Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Αν. Τασούλας, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην Κέρκυρα για τον εορτασμό της 162ης επετείου της Ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα, παρακάθησε σε γεύμα που παρέθεσε προς τιμήν του ο Δήμαρχος Κεντρικής Κέρκυρας και Διαποντίων Νήσων Στέφανος Πενηντάρχου Πουλημένος.
Ακολουθεί η αντιφώνηση του κ. Τασούλα:
«Κυρίες και κύριοι,
Τι ήταν αυτό, το οποίο έδρασε ώστε αυτούς τους έξι αιώνες, που η Κέρκυρα και τα Επτάνησα είχαν διαδοχικά κυρίαρχους, χωρίς τελικά να γίνονται υπόδουλα, τι ήταν αυτό που επέδρασε και καλλιεργήθηκε μέσα στον χρόνο, μέσα στους αιώνες και έφτασε στην κορυφαία στιγμή πριν 162 χρόνια, όπου όλοι αυτοί οι αγώνες, από το πρώτο σάλεμά τους, στα βάθη, στα έγκατα του χρόνου, μέχρι την ενεργοποίηση ακόμη μεγαλύτερων αντιδράσεων και προσπαθειών, τι ήταν αυτό που κράτησε τη φλόγα του ότι είμαστε Έλληνες και προφανώς δεν γίναμε Έλληνες με την Ένωση;
Υπάρχει, κυρίες και κύριοι, κάτι το οποίο συντήρησε τον Ελληνισμό μέσα από τις περιπέτειες που προηγήθηκαν και ακολούθησαν της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης, γιατί πολλά μέρη κατελήφθησαν νωρίτερα, υπάρχει ένα στοιχείο μαγικό, το οποίο έχει να κάνει με μία νοσταλγία εθνοτική, με μία νοσταλγία εθνική, με μία νοσταλγία πατριωτική.
Πριν καν ο Ιωάννης Κωλέττης εκφράσει στην Εθνοσυνέλευση του 1844 για πρώτη φορά τις λέξεις “Μεγάλη Ιδέα”, αποκατάσταση δηλαδή, πριν καν το πει ο Κωλέττης αυτό, ο Θεόδωρος Λάσκαρης, ο Αυτοκράτωρ της Νίκαιας, ο Αυτοκράτωρ ενός τμήματος του Βυζαντίου, στη στέψη του, δύο χρόνια μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολεως από τους Φράγκους το 1204, εξέφρασε το προανάκρουσμα της “Μεγάλης Ιδέας”.
Τι είπε ο Θεόδωρος Λάσκαρης: “Και των πατρίδων αύθις λαβώμεθα, ών λανθάνοντες απεσφαιρίσθημεν”. Και τις πατρίδες μας θα τις ξαναπάρουμε πίσω, τις οποίες χάσαμε κάνοντας λάθη.
Αυτό το πνεύμα, είτε το λες “Μεγάλη Ιδέα”, είτε το λες προσανατολισμό προς ένα εθνικό κράτος, είτε το λες προσανατολισμό προς την ένωση με το εθνικό κράτος της Ελλάδος, αυτή η “Μεγάλη Ιδέα” ήτανε το ζώπυρο, χάρη στο οποίο διατηρήθηκε η ελληνικότητα και η νοσταλγία της επιστροφής, της επανασύνδεσης του ελληνικού στοιχείου μέσα από τις περιπέτειες και τις υποδουλώσεις των αιώνων. Δεν άρκεσαν οι Βενετοί, δεν άρκεσαν οι Γάλλοι, δεν άρκεσαν οι Άγγλοι, δεν άρκεσαν οι Ρώσοι και οι Οθωμανοί για να σβήσουν αυτή τη φλόγα. Τίποτα δεν θα αρκούσε.
Και όταν κορυφώθηκε και ήρθε η κατάλληλη στιγμή, όταν αυτός ο αγώνας έφερε τους καρπούς του, υπεστάλησαν οι βρετανικές σημαίες από τα φρούρια των Επτανήσων και υψώθηκαν οι ελληνικές. Και το Εθνικό Κοινοβούλιο, που τότε λεγόταν Εθνοσυνέλευση, τον Ιούλιο του 1864, εν μέσω πανηγυρικού κλίματος εδέχθη τους πρώτους εκλεγμένους πληρεξουσίους της Επτανήσου ως μέλη του.
Αυτή την επέτειο τιμούμε και γιορτάζουμε σήμερα με όλες τις πρέπουσες τιμές, με μια καταπληκτική παρέλαση της μαθητικής και της στρατιωτικής νεολαίας. Αυτή την επέτειο θυμόμαστε κάθε χρόνο, αλλά, όχι μόνο μια φορά κάθε χρόνο.
