Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Αν. Τασούλας παρέστη χθες το απόγευμα και απηύθυνε χαιρετισμό στην παρουσίαση της δίγλωσσης έκδοσης με τίτλο «Λόρδος Βύρων, Βρετανικός Φιλελληνισμός» της Εταιρείας για τον Ελληνισμό και Φιλελληνισμό στο Μουσείο Φιλελληνισμού. Ομιλίες απηύθυναν επίσης ο Πρέσβης του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ελλάδα Matthew Lodge, ο Πρόεδρος της Εταιρείας για τον Ελληνισμό και Φιλελληνισμό Κωνσταντίνος Βελέντζας, ενώ παρέστησαν η βουλευτής Σοφία Βούλτεψη, ως εκπρόσωπος της Βουλής των Ελλήνων, ο Υφυπουργός Εθνικής Άμυνας Αθανάσιος Δαβάκης, ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ, Στρατηγός Δημήτριος Χούπης.
Ακολουθεί ο χαιρετισμός του κ. Τασούλα:
«Ο αξιότιμος Πρέσβης του Ηνωμένου Βασιλείου κατάφερε με τη θαυμάσια ομιλία του, που ήταν και ουσιαστική και συναισθηματική, να μας κάνει να λυπηθούμε ακόμη περισσότερο που φεύγει απ’ αυτό το σημαντικό πόστο. Δεν χάνουμε απλώς έναν σπουδαίο διπλωμάτη, αλλά έναν πραγματικό φιλέλληνα, σαν κι αυτούς που σήμερα μνημονεύουμε.
Είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα και ευχάριστη συγκυρία σήμερα να μιλάμε γι’ αυτή την λαμπρή έκδοση που αφορά στον Αγγλικό Φιλελληνισμό και στον Λόρδο Βύρωνα, εδώ στο Μουσείο του Φιλελληνισμού, όπου μέσα σε τέσσερις ορόφους 4.500 αντικείμενα μάς θυμίζουν αυτή την περίφημη ιστορία.
Όμως, ο Φιλελληνισμός δεν είναι μόνον ιστορία πακτωμένη στο παρελθόν, είναι ιστορία εν εξελίξει. Μόλις πριν από λίγες μέρες, κύριε Πρέσβη, η Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου απέκτησε έναν σπουδαίο πίνακα ζωγραφικής που απεικονίζει ένα σημαντικό θέμα από την ελληνική μυθολογία γύρω από τον Αχιλλέα. Η ελληνική μυθολογία, το ελληνικό παρελθόν, γοήτευε πάντα τους Βρετανούς, ακόμη και σήμερα.
Η Αντζέλικα Κάουφμαν, η περίφημη ζωγράφος από την Ελβετία, είχε ζωγραφίσει τον 18ο αιώνα, ανάμεσα στα άλλα, έναν σπουδαίο πίνακα με τίτλο “Η αποκάλυψη του Αχιλλέα ανάμεσα στις κόρες του Λυκομήδη”. Τι είναι η “Αποκάλυψη του Αχιλλέα”; Πρόκειται για την απεικόνιση ενός μύθου σύμφωνα με τον οποίο η μητέρα του Αχιλλέα, η Θέτις, μη θέλοντας ο γιος της να πολεμήσει στην Τροία επειδή ήξερε από μία προφητεία, από μία μαντεία της εποχής, ότι εκεί θα χάσει τη ζωή του πολεμώντας, προσπάθησε να αποτρέψει τη στρατολόγησή του στο ένοπλο σώμα που θα πήγαινε στην Τροία. Τον πήγε λοιπόν στη Σκύρο, όπου βασιλιάς ήταν ο Λυκομήδης, ο οποίος είχε πολλές θυγατέρες.
