Κύριε Δήμαρχε,
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την ευγενική σας πρόσκληση, που μου έδωσε την ευκαιρία να συνεορτάσω μαζί σας και φέτος τη σπουδαία αυτή επέτειο.
Σεβασμιώτατε, σας ευχαριστώ για την παρουσία σας από χθες, η οποία ελάμπρυνε όλες τις τελετές και τις πανηγύρεις της επετείου αυτής.
Σεβασμιώτατε Αρχιεπίσκοπε Καθολικών,
Κυρίες και Κύριοι, θέλω να ευχηθώ σε όλους γιαυτή τη μεγάλη ημέρα,
Κύριε Υπουργέ και εκλεκτέ Κερκυραίε και αγαπητέ φίλε, όπως και υμείς εκπρόσωπε της Νέας Δημοκρατίας και φίλε κύριε Μεϊμαράκη,
Αισθάνομαι ιδιαίτερα ευτυχής διότι βρίσκομαι αυτή τη σπουδαία ημέρα εδώ, στα Επτάνησα, στην Κέρκυρα. Πιστεύω ότι ο εορτασμός στην Κέρκυρα έχει έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, έναν χαρακτήρα τον οποίον τον συγκροτεί το περιβάλλον, φυσικό και αστικό και ανθρώπινο, ένα περιβάλλον θαυμάσιο, παρά τα μειονεκτήματα τα οποία ο χρόνος έχει επιφέρει και τα τραύματα, τα οποία έχει προκαλέσει, δεν παύει να είναι ένα θαυμάσιο περιβάλλον, το οποίο όλοι αντιλαμβάνονται από απόψεως αισθητικής και ιστορικής σημασίας.
Ο εορτασμός εδώ έχει και άλλους πολλούς λόγους να είναι λαμπρός. Θα μου επιτρέψετε να συγχαρώ και δημοσία τον ομιλητή, ο οποίος προ ολίγων ωρών στα ανάκτορα Αγίων Γεωργίου και Μιχαήλ εξεφώνησε μία θαυμάσια ομιλία για την προσφορά του Διονυσίου Σολωμού στην Ελλάδα, στην πατρίδα μας, όπως επίσης να εκφράσω τη χαρά μου, διότι έτυχε να παρακολουθήσω αυτή την ωραιότατη παρέλαση των παιδιών της Κερκύρας, των νέων που θα διαδεχθούν όλους εμάς και οι οποίοι θα τα καταφέρουν πολύ καλύτερα απότι εμείς μπορέσαμε.
Αλλά αυτή η σπουδαία ημέρα επιτρέπει και μερικούς συλλογισμούς ευρύτερους, τους οποίους επιτρέψτε μου, χωρίς να νομίσετε ότι επιχειρώ να θεολογήσω, Σεβασμιώτατε. Αν είναι αλήθεια, και είναι βεβαίως, ότι ο άνθρωπος επλάσθη κατεικόνα και καθομοίωση του Θεού, ο Θεός εν τη φιλευσπλαχνία του έδωσε στον άνθρωπο ένα θεϊκό σπινθήρα πνεύματος, σε άλλους περισσότερο, σε άλλους ολιγότερο, ο οποίος για να αναπτυχθεί χρειάζεται να περάσει από δύσκολες στιγμές της ιστορίας και να φθάσει να είναι η ανθρώπινη αρετή. Ούτε θα επιχειρήσω να πω την έννοια της αρετής, περί της οποίας τόσο πολύ ασχολήθηκε ο Σωκράτης, χωρίς να μπορέσει ούτε εκείνος να δώσει τον ακριβή ορισμό της. Θα πω – κατά τη γνώμη μου – ότι αρετή είναι, μεταξύ άλλων σπουδαίων ιδεών, η αγάπη προς την ελευθερία και ο πατριωτισμός. Είναι η βασική και πρωταρχική αρετή, η οποία επιτρέπει την ανάπτυξη όλων των υπολοίπων, και της ιδέας της δικαιοσύνης και της ιδέας της δημοκρατίας και οποιασδήποτε άλλης ιδέας, την οποία μπορούμε να κατατάξουμε εύκολα υπό τον όρο της αρετής.
Ο άνθρωπος, βεβαίως, από την πρώτη στιγμή της παρουσίας του στη γη δεν αισθάνθηκε την ανάγκη ούτε της ελευθερίας ούτε της πολιτείας. Διότι η ελευθερία του δεν απειλείτο και δεν ήταν ανάγκη να οργανωθεί σε μορφές πολιτειακές, όπως πολύ αργότερα το έκανε. Όταν όμως προχώρησε ο πολιτισμός, οι άνθρωποι κατάλαβαν ότι δεν αξίζει η ανθρώπινη ζωή χωρίς την έννοια της ελευθερίας, ελευθερίας πολιτικής και ελευθερίας του λόγου, όπως μας εξηγήσατε, κύριε καθηγητά. Και αυτή η ελευθερία για να μπορέσει να είναι προστατευμένη και σταθερή χρειάζεται μια οργανωμένη κοινωνία, χρειάζεται την πολιτεία. Και η αγάπη προς την πολιτεία λέγεται πατριωτισμός.
