Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Αν. Τασούλας κήρυξε την έναρξη των εργασιών του Διεθνούς Συνεδρίου για τον εορτασμό των εκατό ετών από την έναρξη της λειτουργίας της Γενναδείου Βιβλιοθήκης (1926-2026) με θέμα «Από τις Ιδιωτικές Συλλογές στη Γνώση ως Δημόσιο Αγαθό. Η φροντίδα των συλλογών και το μέλλον των βιβλιοθηκών».
Ακολουθεί η ομιλία του κ. Τασούλα:
«Κυρίες και κύριοι,
Τα μεγάλα έθνη δεν αναγνωρίζονται μόνον από τη δύναμη των θεσμών τους ή από την πορεία της ιστορίας τους, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο διαφυλάσσουν, τιμούν και αναδεικνύουν τα τεκμήρια του πολιτισμού τους. Οι τόποι που στεγάζουν τις πολύτιμες συλλογές είναι τόποι, όπου ένα έθνος συναντά τον βαθύτερο εαυτό του· πρέπει δε, να περιβάλλονται με την ίδια ασφάλεια, επιμέλεια και σεβασμό που αρμόζει σε κάθε θησαυροφυλάκιο, γιατί εκεί φυλάσσεται ανυπέρβλητης αξίας ιστορικό, εθνικό, και πνευματικό κεφάλαιο.
Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι ο Ιωάννης Γεννάδιος, σε παλαιότερη αφιέρωσή του, μνημονεύει τον “αοίδιμο” πατέρα του, Γεώργιο Γεννάδιο, ως εκείνον που μετέδωσε στους μαθητές του “φλέγουσα τη λαμπάδα της διανοητικής και ηθικής κληρονομιάς των προγόνων” και μερίμνησε “για τη διάσωση των λειψάνων της θείας τέχνης τους”. Στη διατύπωση αυτή συμπυκνώνεται μια ολόκληρη αντίληψη για την παιδεία, τον πολιτισμό, το χρέος της συνέχειας μιας αδιάκοπης πορείας του ελληνικού πνεύματος. Ενός πνεύματος που ταξιδεύει μέσα στους αιώνες, συνομιλεί δημιουργικά με τον χρόνο και παραδίδει από γενιά σε γενιά όχι μόνο την κληρονομιά του, αλλά και τον προσανατολισμό του προς το μέλλον.
Κυρίες και κύριοι,
Βρίσκομαι σήμερα εδώ, για να τιμήσουμε έναν αιώνα απρόσκοπτης λειτουργίας – με εξαίρεση λίγα χρόνια στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο – μιας εκ των πλέον σημαντικών βιβλιοθηκών της πατρίδας μας, της Γενναδείου βιβλιοθήκης, κηρύσσοντας την έναρξη του Διεθνούς Συνεδρίου “Από τις Ιδιωτικές Συλλογές στη Γνώση ως Δημόσιο Αγαθό. Η φροντίδα των συλλογών και το μέλλον των βιβλιοθηκών”. Θησαυροφυλάκιο βιβλίων, αρχείων και έργων τέχνης, πολύτιμων μαρτυριών για την κληρονομιά του Ελληνισμού από το τέλος της αρχαιότητας ως τις μέρες μας, η Γεννάδειος είναι ένα Ίδρυμα που υπερβαίνει τον λειτουργικό ρόλο μιας βιβλιοθήκης και αγγίζει τον πυρήνα της εθνικής, πολιτισμικής αυτογνωσίας μας.