Σύμφωνα λοιπόν με τον μύθο αυτό, ο Αχιλλέας ντύθηκε κορίτσι και κρύφτηκε ανάμεσα στις πολλές θυγατέρες του Λυκομήδη. Όταν οι Αχαιοί ήταν σχεδόν έτοιμοι να ξεκινήσουν, έμαθαν ότι ο Αχιλλέας κρύβεται στη Σκύρο για να αποφύγει τον πόλεμο και πήγε μια ομάδα υπό τον Οδυσσέα για να τον πείσουν να πολεμήσει. Ο Οδυσσέας ντύθηκε πραγματευτής, έμπορος, και παρουσίαζε στις κόρες του Λυκομήδη υφάσματα και στολίδια.
Μία μόνο από τις “κόρες” αδιαφορούσε για τα υφάσματα και τα στολίδια. Κάποια στιγμή ο Οδυσσέας ανάμεσα από τα υφάσματα έβγαλε ένα σπαθί και μια ασπίδα. Και τότε, αυτή η δήθεν κοπέλα έπιασε το σπαθί και την ασπίδα και έτσι προδόθηκε ότι ήταν ο Αχιλλέας, λόγω της λατρείας που έδειξε ότι είχε για τα πολεμικά αντικείμενα. Έτσι αποκαλύφθηκε ο Αχιλλέας. Αυτός ο πίνακας ζωγραφικής, που τον δείχνει ντυμένο γυναίκα να κρατά μια ασπίδα και ένα ξίφος, εδώ και λίγες μέρες, υπάρχει στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου, δωρεά μιας οικογένειας συλλεκτών από την Αμερική.
Αυτό δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ο ελληνικός πολιτισμός ασκούσε πάντοτε γοητεία στους Βρετανούς και ιδιαίτερα στους περισσότερο μορφωμένους. Είδαμε ότι όλοι αυτοί οι διάσημοι φιλέλληνες του 18ου και 19ου αιώνα, μορφωμένοι νέοι της εποχής, στρατιωτικοί οι περισσότεροι τους οποίους μας παρουσίασε νωρίτερα ο κύριος Βελέντζας στην ομιλία του, ήταν άνθρωποι οι οποίοι είχαν συναίσθηση της συσχέτισης και του διαλόγου του πολιτισμού της τότε Ευρώπης με την αρχαία Ελλάδα. Όπως επίσης είχαν γνώση των γεωπολιτικών δεδομένων και συσχετισμών της εποχής τους.
Αναφέρθηκε νωρίτερα η μάχη του Χέϊστινγκς (Battle of Hastings) με αφορμή τον αξιωματικό του Ναυτικού και Φιλέλληνα, Φρανκ Χέιστινγκς, μέλος της αριστοκρατικής οικογένειας η οποία είχε τις ρίζες της στην παράκτια πόλη Χέιστινγκς, στην Νότια Αγγλία, στη σημερινή επαρχία του Ανατολικού Σάσσεξ (East Sussex). Πρόκειται για μια ιστορική πόλη επειδή εκεί έλαβε χώρα η Μάχη του Χέϊστινγς το 1066 μ.Χ. Η μάχη του Χέιστινγκς ήταν ίσως η πιο σημαντική μάχη στην ιστορία της Αγγλίας. Είναι η ιστορική μάχη στην οποία οι Νορμανδοί υπό την ηγεσία του Γουλιέλμου του Κατακτητή, ορμώμενοι από την βόρεια ακτή της σημερινής Γαλλίας, από το Δουκάτο της Νορμανδίας, νίκησαν τους Αγγλοσάξονες υπό τον βασιλιά Χάρολντ Β’.
