Ομιλία της Προέδρου της Δημοκρατίας Κατερίνας Σακελλαροπούλου στην τελετή αποχαιρετισμού του Μίκη Θεοδωράκη

Σήμερα αποχαιρετάμε τον Μίκη Θεοδωράκη, όλοι μαζί, όλες οι ηλικίες κι όλες οι γενιές. Και αυτές που μοιράστηκαν μαζί του βιωμένες εμπειρίες, και αυτές που εισέπραξαν τα τραγούδια του σαν ένα κάλεσμα για την υπέρβαση του ατομικού και τη συνάντηση με τους άλλους· σαν ένα κώδικα που υπερέβαινε τις συγκυρίες, σηματοδοτώντας την αντίσταση, την ελπίδα, τη συντροφικότητα, τη συλλογική διεκδίκηση· σαν ένα μήνυμα ελευθερίας. Και μαζί με τους μεγαλύτερους, τον αποχαιρετούν και οι νεότερες γενιές, τα παιδιά και οι έφηβοι. Γιατί και οι νέοι μας συγκινούνται όταν τραγουδούν το «Ένα το χελιδόνι» στα σχολειά τους, παρασυρμένοι από τον εγερτήριο άνεμο που διαπερνά τους στίχους και τη μουσική. Εκείνο τον σχεδόν μεταφυσικό άνεμο-ζωοδότη μιας εποχής οδύνης αλλά και ανάτασης, αγώνων και μεγάλων οραμάτων.
Τον αποχαιρετούν οι άνθρωποι, αλλά και οι τόποι. Οι τόποι που τους έζησε σαν δωρεά, τόποι μυρωμένοι των παιδικών του χρόνων, η Χίος, η Μυτιλήνη, τα Γιάννενα, το Αργοστόλι, ο Πύργος, η Πάτρα, η Τρίπολη, όπου και έδωσε την πρώτη του συναυλία σε ηλικία 17 ετών με το έργο του «Κασσιανή»· οι τόποι της νιότης του – η Αθήνα, τα Χανιά, η Αλεξανδρούπολη – και της διεθνούς του αναγνώρισης: από το Παρίσι ως τη Μόσχα, από το Τελ Αβίβ ως τη Στοκχόλμη, από το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη ως την Αβάνα. Αλλά και οι τόποι της εξορίας, η Ικαρία, η Μακρόνησος, η Ζάτουνα της Αρκαδίας, ο Ωρωπός, τους οποίους ο συνθέτης μετέτρεψε σε εστίες δημιουργικής έμπνευσης, καταφέρνοντας έτσι να ακυρώσει έμπρακτα τη φίμωσή του.

Ο Μίκης Θεοδωράκης επέδρασε καταλυτικά στο αισθητικό, το ηθικό, το πολιτικό μας φρόνημα. Δημιούργησε ένα ιδιαίτερο μουσικό σύμπαν, μέσα από τον πλούσιο συγκερασμό δημοτικής παράδοσης και βυζαντινού μέλους, λαϊκού τραγουδιού και σύγχρονων αρμονικών κατακτήσεων, θέλοντας να εκφράσει, καθώς έγραφε το 1972, «την απέραντη ευαισθησία και το ένθεο πάθος του λαού μας». Έβαλε τους στίχους των ποιητών μας στο στόμα του καθένα από μας και τους έκανε κοινό μας κτήμα, σε τέτοιο, μάλιστα, βαθμό, «ώστε ακούγοντας ένα τραγούδι, να μη μπορείς να φανταστείς τη μουσική με άλλο κείμενο, ούτε όμως και το ποίημα με διαφορετική μουσική», όπως σημείωνε ο ίδιος. Έδωσε ρωμαλέα αγωνιστικότητα στο ελληνικό τραγούδι, δραματική διάσταση στις επικές του συνθέσεις, λυρική ομορφιά και υπόρρητη μελαγχολία στις μπαλάντες του.