Όλα βέβαια ξεκίνησαν από την πολύτιμη πρωτοβουλία του Ιωάννη Γενναδίου, λογίου, βιβλιόφιλου και διπλωμάτη, να δωρίσει, το 1922, στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών 25.000 βιβλία, χειρόγραφα, χάρτες, χαρακτικά και τεκμήρια που αφηγούνται την μακρά και γόνιμη πορεία του ελληνικού πνεύματος μέσα στον χρόνο. Γεννημένος στην Αθήνα στα μέσα του 19ου αιώνα, ο Γεννάδιος είχε διαμορφωθεί σε ένα περιβάλλον και μια εποχή κατά την οποία η νεοελληνική διανόηση επιχειρούσε να εδραιώσει την ταυτότητά της μέσω της κλασικής παιδείας και της πρόσληψης ταυτόχρονα των ευρωπαϊκών ιδεών, και η νεοσύστατη Ελλάδα αγωνιζόταν να οικοδομήσει θεσμούς και να διαμορφώσει πνευματική αυτοσυνειδησία. Εξέχουσα πνευματική μορφή που συνέδεσε τη διπλωματία με την διανοητική εργασία και τη βιβλιοφιλία με την πολιτισμική πολιτική, συγγραφέας σημαντικών μελετών όπως “Κρίσεις και σκέψεις περί των επιστολών του αοιδίμου Κοραή” και “Ο Λόρδος Έλγιν και οι προ αυτού ανά την Ελλάδα και τας Αθήνας ιδίως αρχαιολογήσαντες επιδρομείς, 1440-1837” όπου διεκτραγωδεί τα της συλλήσεως του Παρθενώνα από τα μάρμαρά του. Φλογερός πατριώτης και ουμανιστής κοσμοπολίτης, ο Γεννάδιος παγίωσε με τη δωρεά του την καίρια συμβολή του στην ιστορία του συλλεκτισμού, των βιβλιοθηκών και των θεσμών τους, ενσαρκώνοντας το πρότυπο ενός λογίου-πολίτη ο οποίος, έχοντας πλήρη επίγνωση της μεγάλης σημασίας της ιστορικής μνήμης για τη συγκρότηση του έθνους, έταξε εαυτόν στην συντήρηση και τη διαφύλαξή της και τελικά στη μετάδοσή της.
Ανάμεσα στα εκατό περίπου εκθέματα της έκθεσης της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, θαυμάζουμε εξαιρετικά σπάνιες εκδόσεις όπως την πρώτη Γραμματική του Κωνσταντίνου Λασκάρεως, που τυπώθηκε στο Μιλάνο το 1476 σηματοδοτώντας την αρχή της ελληνικής έντυπης παράδοσης, την πρώτη έκδοση του Λουκιανού, τυπωμένη στη Φλωρεντία το 1496 και επιμελημένη από τον Ιανό Λάσκαρη, την πρώτη έκδοση των Ομηρικών έργων από τον Δημήτριο Χαλκοκονδύλη στη Φλωρεντία του 1488, το πλήρες έργο του Αριστοτέλη, τυπωμένο στη Βενετία σε πέντε τόμους μεταξύ 1495 και 1498, από τον Άλδο Μανούτιο – για να αναφέρω ενδεικτικά ορισμένα από αυτά. Η συνύπαρξή τους εδώ αναδεικνύει τον συγκερασμό του πάθους για τα βιβλία με το πάθος για την Ελλάδα που όρισε την διαδρομή του Ιωάννη Γενναδίου. Είναι, θα έλεγα, μια μεταφορική συνάντηση της παρότρυνσης “Κτάσθε βιβλία, ψυχής φάρμακα” που αποτελούσε την ταυτότητα ex libris του Ιωάννη Γενναδίου, με το απόφθεγμα του Ισοκράτη “Το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους αλλά της διανοίας δοκείν είναι” και το “Απασών γλωσσών το ελληνικόν υπέρκειται γένος” του Βυζαντινού αυτοκράτορα Θεοδώρου Λάσκαρι. Και καθώς η έκθεση συμπληρώνεται με δωρεές μέρους των αρχείων σύγχρονων Ελλήνων δημιουργών, του Γιώργου Σεφέρη, του Άγγελου Τερζάκη, του Ηλία Βενέζη, του Δημήτρη Μητρόπουλου, του Βασίλη Βασιλικού και άλλων, καθώς και του αρχείου του Κωνσταντίνου Τσάτσου, παρακολουθούμε τον αδιάκοπο, εν διαχρονία, διάλογο της ελληνικής σκέψης με τον εαυτό της και με τον κόσμο, μέσα από μετασχηματισμούς, μεταμορφώσεις, παύσεις, αναβιώσεις και δημιουργικές εντάσεις.