Οι Αγγλοσάξονες δέσποζαν στο νησί έχοντας ιδρύσει ισχυρά βασίλεια. Δεν ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της σημερινής Βρετανίας. Οι Αγγλοσάξονες κατάγονταν από τόπους της σημερινής Ολλανδίας, Δανίας και Γερμανίας και είχαν πραγματοποιήσει τη δική τους εισβολή κατά κύματα. Κατά τη διάρκεια του 5ου και 6ου αιώνα μ.Χ., μετά το τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας διέσχιζαν τις θάλασσες και επιδίδονταν σε διαδοχικές εκστρατείες ενάντια στους αυτόχθονες Κέλτες με αποτέλεσμα σταδιακά να εγκαθιδρυθούν και να εδραιωθούν στο νησί σχεδόν για πέντε αιώνες. Η Νορμανδική εισβολή όμως, όπως είναι γνωστή, άλλαξε τα πάντα και το 1066 μ.Χ. εγκαινίασε το νέο κεφάλαιο στην ιστορία της Βρετανίας που εξελίσσεται ως σήμερα.
Παρόλα αυτά, ο σπουδαίος Άγγλος φιλόσοφος και δημόσιος λειτουργός της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, Τζον Στιούαρτ Μιλ, έγραψε ότι η μάχη του Μαραθώνα είναι για την Αγγλία πιο σημαντική από τη μάχη του Χέιστινγκς. Είχαν δηλαδή συνειδητοποιήσει, οι κορυφαίοι πνευματικοί ταγοί της Μεγάλης Βρετανίας, ότι η αρχαία ελληνική ιστορία επηρέασε όλο τον δυτικό κόσμο για χιλιάδες χρόνια.
Και ας μην ξεχνάμε ότι ο Αλέξανδρος Υψηλάντης διέβη τον Προύθο ποταμό τον Φεβρουάριο του 1821 και επέτυχε έτσι το προεπαναστατικό ξεκίνημα του Αγώνα στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Στην διακήρυξη με τίτλο “Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδας” που εξέδωσε λίγες ημέρες μετά, συνδέει ευθέως την Επανάσταση με τους Μηδικούς πολέμους. Πάλι αυτή η ίδια σύνδεση.
Μέσα από αυτές τις ιστορίες και τις παραστάσεις, η μορφωμένη ελίτ της Αγγλίας με επικεφαλής τον πιο γοητευτικό εκφραστή της, τον Λόρδο Βύρωνα, είχε γνωρίσει την Ελλάδα. Πρέπει να υπενθυμίσουμε εδώ παρενθετικά ότι ο Βύρωνας πραγματοποίησε το περίφημο “Grand Tour” στην Ανατολή το 1809, το οποίο περιλάμβανε την Οθωμανική Αυτοκρατορία μέσα στην οποία ήταν τότε η Ελλάδα. Η γοητεία του παρελθόντος, προσείλκυε όλους αυτούς τους νέους που ήθελαν, πριν μπουν στον αγώνα της ζωής να πραγματοποιήσουν αυτό το ταξίδι. Και σε αυτό το ταξίδι, έβλεπαν έναν λαό, απόγονο σπουδαίων προγόνων, να βασανίζεται, να τυραννιέται, να υφίσταται διώξεις κατά τη διάρκεια μιας τυραννίας αιώνων. Και αυτό φυσικά δεν τους άφησε αδιάφορους.
Ο προσανατολισμός και η έφεσή τους προς την Ελλάδα ελάμβανε πολλές μορφές. Βλέπουμε, φερ’ ειπείν, ότι στο Εδιμβούργο, το οποίο αποκαλούσαν Νέα Αθήνα, υπήρχαν σχέδια να κατασκευαστεί ένα αντίγραφο του Παρθενώνα, στην κορυφή του Calton Hill, στο κέντρο της πόλης. Μάλιστα ο θεμέλιος λίθος τοποθετήθηκε τη χρονιά που ξεκίνησε η Επανάσταση, το 1821. Υπάρχει σήμερα το αντίγραφο αυτό, ημιτελές. Στους πρόποδες του Calton Hill βρίσκεται το Old Royal High School, δείγμα ελληνικού νεοκλασικισμού, εμπνευσμένο από τον Ναό του Ηφαίστου στην Αθήνα. Η Νέα Εκκλησία του Αγίου Παγκρατίου, St. Pancras New Church, στη Euston Road του Λονδίνου, διότι St. Pancras είναι η αγγλική απόδοση του Αγίου Παγκρατίου, είναι μια εκκλησία η οποία ανεγειρόταν από το 1819 ως το 1822 και είναι εμπνευσμένη αρχιτεκτονικά από το Ερέχθειο της Ακρόπολης των Αθηνών. Αλλά όχι μόνο αυτό.
