Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Αν. Τασούλας παρέστη στην επίσημη εκδήλωση για την ίδρυση και λειτουργία του Παραρτήματος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών στην Κύπρο, που έλαβε χώρα στη Μεγάλη Αίθουσα του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Ακολουθεί ο χαιρετισμός του κυρίου Τασούλα:
«Κυρίες και κύριοι,
Το 1805, ένα νεαρό παιδί από την Κύπρο εγκαταλείπει την τουρκοκρατούμενη πατρίδα του και ταξιδεύει στην Κέρκυρα. Παρουσιάζεται ενώπιον του επιθεωρητή των σχολείων και τού ζητά να τον βοηθήσει να αποκτήσει ελληνική παιδεία.
Ο επιθεωρητής, αφού γνώρισε τον μαθητή, ζήτησε με έγγραφό του 63 τάλληρα από τον Ανώτατο Διοικητή Επτανήσου για τη συντήρηση του νέου, γράφοντας μάλιστα ότι θα μπορούσε μία ημέρα να επιστρέψει στην Κύπρο ως διδάσκαλος της Ελληνικής! Στη συνέχεια, ο επιθεωρητής τον εμπιστεύτηκε στον Διευθυντή του Δημοσίου Σχολείου της Κέρκυρας – αφού δηλαδή ευρέθησαν τα 63 τάλληρα – το οποίο ήταν πρόδρομος της Ιονίου Ακαδημίας.
Ο επιθεωρητής δεν ήταν άλλος από τον Ιωάννη Καποδίστρια. Η πρώτη αναφορά της ιστορίας αυτής έγινε το 1987, σε εκδήλωση για τα 150 χρόνια του Πανεπιστημίου Αθηνών από τον τότε πρύτανη και νυν Ακαδημαϊκό, Μιχάλη Σταθόπουλο.
Η συγκινητική αυτή ιστορία αποτυπώνει τον διαχρονικό δεσμό Ελλάδας και Κύπρου. Μάς ενώνει κοινός αγώνας για ελευθερία και η ελευθερία, κυρίες και κύριοι, για να είναι ουσιαστική, προϋποθέτει παιδεία.
Ο ακατάβλητος αγώνας για διάσωση και διάδοση της ελληνικότητας, υπήρξαν οι βαθύτερες πνευματικές δυνάμεις που σφυρηλάτησαν τις σχέσεις Ελλάδας και Κύπρου πολύ πριν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Πολλοί Κύπριοι είχαν μυηθεί, άλλωστε, στη Φιλική Εταιρεία, επιβεβαιώνοντας ότι η Κύπρος συμμετείχε ενεργά στο εθνικό προσκλητήριο της ελευθερίας. Η Κύπρος διατήρησε τον ελληνισμό της μέσα από βάναυσες δοκιμασίες και καταπατήσεις, χωρίς ποτέ να αποκοπεί από την Ελλάδα.
Από την ίδρυσή του, το Πανεπιστήμιο Αθηνών έφερε μια «ιδεολογία»: την εθνική ολοκλήρωση και τη σύνδεση της επιστήμης με τα ιδανικά του έθνους. Ο πρώτος Πρύτανης, Κωνσταντίνος Σχινάς, το χαρακτήρισε «αμφικτυονικό δεσμό των απανταχού φιλεπιστημόνων Ελλήνων», έναν πνευματικό σύνδεσμο, δηλαδή, που υπερέβαινε τα στενά σύνορα του κράτους.
Η Κύπρος συνδέθηκε στενά με το Πανεπιστήμιο Αθηνών ιδίως μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, όταν ολοένα και περισσότεροι Κύπριοι φοιτητές φοίτησαν στα αμφιθέατρά του. Χιλιάδες επέστρεψαν αργότερα στη Μεγαλόνησο, μεταφέροντας τις αξίες της κλασικής ελληνικής παιδείας, συμβάλλοντας καθοριστικά στην πνευματική και οικονομική της ανάπτυξη.
Άλλοι, είτε κυπριακής καταγωγής είτε υπηρετήσαντες στην Κύπρο ως καθηγητές και γυμνασιάρχες διέπρεψαν, αργότερα, ως μέλη του διδακτικού προσωπικού του Πανεπιστημίου Αθηνών: ο Νικόλαος Σαρίπολος, ο Σίμος Μενάρδος, ο Μιχάλης Βολονάκης, ο Ιωάννης Συκουτρής και πολλοί άλλοι.
Κυρίες και κύριοι,
Η Ελλάδα και η Κύπρος είναι η ενιαία πατρίδα, ο τόπος όπου χτυπάει η καρδιά του ελληνισμού. Γι’ αυτό και αξίζουν θερμά συγχαρητήρια στον Πρύτανη καθηγητή κ. Σιάσο και στη διοίκηση του Ιδρύματος, που είχαν το θάρρος, τη διορατικότητα και την επιμονή και την αποτελεσματικότητα να προχωρήσουν σ’ αυτό το εγχείρημα. Ένα εγχείρημα που συμβολίζει, αλλά και υποστηρίζει την ενότητα του ελληνισμού.
Το Παράρτημα Κύπρου καλείται σήμερα να καταστεί σημείο αναφοράς για την πρόοδο, την καινοτομία και τη διεθνή ακαδημαϊκή συνεργασία στην καρδιά της Ανατολικής Μεσογείου.
Αν θέλουμε να διατηρήσουμε και να ενισχύσουμε τις σχέσεις του ελληνισμού με την Κύπρο, που χάνονται στα βάθη των αιώνων, μόνο ανοίγοντας νέους δρόμους για τις επόμενες γενιές θα το επιτύχουμε.
Σας ευχαριστώ».