Την θυμόμαστε γιατί η ίδια η επέτειος, μας εμπνέει και μας καλεί για έργα καλά. Για έργα τα οποία θα μας κάνουν αντάξιους αυτής της ένωσης, αυτής της επαφής, αυτής της ενσωμάτωσης. Τα έργα καλά, τα ξέρουν οι τοπικοί σας άρχοντες, τα ξέρει ο λαός σας. Είναι έργα τα οποία θα αναδείξουν την εικόνα, τη μορφή, τα προτερήματα της Κέρκυρας χωρίς να τα υπονομεύσουν, θα τα προστατεύσουν.
Και έτσι η Κέρκυρα με έργα υποδομής, με τουρισμό αξιόλογο, ο οποίος θα έρχεται και δεν θα χάσει ποτέ από τα μάτια του αυτό για το οποίο ήρθε, γιατί πρέπει εμείς πρώτοι να το προστατεύσουμε. Όλα αυτά λοιπόν θα αποτελέσουν τον λόγο για τον οποίο εμείς εμπνεόμαστε από αυτό το οποίο γιορτάζουμε σήμερα.
Υπήρξαν προσωπικότητες εδώ, ακούστηκαν τα ονόματά τους, ο Καποδίστριας, ο Σολωμός, ο Μάντζαρος, ο καθένας απ’ τη δική του έπαλξη έπαιξε τον σημαντικό του ρόλο και ενέπνευσαν με τη δράση τους, την ποίησή τους, τη μουσική τους όλο αυτό το πατριωτικό αίσθημα της ένωσης. Και εδώ, ισχύει απόλυτα για αυτές τις προσωπικότητες αυτό που έχει γράψει ο Κωστής Παλαμάς “Κι αν πλήθος τ’ άσχημα, κι αν είναι τ’ άδεια αφέντες, φτάνει μια σκέψη, μια ψυχή, φτάνεις εσύ, εγώ φτάνω, να δώσει νόημα στων πολλών την ύπαρξη. Ένας φτάνει”.
Εσείς εδώ στα Επτάνησα, κύριε Δήμαρχε, δεν είχατε μόνο έναν που μπορούσε να δώσει νόημα στων πολλών την ύπαρξη. Είχατε πολλούς που έδωσαν νόημα στων πολλών την ύπαρξη και όχι μόνον αυτούς που ανέφερα.
Είχατε τον Μητροπολίτη σας τον Αθανάσιο, είχατε τους ριζοσπάστες βουλευτές, είχατε τους αγωνιστές από τα υπόλοιπα νησιά, την Κεφαλονιά, τη Λευκάδα, τα υπόλοιπα νησιά της Επτανήσου, που έδιναν νόημα στων πολλών την ύπαρξη και στο όνειρο των πολλών.
Και φτάσαμε σήμερα που καμαρώσαμε υπό τη σκιά του Ιωάννη Καποδίστρια, ένα πολεμικό αεροπλάνο, της Πολεμικής μας Αεροπορίας, να μας εντυπωσιάζει, να μας κάνει υπερήφανους, να μας κάνει να νιώθουμε ασφαλείς, να μας κάνει να νιώθουμε ότι η άμυνα της χώρας μας είναι σε πολύ καλά χέρια.
Όταν οι πρόγονοί σας πριν 162 χρόνια ενώθηκαν με την Ελλάδα, ενώθηκαν με μια Ελλάδα, η οποία είχε τη Μεγάλη Ιδέα της εδαφικής επεκτάσεώς της. Και αυτή η Μεγάλη Ιδέα είχε αδιαμφισβήτητες βάσεις και τίτλους εθνοτικούς και ιστορικούς, είχε νόημα. Δεν ήταν μια επεκτατική, ιμπεριαλιστική τάση. Ήταν η δικαίωση εθνοτικών και ιστορικών τίτλων.
Και όταν αυτό ολοκληρώθηκε, με τελευταία την προσάρτηση των Δωδεκανήσων το 1947, στρέφουμε το βλέμμα μας και το ενδιαφέρον μας σε μια άλλη μεγάλη ιδέα. Στην ιδέα της προκοπής, της ανασυγκρότησης και της ασφάλειας της χώρας.
Και σήμερα εδώ, στην Κέρκυρα, χάρη στο άγημα το στρατιωτικό που παρέλασε, το άψογο, χάρη στην επίδειξη του πολεμικού αεροσκάφους, χάρη στην αίσθηση που εκπέμπουν όλα αυτά τα μηνύματα, νιώσαμε ότι δικαιώνονται οι αγώνες των προγόνων σας.
Ήλθαν και ενώθηκαν με μια πατρίδα που 162 χρόνια μετά, διεκδικεί ολοένα και περισσότερο την προκοπή της και κατοχυρώνει ολοένα και περισσότερο την ασφάλειά της.
Κύριε Δήμαρχε, με αυτές τις σκέψεις εγείρω πρόποση και εύχομαι χρόνια πολλά για την ημέρα, υγεία και προκοπή στην Κέρκυρα και στα Επτάνησα.
Να είστε καλά».