Ζωγράφοι, αρχιτέκτονες, ιστορικοί, ποιητές και πολιτικοί φιλόσοφοι στη Βρετανία αντλούσαν έμπνευση από την αρχαία Ελλάδα, από τη μυθολογία και την ιστορία της. Και αυτό ακριβώς, μας κάνει σήμερα να νιώθουμε μια ευγνωμοσύνη για αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι χωρίς κανένα όφελος, χωρίς καμία υποχρέωση ήρθαν εδώ και συνέβαλλαν ώστε να δημιουργηθεί ένα νέο κράτος το οποίο είχε έναν ρεαλιστικό, αλλά όχι δουλοπρεπή, προσανατολισμό προς την θαλασσοκράτειρα τότε Μεγάλη Βρετανία.
Καθώς μπαίνουμε στο θαυμάσιο αυτό Μουσείο, για το οποίο αξίζουν πολλά συγχαρητήρια στον κύριο Βελέντζα, βλέπουμε ένα περίφημο αντίγραφο πίνακα του Ιταλού ζωγράφου Λουντοβίκο Λιπαρίνι (Ludovico Lipparini) – το πρωτότυπο του οποίου βρίσκεται στο Τρεβίζο (Treviso) της Ιταλίας. Ο πίνακας αυτός φιλοξενήθηκε για αρκετά μεγάλο διάστημα στη Βουλή των Ελλήνων, με αφορμή τα 200 χρόνια από τον θάνατο του Βύρωνα. Ο πίνακας αυτός έχει θέμα τον όρκο που δίνει ο Βύρων στον τάφο του Μάρκου Μπότσαρη.
Ο πίνακας αυτός απεικονίζει συμβολικά όλη την Ελληνική Επανάσταση: Είναι το ιερατείο, είναι οι Αγωνιστές, είναι παιδιά, γυναίκες και πολεμιστές. Είναι όλοι οι εμπλεκόμενοι στην μεγάλη, και τελικά επιτυχημένη, περιπέτεια της Ελληνικής Επαναστάσεως.
Ο Βύρων ήρθε για δεύτερη φορά στην Ελλάδα μετά το ταξίδι της νεότητάς του το 1809 και έζησε αυτές τις 100 μέρες στο Μεσολόγγι, όπου πέθανε τον Απρίλιο, το Πάσχα του 1824, από σοβαρό πρόβλημα υγείας. Και είπε μάλιστα ότι έδωσε τα πάντα στην Ελλάδα, τελικά ακόμη και την ίδια του τη ζωή.
Στις αρχές του ’24, όταν ο Βύρων έδινε αυτόν τον όρκο στον τάφο του Μπότσαρη, ο οποίος παρεμπιπτόντως κηδεύτηκε με μία λαμπρή κηδεία, η Ρωσία είχε προτείνει η Ελλάδα να μην καταστεί ανεξάρτητη, αλλά να γίνει αυτόνομη κατά το πρότυπο των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών, φόρου υποτελής στον Σουλτάνο και να χωριστεί σε τρία κομμάτια: Ένα κομμάτι θα ήταν η Ήπειρος, ένα άλλο κομμάτι η Θεσσαλία και ένα άλλο κομμάτι η Πελοπόννησος και η Κρήτη. Και αυτά τα τρία τμήματα θα ήταν αυτόνομα, αλλά όχι ανεξάρτητα.
