Το απόγευμα της Δευτέρας 8 Ιουνίου ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Αν. Τασούλας συνοδευόμενος από τη σύζυγό του Φανή Σταθοπούλου – Τασούλα μετέβη στο Μουσείο της Ακρόπολης όπου έγινε δεκτός από τον Διευθυντή του Μουσείου, καθηγητή Νίκο Σταμπολίδη και την ηθοποιό Μιμή Ντενίση προκειμένου να παρακολουθήσει την πρώτη προβολή του δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ «Η Γυναίκα Πίσω από τον Έλγιν». Πριν από την προβολή ο κ. Τασούλας προέβη στον παρακάτω χαιρετισμό:
Κυρίες και κύριοι,
Ο κ. Νίκος Σταμπολίδης περιέγραψε παραστατικότατα στην ομιλία του πριν από λίγο εκείνο το οποίο στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της Εκδοτικής Αθηνών χαρακτηρίζεται ως απροσδόκητη καινοτομία. Για πρώτη φορά, απροσδόκητα, σε σημείο μάλιστα που να φτάνει στον βαθμό της ύβρεως παρουσιάζεται επάνω στην Ζωφόρο του Παρθενώνα μια εντυπωσιακή πτυχή της ειρηνικής ζωής της αρχαίας Αθήνας και όχι μια πτυχή πολεμική ή μυθολογική, όπως συνηθιζόταν σε όλους τους ναούς μέχρι τότε.
Μετά τα Μηδικά, μετά την απώθηση των Περσών, η χαρά της ζωής βρισκόταν στην ίδια την απόλαυση της δημοκρατίας. Η δημοκρατία δεν ήταν πια ένα καθεστώς το οποίο φρόντιζε μόνο για την άμυνά του. Η δημοκρατία εξελίχθηκε σε ένα καθεστώς που φρόντιζε και για την ευτυχία των πολιτών του. Αυτό πράγματι ήταν κάτι απολύτως καινοφανές για τα πολιτεύματα της αρχαίας Ελλάδος και αποτυπώθηκε και στην γλυπτική.
Εδώ, στο Μουσείο της Ακρόπολης υπάρχει ένα περίφημο άγαλμα που τιτλοφορείται: «Ο Παις του Κριτίου». Είναι ένα άγαλμα εκείνης της περιόδου. Απεικονίζει έναν μελλέφηβο, ο οποίος παρουσιάζει μια καταπληκτική κινητικότητα σε αντίθεση με τους γεωμετρικούς Κούρους, οι οποίοι μοιάζουν καθηλωμένοι. Δείχνει να λυγίζει το πόδι του και να έχει ένα λεληθώς χαμόγελο, δηλαδή ένα συνεσταλμένο χαμόγελο. Αυτό το συνεσταλμένο χαμόγελο του «Παιδός του Κριτίου» δείχνει – και δεν ξέρω αν αυτή είναι η πρόθεση του γλύπτη, αλλά μου αρέσει ως ερμηνεία – ότι αυτός ο έφηβος Αθηναίος ενόψει της ενηλικιώσεώς του αναλογίζεται τις ευθύνες που τον περιμένουν ως πολίτη και ως οπλίτη. Και επειδή αναλογίζεται τις ευθύνες του, το χαμόγελό του είναι συγκρατημένο και όχι εκτεταμένο. Η ευθύνη τον κάνει να είναι συγκρατημένος.
Φανταστείτε, λοιπόν, ένα πολίτευμα το οποίο υμνεί την καθημερινή ζωή, υμνεί την ευθύνη του πολίτη απέναντι στην πόλη, υμνεί δηλαδή την ευθύνη του πολίτη απέναντι στο κράτος και στον εαυτό του να αποτυπώνεται στις 380 παραστάσεις της Ζωφόρου. Και αυτό ακριβώς το τεχνούργημα υπέστη το κακούργημα. Και εξαιτίας αυτού του κακουργήματος το μισό – και περισσότερο από το μισό – τεχνούργημα βρίσκεται μέσα σε αυτό που ο Καζαντζάκης στο περίφημο βιβλίο του «Ταξιδεύοντας: Αγγλία» αποκάλεσε: «Στην καπνισμένη ομίχλη της Λόνδρας».
Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί. Και επειδή λένε πως δεν υπάρχει περισσότερο ισχυρό πράγμα από μια ιδέα της οποίας ήρθε η ώρα, θα ήθελα να συγχαρώ τους συντελεστές αυτού του ντοκιμαντέρ και πρωτίστως την κυρία Ντενίση και τους συνεργάτες της, διότι επιταχύνουν την έλευση αυτής της ώρας.
Το Μουσείο της Ακρόπολης μπορούμε κάλλιστα να το χαρακτηρίσουμε ως: «Ένα μουσείο που περιμένει». Ένα μουσείο που ευλόγως και βασίμως περιμένει. Θα μπορέσουμε λοιπόν και εδώ, στο Μουσείο της Ακρόπολης να απαγγείλουμε τον χαρμόσυνο στίχο του Καβάφη: «Τὴν εμορφιὰ έτσι πολὺ ατένισα, που πλήρης είναι αυτής η όρασίς μου». Διότι, «πλήρης θα είναι η όρασίς μας» από την ομορφιά των Γλυπτών του Παρθενώνα. Το ακόνισμα και η διάρρηξη που υπέστησαν θα αποκατασταθεί. Και έτσι πλήρης θα είναι η θέασή τους.
Κυρίες και κύριοι,
Το ζήτημα των Ελγίνειων μαρμάρων αποτελούσε, ήδη από την εποχή που μεταφέρθηκαν στη Βρετανία, στις αρχές του 19ου αιώνα, έναν κρίσιμο ιδεολογικό κόμβο. Έναν κόμβο στον οποίο διασταυρώθηκαν ποικίλες αντιλήψεις για την αρχαιότητα, αντικρουόμενες απόψεις για τα αρχαία ερείπια και ιδεολογικές ζυμώσεις του βρετανικού φιλελληνισμού. Η ιστορία της Ελγίνειας λεηλασίας είναι, βεβαίως, γνωστή. Πάντοτε, όμως, αξίζει να την υπενθυμίζουμε.
Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο λόρδος Έλγιν, διορισμένος πρεσβευτής της Βρετανίας στην Υψηλή Πύλη, παρουσίασε ένα δήθεν έγκυρο έγγραφο από τις Οθωμανικές Αρχές και πάντως όχι από τον Σουλτάνο ή τον Βεζίρη, που υποτίθεται πως τού επέτρεπε την αφαίρεση μαρμάρων του Παρθενώνα.
Η ιδιαίτερη αυτή εύνοια οφειλόταν στο θετικό πολιτικό κλίμα που είχε διαμορφωθεί υπέρ της Βρετανίας εξαιτίας της καθοριστικής συνδρομής της στον εν εξελίξει γαλλο-οθωμανικό πόλεμο ο οποίος είχε ξεσπάσει με αφορμή τη γαλλική εκστρατεία υπό τον Ναπολέοντα στην Αίγυπτο και τη Συρία το 1798. Με την επίδειξη του εγγράφου αυτού στον εν Αθήναις βοεβόδα από τον γραμματέα και στενό συνεργάτη του λόρδου Έλγιν Φίλιπ Χαντ, άρχισε η συστηματική σύληση της Ακροπόλεως.
Όπως σημειώνει ο Ιωάννης Γεννάδιος στην πολύτιμη ιστορική και αρχαιολογική πραγματεία του «Ο λόρδος Έλγιν», «αι διεσπαρμέναι τήδε κακείσαι επιγραφαί συνελέγησαν και απεταμιεύθησαν· εγένετο αρχή ανασκαφών, κατερρίφθησαν τα τειχίσματα μεταξύ των Καρυατίδων, ων η μεγαλοπρεπής καλλονή τότε ανέλαμψε και ο εξαίσιος κόσμος της στεφάνης προέκυψε. Και εμήνυεν ο Χαντ τω πάτρωνι αυτού: ‘Αν ευρίσκετο εν Πειραιεί μέγα αγγλικόν πολεμικόν πλοίον, ηδυνάμεθα ν’ αποκομίσωμεν ολόκληρον το κομψόν εκείνο κτίσμα εντί μιάς μόνον κόρης’.