Αυτές, λοιπόν, οι αρετές είναι που εκίνησαν τους Έλληνες να ανακτήσουν την ελευθερία τους και να οργανώσουν το σύγχρονο Ελληνικό κράτος. Αυτή εκίνησε τους αγωνιστές του 1821, αυτή εκίνησε και τους πατριώτες Επτανησίους, οι οποίοι όχι το 1864 πολύ νωρίτερα, όπως μας είπατε, κύριε Δήμαρχε, αγωνίστηκαν κάτω από μία σειρά κατακτητών, όχι μόνο Ενετών, όχι μόνον Άγγλων και Γάλλων, ενδεχομένως κάποια στιγμ
ή και Ρώσων – επιχείρησαν και οι Τούρκοι αλλά απέτυχαν – επεχείρησε να διεκδικήσει την ελευθερία του με αγώνες σκληρούς.
Οι αγώνες αυτοί επέτρεψαν να διατηρήσει τον ενθουσιασμό του τον πατριωτικό, να διατηρήσει τη γλώσσα του, να διατηρήσει την πίστη του, να διατηρήσει τη συνείδησή του την ελληνική ότι αποτελεί ένα κομμάτι, εμείς λέμε σήμερα πολύτιμο, πολυτιμότατο, του Ελληνικού έθνους. Και να μπορέσει να αποκτήσει την ελευθερία του, αφού προηγουμένως απέκτησε την πρώτη μορφή, έστω υπό κυριαρχία ημιαυτονόμου κράτους, της Επτανησίου Πολιτείας, η οποία έδωσε μία σειρά σπουδαίων κειμένων, και θα μου επιτρέψετε, ως δικηγόρος, να ενθυμηθώ τον περίφημο Ιόνιο Κώδικα, ο οποίος ελειτούργησε επί σειράν ετών μέχρι της εισαγωγής του Αστικού Κώδικος, ο οποίος ενοποίησε το δίκαιο εν Ελλάδι.
Αυτά, λοιπόν, τα μεγάλα αισθήματα εκίνησαν τους Επτανησίους, αφού προηγουμένως εγέμισαν την ψυχή των σπουδαίων Επτανησίων ποιητών, κορυφαίος των οποίων ο Σολωμός, αλλά και όλοι οι άλλοι, οι οποίοι εξέφρασαν αυτή την αγάπη προς την ελευθερία, αυτή την ανάγκη του πατριωτισμού, ο οποίος συνδέεται με συγκεκριμένη πατρίδα και κατορθώνει σήμερα η Επτάνησος να αποτελεί ένα κόσμημα στον θησαυρό της Ελλάδος, από τον οποίο δύσκολα κανείς μπορεί να ανασύρει το πολυτιμότερο κομμάτι. Βλέπετε, στο θησαυρό του μυθικού βασιλιά – και λέω βασιλιά την ιστορία της Ελλάδος – υπάρχουν πάρα πολλά κοσμήματα και πολύτιμοι λίθοι. Ποιον να διαλέξει κανείς πρώτον και ποιον να εγκαταλείψει τελευταίον; Δεν θα το επιχειρήσω, απλώς θα πω ότι τα Ιόνια νησιά αποτελούν ένα λαμπρότατο κόσμημα του ελληνικού θησαυρού.
Όταν εδόθηκαν τα Ιόνια νησιά στην Ελλάδα, ήταν η πρώτη επέκταση του νεωτέρου Ελληνικού κράτους, η πρώτη απελευθέρωση σκλαβωμένων αδελφών. Για να επακολουθήσουν αργότερα οι υπόλοιποι ελευθερωτικοί αγώνες, οι οποίοι έχουν ως τελικό αποτέλεσμα τη σύγχρονη χώρα, τη σύγχρονη πατρίδα μας, τη σημερινή Ελλάδα.
Οφείλουμε, λοιπόν, μια πολύ σπουδαία ευγνωμοσύνη στους Επτανησίους, Κερκυραίους, Ζακυνθίους, Κεφαλλήνας, Λευκαδίους, Ιθακησίους και Παξινούς και οποιουσδήποτε άλλους αγωνίστηκαν τον αγώνα τον ένδοξο, τον αγώνα της ελευθερίας, τον αγώνα τον πατριωτικό. Είμαστε ευγνώμονες σαυτούς. Αλλά η ευγνωμοσύνη συνεπιφέρει και υποχρεώσεις. Δεν αρκεί να λέμε ότι είμαστε ευγνώμονες και ενδεχομένως υποκριτικά να το διακηρύσσομε. Εάν θέλουμε να αποδείξουμε πραγματικά την ευγνωμοσύνη μας προς αυτούς οι οποίοι θεμελίωσαν το σύγχρονο Ελληνικό κράτος, έχομε ευρύ πεδίο δράσεως μπροστά και ας περπατήσουμε αυτό το δρόμο που άνοιξαν εκείνοι και ας φθάσουμε στο απώτατο δυνατό πέρας. Δεν υπάρχει πέρας, δεν τελειώνει ποτέ η προσπάθεια, δεν τελειώνει ποτέ η πρόοδος και η προκοπή. Αλλά ας προσπαθήσουμε και εμείς με τη σειρά μας και ας επιδιώξουμε οι επίγονοί μας να προσπαθήσουν ακόμη περισσότερο, όπως διαρκώς θα γίνεται.
Θέλω και εγώ να πιω με τη σειρά μου στην υγειά σας, κύριε Δήμαρχε, και στην υγειά όλων των Κερκυραίων, όλων των Επτανησίων, και να υποκλιθώ άλλη μια φορά στα σπουδαία ονόματα, στις σπουδαίες προσωπικότητες, στους πρωταγωνιστές του απελευθερωτικού αγώνα των Επτανήσων.



