«Σεβασμιώτατε,
Κύριε Πρόεδρε,
Με συγκινήσατε. Και συγκινούμαι γιατί βρίσκομαι σήμερα σ’αυτά τα ηρωϊκά χώματα, στα χώματα των προγόνων μας. Και βεβαίως, σωστά αναφέρατε ότι είμαι Σουλιώτης. Ο παππούς μου, ο πατέρας της μάνας μου, ήταν από την Παραμυθιά. Και αισθάνομαι σαν Σουλιώτης.
Τα σημαντικότερα πράγματα στην ιστορία αυτού του τόπου έγιναν στα βουνά, σε απάτητες κορυφές και σε δύσβατα μονοπάτια. Οι Σουλιώτες, χρόνια πριν το εγερτήριο σάλπισμα του Ρήγα για εθνική παλιγγενεσία, πολέμησαν με το πάθος που τους ενέπνευσε η πίστη στα ιδανικά της ελευθερίας και της εθνικής αξιοπρέπειας.
Ο ακριβέστερος ίσως ορισμός της ελληνικής λεβεντιάς δόθηκε στο ευλογημένο Κούγκι, στο φάρο της ελευθεριάς, όπου ο καλόγερος Σαμουήλ, με λίγους πολεμιστές, αρνήθηκε να το παραδώσει στους Τούρκους και τινάχθηκε στον αέρα μαζί με τους εχθρούς του. Ήταν μια πράξη ηρωϊκή και γι’αυτό ποιητική. Ήταν μια πράξη που ξεπερνούσε τα ανθρώπινα μέτρα και γι’αυτό αξεπέραστη.
Είμαι βέβαιος ότι αυτή η λεβεντιά δεν ανήκει στο παρελθόν. Έρχεται από το μέλλον και μας δίνει τη δύναμη να αισιοδοξούμε για το αύριο αυτού του τόπου. Γιατί, σε πείσμα των καιρών, όλοι εσείς κάτω από αντίξοες, πολλές φορές, συνθήκες και καταστάσεις και παρά την ελλειμματική μέριμνα της πολιτείας για την ελληνική περιφέρεια, κρατάτε αυτόν τον όμορφο τόπο ζωντανό.
Μαζευτήκαμε εδώ για να τιμήσουμε μια μεγάλη επέτειο, αλλά και για να θυμίσουμε ότι σε μέρη σαν το Σούλι η αγάπη για την πατρίδα βρίσκει το καθαρότερο νόημά της. Σας ευχαριστώ.-