Έλληνας και οικουμενικός, πατριώτης και διεθνής, ο Μίκης Θεοδωράκης υπήρξε σύμβολο και παράδειγμα μαζί. Σύμβολο της υπεύθυνης ατομικής στάσης απέναντι στα σκληρά αιτήματα της Ιστορίας, συνέδεσε το όνομά του, ήδη από τα πρώτα του νιάτα, με το ΕΑΜ και την αντίσταση την περίοδο της ναζιστικής Κατοχής. Με την πολιτική και πολιτιστική έκρηξη της δεκαετίας του εξήντα, με τους Λαμπράκηδες και το κίνημα της ειρήνης, με την αντιδικτατορική δράση εναντίον της χούντας των συνταγματαρχών. Στη μεταπολίτευση, υπερασπίστηκε σθεναρά τη «λύση Καραμανλή», την ενότητα της αριστεράς, την υπόθεση της Κύπρου, την εθνική συμφιλίωση. Παράδειγμα θάρρους στην έκφραση γνώμης και τόλμης στη διατράνωση των πιστεύω του, αψήφησε διώξεις, συλλήψεις, εκτοπισμούς, διαψεύσεις, πικρίες – το βαρύ προσωπικό κόστος της συνέπειάς του ως πνευματικού πρωτοπόρου στο ηθικό χρέος απέναντι στην πατρίδα και τους ανθρώπους της, όπως το αντιλαμβανόταν και το όριζε ο ίδιος. Διακινδύνευσε για χάρη των κοινών, προσφέρθηκε στον διάλογο και στην κριτική, αντιστάθηκε στις δεσμεύσεις του μύθου του. Υπόδειγμα της διάχυσης του εαυτού μέσα στα πολλά πρόσωπα της κοινωνίας, κινήθηκε με την ίδια άνεση και ζωντάνια στους πιο διαφορετικούς κοινωνικούς χώρους, είτε ανάμεσα στους συγχωριανούς του και τους φίλους του από τα παλιά, είτε ανάμεσα σε πολιτικούς ηγέτες παγκόσμιου βεληνεκούς. Τόσο η δημιουργία όσο και η πολιτική του στάση καθορίστηκαν πάντοτε από την πεποίθηση ότι ποιητική ύλη και ποιοτική αλήθεια μπορεί να βρει ο καλλιτέχνης στους κόλπους του λαού· και ότι χωρίς την πίστη στον λαό του κανείς δημιουργός δεν μπορεί να ανοίξει τα φτερά του στον κόσμο.

Άνθρωπος της πράξης και ταυτόχρονα ρομαντικά υπερβατικός, κατάφερε, ως το τέλος της ζωής του, να ηλεκτρίζει με την παρουσία του το συναίσθημα όλων μας. Μολονότι πολιτικά υπήρξε μοναχικός –«μόνος, ανένταχτος, ανεξάρτητος, αυτοστρατευμένος», αυτοχαρακτηριζόταν– δεν πρόδωσε ποτέ τις τρεις δεσπόζουσες της ζωής του: την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας, την απαίτηση για κοινωνική δικαιοσύνη, την αφοσίωση στα υψηλά προτάγματα της τέχνης του. Έγινε έτσι ένας παιδαγωγός του έθνους, που με την πολιτισμική και κοινωνική του παρέμβαση άλλαξε την Ελλάδα και τον καθένα μας με τρόπο πιο έμμεσο αλλά και πιο βαθύ απ’ όσο μπορούμε να διαγνώσουμε σήμερα.

Μαχητικός, χειμαρρώδης, ακατάβλητος, διέρρηξε τα όρια της εθνικής μας μοναξιάς, της ηττοπάθειας, της αποθάρρυνσης, και συνταιριάζοντας το εθνικό με το πανανθρώπινο, έδειξε έναν δρόμο για τη σφυρηλάτηση της νεοελληνικής μας ταυτότητας. Μας έδωσε τον ανεκτίμητο μίτο της μουσικής του για να τον ξετυλίξουμε, να βγούμε στο ξέφωτο της δημοκρατίας και να μετατρέψουμε το σάλπισμά του σε πράξη και Πολιτεία, λογοδοτώντας στην ιστορία μας. Δηλώνοντας παρών σε κάθε καμπή της εθνικής μας περιπέτειας, πάντα μεταβολίζοντας την ιστορική στιγμή μέσα από τα χαρακτηριστικά της ξεχωριστής, έντονης προσωπικότητάς του, σφράγισε ανεξίτηλα την ελληνική ζωή. Κι αν έγινε, και θα παραμείνει εσαεί, κραταιό πολιτισμικό σύμβολο είναι γιατί στο πρόσωπο και στη δημιουργία του συναιρέθηκαν μερικά από τα πιο ενθουσιώδη, οιστρήλατα, οραματικά στοιχεία της νεοελληνικής ιδιοπροσωπίας.