Στα χρόνια που κύλησαν, από τα επίσημα εγκαίνιά της, τον Απρίλιο του 1926 έως σήμερα, η Γεννάδειος βιβλιοθήκη λειτούργησε ως θεματοφύλακας της ελληνικής και βαλκανικής γραμματείας και συνάμα ως χώρος διαλόγου και προαγωγής της γνώσης. Ζωντανός ερευνητικός οργανισμός που προσελκύει μελετητές απ’ όλο τον κόσμο, παρέχοντας πρόσβαση σε υλικό ανυπέρβλητης αξίας, γέφυρα ανάμεσα στην ελληνική και τη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα, εργαστήριο πολιτισμού, αισθητικό και πνευματικό καταφύγιο στην καρδιά της Αθήνας, η Γεννάδειος επενδύει παράλληλα σε δράσεις που απευθύνονται στο ευρύ κοινό, εκθέσεις, διαλέξεις και συνέδρια που φέρνουν την έρευνα κοντά στον πολίτη, εκπαιδευτικά προγράμματα για μαθητές και φοιτητές. Τα τελευταία χρόνια ψηφιοποιεί τις συλλογές της και αξιοποιεί τις νέες τεχνολογίες χωρίς να χάσει τον χαρακτήρα της. Η δύναμή της βρίσκεται στην ικανότητά της να συνδυάζει την παράδοση με την καινοτομία.
Κλείνοντας θα ήθελα να σταθώ σε μια παρατήρηση της διευθύντριας της Γενναδείου, διδάκτορος Μαρίας Γεωργοπούλου, από μια συνέντευξή της στην “Καθημερινή” πριν από δέκα ακριβώς χρόνια. “Στόχος μας” είχε πει τότε, “είναι να καταργηθεί η νοητή απόσταση που θεωρούσαν πολλοί Αθηναίοι ότι τους χωρίζει από τη Γεννάδειο”. Δράσεις όπως αυτές που προανάφερα και εκθέσεις, τόσο ψηφιακές όσο και υλικές, βασισμένες στην αισθητηριακή εμπειρία, όπως η σημερινή, μαρτυρούν ότι ο στόχος επετεύχθη.
Σκεφθείτε ότι αυτό που ενώνει διαχρονικά, εμάς τους Έλληνες, είναι ένας πολιτισμός με αδιάσπαστη συνέχεια, μια γλώσσα που ταξιδεύει στους αιώνες και μια κοινή πίστη στη δύναμη της παιδείας, της γνώσης και της δημιουργίας. Αυτή την πολύτιμη παρακαταθήκη οφείλουμε να τη διαφυλάξουμε όχι μόνον ως κειμήλιο, αλλά ως δύναμη στραμμένη προς το μέλλον. Ως δύναμη δημιουργική, που συνδέει το αόρατο νήμα της ιστορικής μας συνέχειας με τις επόμενες γενιές. Και απέναντι σ’ αυτές τις γενιές, όλοι μας, έχουμε ευθύνη.
Γι’ αυτό εύχομαι σε όλους τους ανθρώπους της Βιβλιοθήκης και τους συνεργάτες τους, που τιμούν τούτη την ευθύνη να συνεχίσουν με την ίδια έμπνευση και τον ίδιο δυναμισμό το έργο το καλόν, μπροστά στη νέα εκατονταετία που τους περιμένει ανυπόμονα.
Σας ευχαριστώ».



