Κύριε Δήμαρχε,
Κύριε Υπουργέ,
Σεβασμιώτατε,
Κυρίες και Κύριοι,
Είναι πράγματι ημέρα συγκίνησης μεγάλη η σημερινή για όλους όσους ευρίσκονται εδώ μαζί μας, αλλά πιστεύω και για εκείνους που απολείπονται, για εκείνους που έζησαν την περίοδο της Κατοχής, την περίοδο των θυσιών, των δακρύων, του αίματος, των τάφων που απέμειναν. Και η συγκίνηση αυτή είναι πράγματι μεγάλη.
Αλλά είναι χαρακτηριστικό των Ελλήνων αυτή η συγκίνηση, η οποία συνδυάζεται με εθνική υπερηφάνεια, να γίνεται – περίεργο – ημέρα χαράς. Και θέλω να μην παρεξηγηθώ γιατί γίνεται ημέρα χαράς, διότι λέμε χρόνια πολλά ο ένας στον άλλο. Λέμε χρόνια πολλά σαν να ήταν γιορτή αυτή η επέτειος η τραγική, γιατί την έχουμε κάνει γιορτή στη μνήμη μας. Γιορτή της θυσίας, γιορτή του πατριωτισμού, η οποία συνδυάζεται με μια σειρά ονομάτων, πολύ σωστά είπατε, αγαπημένων.
Κύριε Δήμαρχε, κάθε φορά ακούω τα ονόματα των θυμάτων με πολύ μεγάλο σεβασμό. Πολλά από αυτά τα θυμάμαι ως πρόσωπα, άλλα δεν μπορώ να τα θυμηθώ, αλλά θυμάμαι τα Καλάβρυτα, τα προ της καταστροφής, τα Καλάβρυτα τα αγαπημένα που – επιτρέψτε μου να σας πω – που χάθηκαν για πάντα και αντικαταστάθηκαν από τα σημερινά Καλάβρυτα, που διαφέρουν από εκείνα. Διαφέρουν γιατί δεν υπάρχουν τα σπίτια όπως υπήρχαν, δεν υπάρχουν οι γειτονιές όπως υπήρχαν, δεν υπάρχουν οι άνθρωποι που κατοικούσαν σ αυτές τις γειτονιές.
Και ξαναζωντάνεψαν με άλλον τρόπο τα Καλάβρυτα, διατηρώντας τη μνήμη τους και προσθέτοντας στη μεγάλη τους ιστορία άλλη μια δάφνη, όπως μας υπενθύμισε ο πρωϊνός ομιλητής στο μνημόσυνο, με τον οποίο έχω ιδιαίτερους πνευματικούς συνδέσμους από την εποχή που σαν μικρό παιδί έμενα στο σπίτι του, την εποχή του πολέμου, στο σπίτι του πατέρα του, του αλησμόνητου, που είναι μεταξύ των θυμάτων, της μητέρας του και μας δόθηκε η ευκαιρία να συνδεθούμε τόσο στενά με την οικογένεια, όπως και με άλλες. Αλλά και από τη δική σας ομιλία, κύριε Δήμαρχε, και από όλη την τελετή, η οποία συνοδεύεται απ αυτόν τον μουντό καιρό, που συνεισφέρει στη μελαγχολία και στη συγκίνηση.
Αλλά αυτή η μελαγχολία και η συγκίνηση διασπάται και από έναν άλλον ευχάριστο λόγο, γιατί κάθε χρόνο έχουμε συνηθίσει να απονέμουμε τα Βραβεία Κουτσοχέρα – η παρουσία της κυρίας Κουτσοχέρα είναι πάντοτε πολύ σημαντική – σε μνήμη του μεγάλου ποιητού Γιάννη Κουτσοχέρα. Και βραβεύσαμε σήμερα παιδιά από σχολεία της Ελλάδος και της Κύπρου. Μεγάλος ο συμβολισμός να βραβεύσουμε σήμερα παιδιά από την Κύπρο, σήμερα που η Κύπρος εντάσσεται – είμαι βέβαιος – στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αποτελεί μέλος των άλλων ελευθέρων, δημοκρατικών κρατών της Ευρώπης και ελπίζουμε μέσα απ αυτή τη συμμετοχή να επέλθει η συνένωση του διχασμένου νησιού και η ομόνοια και η ειρήνη έπειτα από τόσα πολλά χρόνια.
