεσολάβησαν και ακολούθησαν μέχρι τον Παγκόσμιο Πόλεμο, να αποκτήσει πάρα πολλά τμήματα του ελευθέρου εδάφους, που έμεναν σκλαβωμένα στην πρώτη φάση της ελευθερίας της, τα οποία ενδεχομένως δεν θα μπορούσε να τα αποκτήσει εάν δεν είχε ελευθερωθεί ο πυρήνας της Ελλάδος, εδώ η Πελοπόννησος και η Στερεά Ελλάδα και οι Κυκλάδες και οι Βόρειες Σποράδες, που απετέλεσαν τον πρώτο πυρήνα του ελευθέρου κράτους. Και έτσι, μπόρεσε να επακολουθήσει το 1882, η ελευθερία της Θεσσαλίας, με τη Συνθήκη του Βερολίνου και ενός τμήματος της Ηπείρου, για να έρθουν οι μεγάλοι απελευθερωτικοί αγώνες του 1912 και 1913, που διπλασίασαν την Ελλάδα.

Όλοι αυτοί οι αγώνες στηρίχθηκαν στους αγώνες της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδος, στους αγώνες της ελευθερίας του 1821-1828. Αυτούς τους ανθρώπους τιμούμε σήμερα. Αυτών τη δόξα θυμόμαστε και υποκλινόμεθα στις θυσίες των, θυσίες των παππούδων μας, των προπάππων μας, όλων ημών. Στην ουσία δεν κάνουμε τίποτα άλλο παρά να αναγνωρίζουμε τη ρίζα της σύγχρονης Ελλάδος, από που βαστιέται αυτή η ρίζα και πώς εμείς, που δεν απέχουμε πολλά χρόνια απ’αυτούς, επανερχόμεθα διαρκώς σ’αυτές τις ρίζες και τις προσκυνάμε.

Γι’αυτό είναι σπουδαία η συμμετοχή των ομογενών μας, της Αμερικής και του Καναδά, που ξαναγυρίζοντας στις ρίζες τους, θέλησαν να τις υπενθυμίσουν με τον ωραίο αυτό ανδριάντα, που έστησαν στην τοποθεσία της ηρωϊκής θυσίας. Πρέπει να επαινέσει κανείς τους ομογενείς μας, που διατηρούν το πατριωτικό αίσθημα, την ανάμνηση της καταγωγής των και τιμούν την Ελλάδα από τις μεγάλες χώρες του σύγχρονου πολιτισμού, οι οποίες δεν μπόρεσαν να τους παρασύρουν με όσα τους προσφέρουν ευνοϊκά πλεονεκτήματα και να τους κάνουν να λησμονήσουν την καταγωγή τους από
αυτόν τον ηρωϊκό τόπο, ο οποίος έπαψε να είναι τόσο φτωχός όσο ήταν άλλοτε.

Σήμερα, μπορούμε να συγκριθούμε και με τους δικούς τους τόπους ακόμη, στις νέες τους πατρίδες. Και μπορούμε να συγκριθούμε με όλα τα κράτη της γης, στον κατάλογο των οποίων κατέχουμε αρκετά τιμητική θέση, άλλοι λένε 24η, άλλοι 27η, δεν θυμάμαι ακριβώς σε ποια θέση κατατασσόμεθα από τους διάφορους οργανισμούς που συγκρίνουν τις επιδόσεις των συγχρόνων κρατών.

Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι οφείλουμε σαν σύγχρονη Ελλάδα, με αυτό το ιστορικό βάρος που φέρομε επί των ώμων μας, που μας δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερες ευθύνες, να προχωρήσουμε ακόμη περισσότερο το σκαλοπάτι της προόδου και να πάψουμε να είμαστε οι τελευταίοι στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.

Εάν είμαστε υπερήφανοι για τα επιτεύγματα της Ελλάδος, είμαστε συγχρόνως και ταπεινωμένοι από την τελευταία θέση που κατέχομε. Πρέπει όλοι μαζί να συνεργήσουμε, ώστε να κατακτήσουμε την υψηλότερη θέση, όπως αρμόζει στην Ελλάδα, αρμόζει στους αγώνες, αρμόζει στην ιστορία της, αρμόζει στο αίμα που χύθηκε, στους Παπαφλέσσες και σ’όλους εκείνους που αγωνίστηκαν για την ελευθερία της Ελλάδος.

Είναι η καινούργια υποχρέωση, ο καινούργιος ηρωϊσμός, τον οποίο πρέπει να επιδείξομε, η καινούργια προσπάθεια την οποία πρέπει να καταβάλλομε. Δεν καλούμεθα πια σε πολεμικούς αγώνες, καλούμεθα σε ειρηνικούς αγώνες, οι οποίοι έχουν την ίδια με εκείνους σημασία. Γιατί, αν η Ελλάδα ελευθερώθηκε από τους ήρωες του 1821, οφείλει να προχωρήσει με την προσπάθεια και τον αγώνα των συγχρόνων Ελλήνων.

Είμαι βέβαιος ότι έχουμε ξεπεράσει πολλά από τα παλαιά μας μειονεκτήματα και όλοι αναφέρονται σε αυτά. Γιατί όταν μιλάς για τον αγώνα του 1821, συγχρόνως αναφέρεσαι στους δύο εμφυλίους πολέμους, που λίγο έλειψε να ακυρώσουν την εθνική προσπάθεια και λίγο έλειψε να καταργήσουν την ελευθερία της Ελλάδος.