Με σεβασμό και συγκίνηση, εκ μέρους όλων των Ελλήνων, αποχαιρετώ τον Μίκη Θεοδωράκη. Θα είναι πάντα εδώ, ένα άνθος φυτρωμένο στην ώριμη μνήμη όλων μας.




Χαιρετισμός στο συνέδριο με τίτλο «Η Ελληνική Δικαιοσύνη από την Επανάσταση του 1821 έως σήμερα. Σημαντικοί σταθμοί και προοπτικές»

Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου κήρυξε την έναρξη των εργασιών του διήμερου επιστημονικού συνεδρίου με τίτλο «Η Ελληνική Δικαιοσύνη από την Επανάσταση του 1821 έως σήμερα. Σημαντικοί σταθμοί και προοπτικές», στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

Οργανωτές του συνεδρίου είναι το Συμβούλιο της Επικρατείας, ο Άρειος Πάγος, η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, το Ελεγκτικό Συνέδριο, η Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, σε συνεργασία με την Επιτροπή «Ελλάδα 2021».

Ακολουθεί ο χαιρετισμός που απηύθυνε η κυρία Σακελλαροπούλου:

Στο κτίριο του Αρείου Πάγου είναι αναρτημένο ένα αντίγραφο της ιστορικής απόφασης της καταδίκης σε θάνατο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και του Δημητρίου Πλαπούτα για εσχάτη προδοσία. Από την απόφαση λείπουν δύο υπογραφές, του προέδρου του δικαστηρίου Αναστάσιου Πολυζωίδη και του μέλους της σύνθεσης Γεώργιου Τερτσέτη. Δύο δικαστές που, παρά το ότι απειλήθηκαν, αρνήθηκαν σθεναρά να υπογράψουν την καταδικαστική απόφαση. «Τα λευκά αυτά μέρη του χαρτιού», γράφει ο Δημήτρης Φωτιάδης, «είναι ίσαμε και σήμερα η μεγαλύτερη δόξα της δικαιοσύνης της πατρίδας μας».

Στην απόφαση αυτή βρίσκεται συμπυκνωμένη η σκοτεινή πλευρά της ιστορίας της Δικαιοσύνης, τουλάχιστον μέχρι το 1974: δίκη σκοπιμότητας, πιέσεις της εκτελεστικής εξουσίας για τη λήψη συγκεκριμένης απόφασης, δικαστές που δεν τολμούν. Πάντα όμως και δικαστές που δεν διστάζουν να κάνουν το καθήκον τους, χωρίς να υποκύπτουν στις πιέσεις.

Η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας σε σχέση με τις άλλες δύο εξουσίες ρητά καταγράφεται στα επαναστατικά συντάγματα της Επιδαύρου, του Άστρους και της Τροιζήνας.

Στα επόμενα Συντάγματα έγιναν σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση της οργάνωσης ενός ικανοποιητικού συστήματος εγγυήσεων. Η ιστορική όμως εξέλιξη του θεσμού της Δικαιοσύνης κάθε άλλο παρά ομαλή και ανέφελη ήταν, αφού αυτή δεν θα μπορούσε να μείνει ανέπαφη από την ταραγμένη πολιτική ζωή του τόπου. Το μαρτυρούν οι συντακτικές πράξεις για την κατ’ ευφημισμό «εξυγίανση» της Δικαιοσύνης, με τις οποίες για σύντομο διάστημα αίρονταν η ισοβιότητα των δικαστών ώστε να «αποκαθαρθεί» το σώμα από εκείνους που είχαν, ή θεωρούνταν ότι είχαν, διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις από τους κυβερνώντες. Ο εθνικός διχασμός μόλυνε για μεγάλο διάστημα τον εν γένει δημόσιο βίο.

Και οι δικαστές, όμως, δεν στάθηκαν πάντοτε στο ύψος του λειτουργήματός τους. Έτσι, δίπλα στους πολλούς που σε αντίξοες συνθήκες προσπαθούν φιλότιμα να κάνουν τη δουλειά τους, δίπλα στους δικαστές που επιμένουν να διαλευκάνουν την υπόθεση της δολοφονίας Λαμπράκη, δίπλα σε εκείνους που μοχθούν στην πολιτική και ποινική δικαιοσύνη να συστήσουν, παρά τις αντιδράσεις, την πρώτη δικαστική ένωση, δίπλα στον Μιχαήλ Στασινόπουλο και τα άλλα μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας που ακυρώνουν τις απολύσεις δικαστών της πολιτικής δικαιοσύνης από την δικτατορία των συνταγματαρχών, υπάρχουν και εκείνοι που απροκάλυπτα κρίνουν τον κατηγορούμενο με βάση τις πολιτικές του απόψεις, που στελεχώνουν τα έκτακτα στρατοδικεία και τις διοικητικές επιτροπές ελέγχου νομιμοφροσύνης, που γίνονται πρωθυπουργοί και υπουργοί της επταετίας, που αναλαμβάνουν την προεδρία επιτροπών για τη σύνταξη νέου «Συντάγματος» της δικτατορίας.