Καταλαβαίνουν οι φίλοι μας της Γερμανίας, καταλαβαίνουν τη συγκίνησή μας και καταλαβαίνουν, είμαι βέβαιος, γιατί ζητάμε την ηθική αποκατάσταση των θυμάτων και των γεγονότων. Δεν το κάνουμε από κάποιο αίσθημα εκδίκησης, κάθε άλλο πλέον. Την εκδίκηση δεν την εκράτησε η καρδιά μας, φιλικότατα αισθήματα έχουμε προς όλους και προς τη σημερινή Γερμανία, η οποία ηγείται των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, με τη δική της συνεισφορά και τη δική της συμμετοχή στην κοινή προσπάθεια. Ζητάμε την ηθική αποκατάσταση, ζητάμε να γελάσει λίγο το χείλι των πονεμένων ανθρώπων, όχι από κάτι ευχάριστο αλλά από μια ικανοποίηση ηθική. Θέλουμε οι μνήμες των νεκρών μας, τα πνεύματα των νεκρών μας να αισθανθούν κάποια στιγμή δικαιωμένα.
Αυτό είναι το αίτημα. Αίτημα καθαρά ηθικό, το οποίο όμως δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με μία μόνο λέξη, με μία μόνο συζήτηση, με μία μόνο κουβέντα. Χρειάζεται κάτι παραπάνω. Και αυτό το παραπάνω, που δεν έχει δοθεί μέχρι τώρα, είναι ένα γενικό αίτημα, το οποίο και εγώ επαναλαμβάνω.
Ήταν – για να επανέλθω στα ευχάριστα – πολύ μεγάλη χαρά μας να δούμε τα παιδιά μας, την ελπίδα του τόπου μας, τα παιδιά μας της Κύπρου, τα παιδιά μας των νησιών, όπως ήταν τα παιδιά από την Τήνο, τα παιδιά των Πατρών, της Κορίνθου και των άλλων περιοχών που πήραν μέρος σ αυτόν τον ποιητικό διαγωνισμό, να έρχονται με την πνευματική τους παραγωγή και να βραβεύονται από εμάς τους γέρους, που φεύγουμε από τη ζωή, για να πάρουν εκείνα τη θέση μας.
Όπως ήταν πολύ μεγάλη χαρά να βραβεύσουμε και τους δασκάλους των. Χρειάζεται οι δάσκαλοι να βραβεύονται, χρειάζεται να είναι άξιοι να βραβεύονται. Γιατί είναι το σπουδαιότερο, το ευγενέστερο
και το μεγαλύτερο επάγγελμα που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος, όταν καλείται να διδάξει στη νέα γενιά όχι μόνο τα γράμματα, αλλά και τις αρχές της ηθικής και τον τρόπο τον σωστό του να ζει κανείς και όλα τα άλλα που περιμένει από ένα σχολείο να διδαχθούν στα παιδιά.
Και θέλω να κάνω μια έκκληση στους δασκάλους και τους καθηγητές μας, σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης. Να μην το αισθάνονται μόνο σαν μια υποχρέωση διότι είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Να το έχουν σαν αποστολή, όπως αξίζει, να το έχουν σαν όραμα μέσα στην καρδιά τους να γίνουν τα παιδιά μας καλύτερα απ ότι είναι μέχρι τώρα, να τα κάνουν καλούς Έλληνες, καλούς χριστιανούς, να τα κάνουν ανθρώπους που αξίζει να ζουν σ αυτόν τον τόπο. Για να μπορούν μεθαύριο να τον βοηθήσουν με όλη τους την προσπάθεια, ώστε και εκείνα να ζήσουν καλύτερα και ο τόπος να γίνει καλύτερος.
Και αυτή είναι η γενική ευχή όλων μας. Και αυτή είναι η ευχή, κύριε Δήμαρχε, που συνοδεύει αυτό το μνημόσυνο, το σπουδαίο και το μεγάλο, αυτή η θυσία να συνεισφέρει για το μέλλον του τόπου μας. Αυτή η θυσία των πόλεων των μαρτυρικών του 1941-44 να προσφέρει όχι μόνο στην ελληνική ιστορία δακρυσμένες και αιματοβαμένες σελίδες, αλλά και μια συνεισφορά στην ευτυχία του τόπου. Είναι αιωνία η μνήμη των και θα μείνει αιωνία και εμείς θα τους θυμόμαστε πάντοτε.