Και είναι παράδοξο ότι ακόμη σε μερικές περιοχές, δεν θέλω να θίξω κανέναν, εξακολουθούν να υπάρχουν στοιχεία αντιδικίας περίεργης, άχρηστης και αδικαιολόγητης. Ψάχνουμε να βρούμε την ιστορική δικαίωση της μιας ή της άλλης κοινότητος, ψάχνοντας να δούμε πού έγινε ακριβώς η μάχη. Τι σημασία έχει αν έγινε εδώ ή εκεί; Έγινε στο Μανιάκι, έγινε στη Μεσσηνία, στην Πελοπόννησο, έγινε στην Ελλάδα.

Δεν χρειάζεται μεταξύ μας να ασχολούμεθα μ’αυτές τις μικρότητες, μας ενώνουν οι μεγάλες ιδέες, τα μεγάλα γεγονότα. Και αυτές οι τοπικές υπερηφάνειες δεν έχουν τόσο μεγάλη σημασία όσο έχει το γενικό αίσθημα, το οποίο πρέπει να μας κυριαρχεί όλους, του σύγχρονου πατριωτισμού. Και θέλω μ’αυτό να καταλήξω: ότι πατριώτες υπάρχουν και σήμερα στην Ελλάδα πάρα πολλοί.

Αλλά, υπάρχουν συγχρόνως, και κακοί πατριώτες στην Ελλάδα. Είναι αυτοί που δεν αγωνίζονται πραγματικά για την προκοπή του τόπου, αυτοί που προβάλλουν τα ατομικά τους συμφέροντα έναντι του γενικότερου συμφέροντος, αυτοί οι οποίοι δεν είναι καλοί υπάλληλοι, δεν είναι καλοί δάσκαλοι, δεν είναι καλοί στον τομέα στον οποίον ετάχθησαν να υπηρετούν και οι οποίοι επιδιώκουν τον άνομο πλουτισμό. Είναι οι κακοί πατριώτες και, ελπίζω, διαρκώς να βαίνουν μειούμενοι, να αναγνωρίσουν ότι οφείλουν να υπηρετήσουν τον τόπο και έπειτα τα ατομικά τους συμφέροντα. Και υπηρετώντας τον τόπο και τα γενικά συμφέροντα, ας είναι βέβαιοι ότι θα υπηρετήσουν μ’αυτόν τον σωστό τρόπο και τα δικά τους, τα ατομικά.

Και αυτή είναι η καινούργια υποχρέωση όλων μας: να ξεχάσουμε, όσο είναι δυνατόν και ανθρώπινο, τις ατομικές μας επιδιώξεις και να βαδίσουμε όλοι ενωμένοι προς το μέλλον της Ελλάδος, το οποίο παρουσιάζεται λαμπρό και καλύτερο από το παρελθόν. Να το κατακτήσουμε αυτό το μέλλον και να αναδείξουμε τις επόμενες γενεές άξιες του παρελθόντος μας. Όλες οι γενεές έχουν προσφέρει σ’αυτόν τον τόπο, αλλά εμείς τώρα, η σύγχρονη γενεά – εγώ ανήκω στην κάπως παλαιότερη, αλλά μια και ζω ακό
μη καταλογίζω στον εαυτό μου ότι ανήκει και στη σύγχρονη γενεά, κατά παραχώρηση – περιμένουμε από τους νέους μας να γίνουν καλύτεροι, όπως λέει το παλαιό ρητό και η υπόσχεση των Αθηναίων εφήβων «καλύτεροι από τους περασμένους».

Περιμένουμε από τους νέους μας να αναδείξουν την Ελλάδα και τη λάμψη της δόξας της, όχι μόνο με τα λόγια, όχι με τις βαρύγδουπες εκφράσεις, όχι μόνο με τα ιστορικά κατορθώματα, αλλά με τα σύγχρονα κατορθώματα του τόπου, στα οποία πρέπει να δώσουμε τον καινούργιο όρκο. Όχι τον όρκο της Φιλικής Εταιρείας πια, αλλά τον όρκο της σύγχρονης Ελλάδος: ότι θα αγωνισθούμε όλοι για την ευημερία του Ελληνικού λαού, για την ανάπτυξη και την ευημερία και την προκοπή της Ελλάδος του 21ου αιώνα.

Χρόνια πολλά σε όλους, εύχομαι να είμαστε πάντοτε ενωμένοι και πάντοτε σύμφωνοι με τις μεγάλες μας υποχρεώσεις.-

Τελευταίες δημοσιεύσεις

Συνάντηση με τον ιδρυτή και επικεφαλής του Ομίλου Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Δικαιοσύνης Χρήστο Μπαξεβάνη

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Αν. Τασούλας δέχθηκε τον ιδρυτή και επικεφαλής του Ομίλου Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Δικαιοσύνης (ΟΠΕΔ) Χρήστο Μπαξεβάνη, ο οποίος

Επίσκεψη στο Δίστομο

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Αν. Τασούλας παρέστη στις εκδηλώσεις του Δήμου Διστόμου-Αράχωβας-Αντίκυρας για την 82η επέτειο Μνήμης της Σφαγής του Διστόμου από τα γερμανικά