Αυτό πανικόβαλε τους Έλληνες και, ανάμεσα στα άλλα, τους έκανε να στραφούν προς τον Υπουργό Εξωτερικών της Αγγλίας, Τζωρτζ Κάνινγκ και να τον πείσουν να ζητήσει από τους Ρώσους να εγκαταλείψουν αυτό το σχέδιο. Η απόφαση του Κάνινγκ να συνομιλήσει με τους Έλληνες ισοδυναμούσε με μια πρώτη πράξη αναγνωρίσεως της Επαναστάσεως. Διότι όταν είσαι Υπουργός Εξωτερικών δεν συνομιλείς με κουρσάρους, συνομιλείς με εκπροσώπους μελλοντικού κράτους. Συνεπώς, ήταν ένα σημαντικό προανάκρουσμα αναγνωρίσεως της Ελλάδος. Και αυτό συμπληρώθηκε στη συνέχεια από το αγγλικό δάνειο για την υποστήριξη του Αγώνα και από άλλες παρόμοιες ενδιαφέρουσες κινήσεις.
Βλέπουμε δηλαδή ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν συναισθήματα θαυμασμού για την Ελλάδα, αλλά και έναν ρεαλισμό ως προς τον ρόλο που θα αναλάμβανε στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, όπου θα μπορούσε ως ανεξάρτητο κράτος να προτάξει και να υποστηρίξει υψηλές αξίες και αρχές. Αρχές και αξίες που η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία βρισκόταν σε παρακμή, δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει. Και για αυτό θα έπρεπε να στηριχθεί μια διάδοχη κατάσταση.
Ο δε Κάνινγκ, επειδή διετέλεσε και κυβερνήτης των Ινδιών πριν αναλάβει Υπουργός Εξωτερικών, είχε πλήρη αντίληψη του εμπορικού δρόμου προς τις Ινδίες, ο οποίος περνούσε μέσα από την Νοτιοανατολική Μεσόγειο, και έτσι ήθελε μια ώρα αρχύτερα να τερματιστεί η εμπόλεμη κατάσταση και να ολοκληρωθεί η Ελληνική Επανάσταση, με τον τρόπο που πίστευε ότι έπρεπε να ολοκληρωθεί, δηλαδή με τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, ώστε να ηρεμήσουν οι θάλασσες και να ξαναρχίσει η ειρηνική διαδικασία του εμπορίου.
Γι’ αυτό και ο Ιωάννης Καποδίστριας το πρώτο πράγμα που έκανε αναλαμβάνοντας τη διακυβέρνηση της χώρας, αφού συνάντησε τον Βρετανό ναύαρχο Έντουαρντ Κόδριγκτον στη Μάλτα -και δεν είναι τόσο γνωστό αυτό- ήταν να καταπολεμήσει την πειρατεία για να πείσει τους Άγγλους ότι καλώς υποστηρίζουν την Ελλάδα. Βλέπετε πως η γοητεία του παρελθόντος και τα γεωπολιτικά συμφέροντα, όλα μαζί προσθετικά συνδυάστηκαν και ευνόησαν τη χώρα μας.
Οι δύο από τους πιο σημαντικούς Φιλέλληνες, που σήμερα μας παρουσίασε με καταπληκτικό τρόπο ο κύριος Βελέντζας, ο ποιητής Πέρσυ Σέλεϋ και ο Λόρδος Βύρων, δεν ήταν μόνο ρομαντικοί ποιητές αλλά είχαν και επίγνωση των γεωπολιτικών ισορροπιών. Σε γραπτά τους υπάρχει μια αμυδρή πρόβλεψη για την εξέλιξη του ελληνικού αγώνα. Στον πρόλογο του ποιήματος “Ελλάς” του Σέλεϋ, που γράφτηκε το φθινόπωρο του ‘21, αναφέρεται:
“Είναι η εποχή του πολέμου των καταπιεσμένων εναντίον των καταπιεστών. Ένα νέο ρεύμα έχει αναδυθεί σε ολόκληρη την Ευρώπη, θρεμμένο από την απέχθεια για τις ιδέες που το κρατούν αλυσοδεμένο και θα συνεχίσει να γεννοβολά νέες γενιές, οι οποίες θα εκπληρώσουν τη μοίρα που όλοι οι τύραννοι προβλέπουν και φοβούνται”.