Το σπουδαιότατον πάντων, ήρχισεν η καταβίβασις των γλυπτών του Παρθενώνος, τα οποία τριάκοντα Άγγλοι ναύται μετέφερον επί κιλλίβαντος εις την αυλήν του προξένου. Και έγραφεν ο Λουζιέρης (σ.σ. o Τζιοβάνι Μπατίστα Λουζιέρι, ιταλός ζωγράφος και αρχιτέκτονας, συνεργάτης του Έλγιν, ο οποίος επέβλεψε την αποκόλληση των μετοπών και τμημάτων της ζωφόρου) ‘ό,τι και αν είπω περί της αξίας αυτών δεν αρκεί· βέβαιος είμαι ότι ουδέν υπάρχει εν τω κόσμω πράγμα τέλειον ως αυτά’».
Τα γλυπτά αυτά, μετά από πολλές περιπέτειες και αβαρίες – με πρώτη το ναυάγιο, ανοιχτά των Κυθήρων του πλοίου Μέντωρ, που μετέφερε την πρώτη φουρνιά των αρχαιοτήτων στο Λονδίνο το 1803 – μετά από θυελλώδεις συζητήσεις στη Βουλή των Κοινοτήτων και αντεγκλήσεις της κοινής γνώμης, θα αγοραστούν το 1816 από το Βρετανικό Μουσείο έναντι 35.000 λιρών. Ο Έλγιν θα αδράξει την ευκαιρία να εξοφλήσει μέρος των υπέρογκων χρεών του, ενώ το βρετανικό έθνος θα αναγορεύσει τα αποκομμένα λείψανα σε σύμβολο αυτοκρατορικής ισχύος.
Όμως, όπως τεκμαίρεται από το ντοκιμαντέρ που παρουσιάζεται σήμερα, αρχικός προορισμός των αριστουργημάτων αυτών δεν ήταν το Βρετανικό Μουσείο. Το ανελέητο κυνήγι των αρχαιοτήτων, στο οποίο επιδίδονταν και άλλοι ευρωπαίοι τυχοδιώκτες, αποσκοπούσε στην ιδιοποίησή τους από ευγενείς και ισχυρούς του χρήματος, ως διαπιστευτήριο εισόδου σε μια φιλελληνική αριστοκρατία του πνεύματος. Και μία εξ αυτών των πλουσίων κληρονόμων που απέβλεπε στη διακόσμηση της έπαυλής της με μνημεία της ελληνικής πολιτισμικής κληρονομιάς ήταν η Μαίρη Νίσμπετ, η πρώτη σύζυγος του λόρδου Έλγιν.
Η Νίσμπετ αντιλαμβανόταν τα γλυπτά ως τρόπαια – και δεν ήταν η μόνη. Στο έργο του «Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ» ο Σατωμπριάν περιγράφει τη σαγήνη που του άσκησε το σπίτι-μουσείο του Γάλλου πρόξενου στην Αθήνα, Λουί Φρανσουά Φωβέλ: «Η κατοικία του έμοιαζε περισσότερο με κατοικία καλλιτέχνη ή αρχαιολόγου, παρά πρόξενου. Μάρμαρα πάνω σ’ ένα τραπέζι, αρχαία νομίσματα σ’ ένα άλλο, μικρές προτομές και αγγεία από πηλό», γράφει.