Με την επάνοδο της δημοκρατίας, η πολιτική ζωή εξομαλύνεται και η Δικαιοσύνη οργανώνεται σε νέες βάσεις. Το ισχύον Σύνταγμα θεσπίζει ένα πλέγμα διατάξεων που κατοχυρώνουν αποτελεσματικά τόσο την προσωπική όσο και τη λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών, σε βαθμό που οι σχετικές διατάξεις να είναι οι προστατευτικότερες και οι πλέον μακροσκελείς σε σύγκριση με τις αντίστοιχες των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η γνώση της ιστορίας είναι σημαντική για την αυτογνωσία της κοινωνίας και των θεσμών. Παράλληλα όμως το βλέμμα πρέπει να είναι στραμμένο προς το μέλλον, στις προοπτικές της Δικαιοσύνης, στη θέση της στην Ελλάδα του 21ου αιώνα.

Οι προκλήσεις που καλούνται σήμερα να αντιμετωπίσουν οι δικαστές έχουν αλλάξει σε συγκλονιστικό βαθμό: η ευρεία χρήση της ψηφιακής Δικαιοσύνης, η διαρκής επαφή με τη διεθνή νομολογία και θεωρία, η θέσπιση σύγχρονου κώδικα δεοντολογίας, η θεσμικά οργανωμένη συνεργασία με τον Τύπο, είναι μερικά μόνον από τα προαπαιτούμενα, ώστε η Δικαιοσύνη να λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο, να διασφαλίζεται η υπεροχή του Συντάγματος και των νόμων και να εμπεδώνεται το κράτος δικαίου.

Στον πίνακα αποτελεσμάτων της Δικαιοσύνης του 2021, που συνέταξε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι η ελληνική Δικαιοσύνη δεν χρηματοδοτείται επαρκώς σε επίπεδο οργάνωσης, δεν ενεργοποιεί αποτελεσματικά θεσμούς εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, απασχολεί ανεπαρκή αριθμό υπαλλήλων. Το δικαστικό μας σύστημα διαθέτει απαρχαιωμένο δικαστικό χάρτη και δεν έχει κώδικα δεοντολογίας.

Η πανδημία έδωσε ώθηση στην μηχανοργάνωση και την ηλεκτρονική Δικαιοσύνη, η προσπάθεια όμως για την εμβάθυνση, διάχυση και εμπέδωσή τους με σκοπό τον εκσυγχρονισμό του συστήματος και την βελτίωση των παρεχόμενων στους διαδίκους υπηρεσιών, πρέπει να συνεχιστεί αμείωτη. Σε αυτό το φιλόδοξο εγχείρημα πρέπει να συνδράμουν ανεπιφύλακτα τόσο οι δικαστές, όσο και τα αρμόδια όργανα της εκτελεστικής εξουσίας.

Κυρίως όμως η αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης, και συνακόλουθα το κύρος της στην κοινωνία, υπονομεύονται από την καθυστέρηση που παρατηρείται στην έκδοση των αποφάσεων. Τα τελευταία χρόνια έγιναν σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση της έγκαιρης απονομής της, χωρίς πάντως η κατάσταση να έχει βελτιωθεί θεαματικά. Και όσο και αν το πρόβλημα δεν έχει μόνο μία αιτία, η κύρια ευθύνη για την καθυστέρηση ανήκει στη Δικαιοσύνη, στα όργανα διοίκησής της, σε κάθε δικαστικό λειτουργό ξεχωριστά.

Παρελθόν και μέλλον της Δικαιοσύνης, ιστορία και προοπτικές. Το θέμα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Με χαρά λοιπόν κηρύσσω την έναρξη των εργασιών του συνεδρίου σας, στο οποίο εύχομαι κάθε επιτυχία.