Είχε προβλέψει ότι θα συμβεί αυτό που οι τύραννοι φοβούνται, δηλαδή η απελευθέρωση δηλαδή της Ελλάδας.
Και ο Βύρων, πιο πραγματιστής ακόμη, σε συζητήσεις που κατεγράφησαν σε αυτές τις 100 μέρες που πέρασε στο Μεσολόγγι πριν τον θάνατό του, μας είπε πως έβλεπε προφητικά και προοπτικά την Ελληνική Επανάσταση:
“Ο αντίκτυπος των αρχών που έχουν τεθεί σε εφαρμογή στην Ελλάδα θα φανεί σταδιακά εδώ, αλλά και σε άλλες χώρες. Δεν μπορώ να υπολογίσω πόσο ψηλά θα φτάσει η Ελλάδα. Μέχρι σήμερα ήταν το υλικό για τους ύμνους και τις ελεγείες που έγραφαν οι φανατικοί λάτρεις της. Τώρα όμως θα στραφεί πάνω της η προσοχή των πολιτικών”.
Άρα, οι ελεγείες και η πολιτική, και τα δυο μαζί βοήθησαν ώστε να ελευθερωθεί η Ελλάδα και να φτάσει μέχρι τη σημερινή της έκταση. Κάτι που μάλιστα είχε προφητικά αναφερθεί στην περίφημη συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 1844 της Εθνοσυνελεύσεως, οι εργασίες της οποίας είχαν αρχίσει ήδη από τις 8 Νοεμβρίου 1843. Σε εκείνη τη συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 1844, ο Ιωάννης Κωλέττης, που ήταν ο πρώτος κοινοβουλευτικά εκλεγμένος Πρωθυπουργός της Ελλάδος, δηλαδή ο πρώτος πρωθυπουργός μετά το Σύνταγμα του 1844, είχε διατυπώσει για πρώτη φορά τη φράση: “Μεγάλη Ιδέα”.
Εξέφρασε δηλαδή το προϋπάρχον ήδη από την Επανάσταση αίτημα για την εθνική ολοκλήρωση με τη φράση “Μεγάλη Ιδέα”. Είχε πει ότι δεν είμαστε μόνο υποχρεωμένοι να ενδιαφερόμαστε για τους ντόπιους, για τους γηγενείς, αλλά για όλον τον ευρύτερο χώρο που καταλαμβάνει ο σημερινός ελληνισμός. “Εμακρύνθημεν της μεγάλης εκείνης της πατρίδος ιδέας, την οποίαν εις αυτό του Ρήγα το τραγούδι είδομεν κατά πρώτον εκπεφρασμένην”.
Τότε πρωτοακούστηκε λοιπόν η έκφραση “Μεγάλη Ιδέα”, όπως και ο νεολογισμός “Φιλελληνισμός” πρωτογράφτηκε από τον δάσκαλο του Γένους και συνεργάτη και φίλο του Ρήγα, τον Ιώσηπο Μοισιόδακα, μια από τις σημαντικότερες μορφές του Νεοελληνικού Διαφωτισμού ο οποίος έγραψε για πρώτη φορά τη λέξη “Φιλελληνισμός”. Και αυτόν τον Φιλελληνισμό σήμερα, χάρη σε αυτό το περίφημο Μουσείο, χάρη σε αυτή την σπουδαία έκδοση, και στις θαυμάσιες ομιλίες του κυρίου Πρέσβη και του κυρίου Βελέντζα θα τον γνωρίσουμε πολύ καλύτερα και πολύ βαθύτερα.
Σας ευχαριστώ».