Στον «Υπερίωνα» (30ή Επιστολή προς τον Μπελαρμέν) ο Χαίλντερλιν βάζει τον ομώνυμο ήρωά του, καθώς περιηγείται στο Θησείο με τη Διοτίμα του και στοχάζεται τη μοίρα των αρχαίων ερειπίων, να συναπαντά «δυο Βρετανούς λογίους, που μάζευαν τη συγκομιδή τους ανάμεσα στις αρχαιότητες της Αθήνας».
Όσο για τον λόρδο Μπάιρον, η απέχθεια και η οργή του για την ιερόσυλη πράξη του Έλγιν – ο οποίος, αυθάδης και ματαιόδοξος, χάραξε μετά τη λεηλασία το όνομά του καθώς και το όνομα της γυναίκας του σ’ ένα σημείο της δυτικής πλευράς του Παρθενώνα – τον ώθησαν να γράψει το πολύστροφο ποίημα “Η κατάρα της Αθηνάς” (1812) όπου διαβάζουμε τους στίχους: «Και ο Ηρόστρατος και ο Έλγιν τώρα πλέον συμβιώνουν / σε φλεγόμενες σελίδες και σε στίχους που ματώνουν / σε αιώνια καταδίκη και οι δυο καταραμένοι / μα ο δεύτερος πιο μαύρος απ’ τον πρώτο θ’ απομένει».
Και, αργότερα, στο δεύτερο άσμα του Τσάιλντ Χάρολντ θα πενθήσει τον ληστρικό εκπεσμό της Βρετανίας: «Η ρήγισσα των ωκεανών, η ελεύθερη Αλβιόνα / τη φτωχή λεία δέχεται μιας γης που αιμορραγεί / η χώρα που επέδειξε τόση γενναιοδωρία / τώρα με χέρι Άρπυιας δηώνει τα μνημεία / που οι τύραννοι κι ο χρόνος είχαν σεβαστεί».
Η απληστία και η αφελής αλαζονεία της Μαίρη Νίσμπετ – η οποία έδρασε καταλυτικά στην καταστροφή ενός θησαυρού την πολιτισμική αξία του οποίου δεν κατανοούσε αλλά στο δάνειο κύρος του οποίου απέβλεπε – αντικατοπτρίζει την πεποίθηση των ισχυρών της εποχής της ότι έχουν δικαίωμα να οικειοποιούνται τα μνημεία των αδυνάμων και να υπεξαιρούν κατά βούληση ό,τι τους συγκινεί αισθητικά.
Και βεβαίως, μια τέτοια αντίληψη βρίσκεται στους αντίποδες της αντίδρασης του Λόρδου Μπάιρον απέναντι στη βίαιη αποκοπή των μνημείων από τον τόπο τους για να κοσμήσουν ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές. Ο ποιητής είχε βαθύτατη επίγνωση ότι τα ερείπια του παρελθόντος και η νεοελληνική συνθήκη που τα φιλοξενεί συνιστούν ένα αρραγές αισθητικό σύνολο, ότι είναι «μέρος της «ποίησης» του ελληνικού τοπίου, που δεν θα μπορούσε ποτέ να ανακτηθεί σε ένα μητροπολιτικό μουσείο.
Με τον τρόπο του, αναγνώριζε ότι ο Παρθενώνας δεν είναι ένα σύνολο από κομμάτια που μπορούν να αφαιρεθούν και να διασκορπιστούν, αλλά ένα ενιαίο έργο τέχνης, ένα σώμα που πρέπει να αποκατασταθεί. Αυτή ακριβώς είναι και η βάση του διαρκούς αιτήματος της ελληνικής πολιτείας, που ωστόσο είναι και οικουμενικό συνάμα, για επανένωση των γλυπτών του Παρθενώνα, για την επιστροφή των κλεμμένων αρχαιοτήτων που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο. Είναι ένας διαχρονικός εθνικός αγώνας, στον οποίο συμβάλλει και το ντοκιμαντέρ που θα παρακολουθήσουμε σήμερα, για το οποίο θέλω να συγχαρώ την κυρία Μιμή Ντενίση για την ιδέα και το σενάριο, την κυρία Κατερίνα Ευαγγελάκου για τη σκηνοθεσία και όλους τους συντελεστές για την καλή προσπάθεια.
Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε ότι ο Καζαντζάκης τη δεκαετία του ’40 επισκέφτηκε την Αγγλία. Στο περίφημο βιβλίο του «Ταξιδεύοντας: Αγγλία» περιγράφει τον θαυμασμό του για τα κολλέγια της Μ. Βρετανίας. Εκεί αναφέρει τη φράση του Ουέλλινγκτον: «στα τερέν του Ίτον κερδήθηκε η μάχη του Βατερλό», δηλαδή ότι η μάχη κερδήθηκε χάρη στην καλλιέργεια μιας ηθικής νοοτροπίας μεγαλείου. Και γράφει επίσης για το fair play το οποίο αποκαλεί «ύπατο χρέος των Άγγλων». Αυτό το ύπατο χρέος είναι εκείνο το οποίο κάποια στιγμή θα συντελέσει ώστε υπό την πίεση παρόμοιων πρωτοβουλιών, υπό την πίεση την οικουμενική, υπό την πίεση της ανάγκης να επανενωθεί ένα θαυμάσιο τεχνούργημα, να επιστραφούν τα Γλυπτά του Παρθενώνα και να επανενωθεί το μνημείο. Η Μεγάλη Βρετανία θα μπορέσει έτσι να αποδείξει ότι δεν είναι μόνο Βρετανία, αλλά είναι και σήμερα ακόμη Μεγάλη.
Σας ευχαριστώ.
Αμέσως μετά την προβολή του ντοκιμαντέρ «Η Γυναίκα Πίσω από τον Έλγιν», ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προέβη σε δήλωση στα μέσα ενημέρωσης στην οποία μεταξύ άλλων εξήρε την προσφορά του Διευθυντή του Μουσείου της Ακρόπολης καθηγητή κ. Νίκου Σταμπολίδη στη δημιουργία του ντοκιμαντέρ μέσα από τη θέση του ως συμβούλου της παραγωγής σε θέματα ιστορίας. Ο κ. Τασούλας επισήμανε ότι η τηλεοπτική ταινία απέδειξε πόσο ακαταμάχητα είναι τα επιχειρήματα για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα. Συνέχισε υπογραμμίζοντας ότι το ντοκιμαντέρ ξεδίπλωσε με τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση όλη την ιστορία της λεηλασίας και της ληστείας που έλαβε χώρα χωρίς να έχει δοθεί οποιαδήποτε άδεια ή εξουσιοδότηση από την Υψηλή Πύλη.
Ο κ. Τασούλας δήλωσε ακόμα τα εξής:
«Όποιος παρακολουθήσει αυτή την ταινία, είτε στην Ελλάδα, είτε κυρίως στην Αγγλία θα πεισθεί ότι μετά από τόσα χρόνια η θέση των Γλυπτών δεν βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο. Βρίσκεται στο Μουσείο της Ακρόπολης, όπου ο μισός κορμός των Γλυπτών περιμένει τον άλλο μισό. Νομίζω ότι αυτό το ντοκιμαντέρ θα παίξει έναν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση ενός ρεύματος, το οποίο θα πείσει ή αν επιτρέπεται η έκφραση θα αναγκάσει ίσως τους υπεύθυνους του Βρετανικού Μουσείου να ξανασκεφτούν το θέμα και να το προσεγγίσουν μέσα από την οπτική του μεγαλείου. Η πράξη επανένωσης των Γλυπτών θα είναι μια πράξη μεγαλείου και όχι μια ήττα για την βρετανική πλευρά. Θα είναι μια πράξη μεγαλείου, θα είναι μια νίκη, στην ουσία, της Βρετανίας η οποία θα μπορέσει έτσι να αποδείξει ότι το επίθετο «Μεγάλη» καλώς συνοδεύει την ονομασία της.»



